Κάλεσμα

Εκδόσεις RebelNet

Crisis vs Commons - εκδόσεις Rebel : Θεωρία και Ανάλυση για το ανταγωνιστικό κίνημα

Κατεβάστε το σε μορφή PDF (~2MB)

Η έξοδος από την κρίση τον καπιταλισμό
και κάθε ετερονομία περνάει μέσα
από τον αγώνα για τα κοινά
εκδόσεις Rebel : Θεωρία και Ανάλυση για το ανταγωνιστικό κίνημα
http://www.rebelnet.gr/

Στο σημερινό περιβάλλον της κρίσης, τίθεται με επιτακτικό τρόπο για το ανταγωνιστικό κίνημα ο απεγκλωβισμός από τα κυρίαρχα διλήμματα: Κράτος ή Αγορά, Νεοφιλελευθερισμός ή Νεοκεϋνσιανισμός, ιδιωτικοποιήσεις ή επιστροφή στο κράτος πρόνοιας. Μέσα από τα κείμενα του έντυπου, αναδεικνύεται ως σημείο- κλειδί, για την εξέλιξη της κρίσης και για την συνολικότερη έξοδο από τον καπιταλισμό, η έννοια και τα περιεχόμενα των κοινών (commons). Χαρακτηριστικά, η συλλογικοτητα Midnight Notes Collective and Friends, στο άρθρο τους «από την Κρίση στα Κοινά», συνδέοντας την τρέχουσα κρίση με την αποτυχία τόσο του κράτους όσο και των αγορών να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή των ανθρώπων, διατυπώνουν τη θέση ότι μέσα από κοινωνικούς αγώνες τα κοινά πρέπει να απεγκλωβιστούν από αυτές τις δύο μορφές κοινωνικής οργάνωσης: «Η κρίση έδειξε για όλους όσους έχουν μάτια να δουν ότι το Κράτος και η Αγορά έχουν σίγουρα αποτύχει στην υπόσχεσή τους να παρέχουν μια ασφαλή αναπαραγωγή των ζωών μας. Οι καπιταλιστές έχουν σαφώς δείξει (για ακόμη μια φορά) ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστοι να παρέχουν τους ελάχιστους όρους ασφάλειας ακόμη και στην καρδιά του καπιταλισμού. Αλλά κρατούν στα χέρια τους τον πλούτο που γενεές έχουν παράγει. Αυτή η δεξαμενή εργασίας του παρελθόντος και του παρόντος είναι το δικό μας κοινό (our common). Πρέπει να ελευθερώσουμε, να ανακτήσουμε αυτόν τον πλούτο μαζί με αυτούς από τους οποίους είχε αρχικά απαλλοτριωθεί» (Midnight Notes Collective and Friends, 2009).

Περιεχόμενα

  1. Εισαγωγή: Commons vs Crisis
  2. Massimo De Angelis και Σταύρος Σταυρίδης: Σχετικά με το Νόημα των Κοινών, πέρα από τις Αγορές και τα Κράτη, το Commoning ως μια συλλογική πρακτική
  3. Massimo de Angelis: Η Τραγωδία των Καπιταλιστικών Κοινών
  4. Werner Bonefeld: Η Μονιμότητα της Πρωταρχικής Συσσώρευσης: Φετιχισμός του Εμπορεύματος και Κοινωνική Συγκρότηση
  5. Midnight Notes και φίλοι: Υποσχετικές Επιστολές: από την Κρίση στα Κοινά
  6. Γλωσσάρι

Εισαγωγή

Στο σημερινό περιβάλλον της κρίσης, τίθεται με επιτακτικό τρόπο για το ανταγωνιστικό κίνημα ο απεγκλωβισμός από τα κυρίαρχα διλήμματα: Κράτος ή Αγορά, Νεοφιλελευθερισμός ή Νεοκεϋνσιανισμός, ιδιωτικοποιήσεις ή επιστροφή στο κράτος πρόνοιας. Μέσα από τα κείμενα του έντυπου, αναδεικνύεται ως σημείο- κλειδί, για την εξέλιξη της κρίσης και για την συνολικότερη έξοδο από τον καπιταλισμό, η έννοια και τα περιεχόμενα των κοινών (commons). Χαρακτηριστικά, η συλλογικοτητα Midnight Notes Collective and Friends, στο άρθρο τους «από την Κρίση στα Κοινά», συνδέοντας την τρέχουσα κρίση με την αποτυχία τόσο του κράτους όσο και των αγορών να εξασφαλίσουν την αναπαραγωγή των ανθρώπων, διατυπώνουν τη θέση ότι μέσα από κοινωνικούς αγώνες τα κοινά πρέπει να απεγκλωβιστούν από αυτές τις δύο μορφές κοινωνικής οργάνωσης: «Η κρίση έδειξε για όλους όσους έχουν μάτια να δουν ότι το Κράτος και η Αγορά έχουν σίγουρα αποτύχει στην υπόσχεσή τους να παρέχουν μια ασφαλή αναπαραγωγή των ζωών μας. Οι καπιταλιστές έχουν σαφώς δείξει (για ακόμη μια φορά) ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστοι να παρέχουν τους ελάχιστους όρους ασφάλειας ακόμη και στην καρδιά του καπιταλισμού. Αλλά κρατούν στα χέρια τους τον πλούτο που γενεές έχουν παράγει. Αυτή η δεξαμενή εργασίας του παρελθόντος και του παρόντος είναι το δικό μας κοινό (our common). Πρέπει να ελευθερώσουμε, να ανακτήσουμε αυτόν τον πλούτο μαζί με αυτούς από τους οποίους είχε αρχικά απαλλοτριωθεί» (Midnight Notes Collective and Friends, 2009).

Η έννοια των κοινών

Σύμφωνα με την προσέγγιση των αυτόνομων μαρξιστών τα κοινά [1] (commons) εμπεριέχουν ταυτόχρονα τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά: τους κοινούς πόρους (pooled resources), τις κοινότητες (community) και τις σχέσεις που δημιουργούν κοινά (commoning). Τα άτομα τα οποία μέσα από σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning) συγκροτούν χειραφετητικές κοινότητες (community) που αυτοδιαχειρίζονται με μη εμπορικούς τρόπους μοιράσματος τους κοινούς πόρους (pooled resources) αποκαλούνται «commoners»[2].

Η αγγλική έννοια των «commoners» προέρχεται από την ονομασία των χωρικών του ύστερου μεσαίωνα στην Αγγλία, οι οποίοι δεν ήταν δουλοπάροικοι αλλά ελεύθεροι αγρότες που διαχειρίζονταν από κοινού κοινές–κοινοτικές γαίες, οι οποίες τους παρείχαν τις πρώτες ύλες (βοσκοτόπια, ξυλεία, τύρφη, θεραπευτικά βότανα) για τη διαβίωσή τους, και ήταν αυτοί και αυτές που εξεγέρθηκαν ενάντια στις διαδικασίες των περιφράξεων[3] και της πρωταρχικής συσσώρευσης κατά την ανάδυση του καπιταλισμού. Η έννοια των «commoners» επανέρχεται σήμερα στο πολιτικό λεξιλόγιο, κυρίως από τους αυτόνομους μαρξιστές, ως χαρακτηρισμός των υποκειμένων που μέσα από διαδικασίες αγώνα και χειραφετητικές κοινότητες αποπεριφράσσουν – ανακτούν (reclaim) τον κλεμμένο από το κεφάλαιο κοινωνικό πλούτο (commonwealth) και μέσα από κοινοτικές σχέσεις (commoning) συνθέτουν τα κοινά.

Ιδιαίτερα επεξηγηματικός είναι ο ορισμός των κοινών που δίνει ο De Angelis στο άρθρο «Σχετικά με τα κοινά» αναλύοντας τα τρία συστατικά τους: «Τα κοινά δεν είναι απλώς πόροι τους οποίους μοιραζόμαστε. Για να αντιληφθούμε τα κοινά πρέπει να συμπεριλάβουμε τρία πράγματα την ίδια στιγμή. Πρώτα απο όλα, τα κοινά περιλαμβάνουν κάποιου είδους κοινούς πόρους, οι οποίοι γίνονται αντιληπτοί ως μη εμπορικά μέσα για την εκπλήρωση των αναγκών των ανθρώπων. Δεύτερον, τα κοινά οπωσδήποτε δημιουργούνται και διατηρούνται απο κοινότητες. Επιπρόσθετα σε αυτά τα δύο στοιχεία – τους κοινούς πόρους και τις κοινότητες- το τρίτο και πιο σημαντικό στοιχείο για να αντιληφθούμε τα κοινά είναι το ρήμα “to common” (σχέσεις που δημιουργούν κοινά). Πρόκειται για την κοινωνική διαδικασία η οποία δημιουργεί και αναπαράγει τα κοινά» (De Angelis και Stavrides 2009).

Η έννοια του «commoning» αποτελεί έναν όρο που επινόησε ο PeterLinebaugh το 2008 και τον αναφέρει στο έργο του «The Magna Carta Manifesto» (Linebaugh 2008) για να περιγράψει τη διαδικασία σχηματοποίησης σχέσεων δημιουργίας κοινών μέσα στις εξεγέρσεις και στους αγώνες των μεσαιωνικών «commoners» ενάντια στις περιφράξεις και στις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης κατά την περίοδο ανάδυσης του καπιταλισμού στην Αγγλία. Συγκεκριμένα, όπως το θέτει ο Linebaugh, η έννοια του «commoning» αφορά «την παραγωγή και αναπαραγωγή των κοινών ή διαμέσω των κοινών» (Linebaugh 2008). Ο De Angelis στο άρθρο του «The Production of Commons and the “Explosion” of the Middle Class» σχολιάζοντας τον όρο «commoning» ισχυρίζεται ότι: «Η μετατροπή ενός ουσιαστικού (common) σε ρήμα (tocommon – commoning) δεν είναι μικρό βήμα και απαιτεί κάποια τόλμη. Ειδικά εάν με αυτόν τον τρόπο εμείς δεν θέλουμε να επισκιάσουμε την σημασία του ουσιαστικού, αλλά απλώς να το γειώσουμε σε αυτό που, σε τελική ανάλυση, είναι η ροή της ζωής: δεν υπάρχουν κοινά χωρίς τις συνεχείς δραστηριότητες του commoning, της παραγωγής και αναπαραγωγής των κοινών. (…) Το commoning αποτελεί τη συνθετική-συντακτική διαδικασία των κοινωνικών σχέσεων» (De Angelis 2010). Επίσης, ο De Angelis επιμένει ιδιαίτερα στη σύνδεση των «σχέσεων δημιουργίας κοινών» (commoning) με την έννοια των «κοινοτήτων» : «Επιπλέον, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι το πρόβλημα των κοινών δεν μπορεί απλώς να περιγραφεί ως μια αντιπαράθεση μεταξύ προσωπικού συμφέροντος έναντι κοινών συμφερόντων. Συχνά, το βασικό πρόβλημα είναι πώς τα ατομικά συμφέροντα μπορούν να συνδεθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να συνιστούν και κοινά συμφέροντα. Αυτό είναι το ζήτημα του commoning (των σχέσεων δημιουργίας κοινών) και των μορφών που αποκτούν οι κοινότητες» (De Angelis και Stavrides 2009). Επομένως, οι διαδικασίες των σχέσεων δημιουργίας κοινών -του «commoning»- αποτελούν τον καταλύτη μέσω του οποίου συστήνονται, συνθέτονται και συντάσσονται τα ποιοτικά στοιχεία -οι αξίες, τα συναισθήματα, οι εμπειρίες, οι γνώσεις, οι κανόνες, οι κώδικες- που συγκροτούν, παράγουν και αναπαράγουν τα κοινά.

Σε σχέση με την έννοια, τα χαρακτηριστικά και τα περιεχόμενα της κοινότητας, ο De Angelis επισημαίνει ότι «οι κοινότητες είναι σύνολα από commoners, οι οποίοι μοιράζονται τις πηγές, τους κοινούς πόρους, και καθορίζουν οι ίδιοι και για αυτούς τους κανόνες σύμφωνα με τους οποίους παρέχεται πρόσβαση και χρήση στους κοινούς πόρους» (De Angelis και Stavrides 2009). Ενστάσεις απέναντι στην έννοια της κοινότητας και στο κατά πόσο μπορεί να αποτελεί συστατικό στοιχείο των κοινών (κοινοί πόροι, κοινότητα, κοινές σχέσεις) έχει ο Σταύρος Σταυρίδης, ο οποίος προτιμά, αντί της έννοιας της κοινότητας, τις έννοιες του δημόσιου χώρου και της δημόσιας σφαίρας ως εκείνα τα πεδία συνάντησης και διαπραγμάτευσης των διαφορετικοτήτων : «Η έννοια του δημόσιου προτρέπει την σκέψη μας για τα κοινά να γίνει πιο περίπλοκη. Η δυνατότητα συνάντησης στη δημόσια σφαίρα έχει επίπτωση στο πώς αντιλαμβανόμαστε το commoning (τις σχέσεις που δημιουργούν κοινά) και το sharing (μοίρασμα). Πρέπει να αναγνωρίσουμε τις δυσκολίες του μοιράσματος καθώς και τους αγώνες και τις διαπραγματεύσεις που συνδέονται απαραίτητα με την προοπτική του μοιράσματος. Αυτός είναι ο λόγος που εγώ πιστεύω πως προέχει να δημιουργείται το έδαφος για τη διάπλαση μιας δημόσιας σφαίρας και την ανάπτυξη ευκαιριών συζήτησης και διαπραγματεύσεων σε σχέση με το τι είναι καλό για όλους αντί να ισχυροποιούνται μόνο οι κοινότητες στο αγώνα τους να καθορίσουν τα δικά τους κοινά. Η αναφορά των κοινών σε ομάδες ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά εμπεριέχει τον κίνδυνο να ενισχύονται έτσι κοινότητες κλειστές». (De Angelis και Stavrides 2009). Συνεπώς, σύμφωνα με τον Σταυρίδη, η κοινότητα ενέχει τον κίνδυνο του αποκλεισμού από την πρόσβαση στα κοινά, που σημαίνει ότι ακόμα και οι χειραφετητικές κοινότητες ενδέχεται να αποκτούν χαρακτήρα «αντι-κοινού» (anticommons[4]).

Επίσης, η Federici, συμφωνώντας με τον ορισμό του De Angelis για τα κοινά και τη σύνδεσή τους με τις σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning), τις κοινότητες και τα κοινά συμφέροντα, υποστηρίζει ότι «εάν η δημιουργία κοινών σχέσεων (commoning) έχει κάποιο νόημα, τότε αυτό θα πρέπει να είναι η παραγωγή του εαυτού μας ως ένα κοινό υποκείμενο (με κοινά συμφέροντα). Αυτός είναι ο τρόπος που πρέπει να αντιλαμβανόμαστε το σύνθημα “κανένα κοινό χωρίς κοινότητα”» (Federici 2011), και κάνει σαφές ότι όταν μιλάει για κοινότητες αναφέρεται στις ποιότητες της κοινωνικής συνεργασίας και όχι σε εθνοτικούς ή θρησκευτικούς αποκλεισμούς: «Αλλά η κοινότητα πρέπει να νοείται όχι ως μια περιφραγμένη πραγματικότητα (gatedreality), ως μια ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με αποκλειστικά συμφέροντα διαχωρισμένοι από άλλους, όπως συμβαίνει με τις κοινότητες που σχηματίζονται στη βάση της θρησκείας ή του έθνους, αλλά μάλλον ως ποιότητες σχέσεων, που έχουν ως αρχή τη συνεργασία και την υπευθυνότητα μεταξύ των διαφορετικών ατόμων και απέναντι στην γη, στα δάση, στις θάλασσες και στα ζώα» (Federici 2011). Την άμεση και αναγκαία σύνδεση των κοινών με τις κοινότητες τονίζουν και οι Midnight Notes Collective and Friends όταν ισχυρίζονται στο άρθρο τους «Promissory Notes from Crisis to Commons» ότι «τα κοινά χωρίς μια συνειδητά συγκροτημένη κοινότητα είναι αδιανόητα» (Midnight Notes Collective and Friends, 2009).

Με βάση τον παραπάνω τριπλό ορισμό των κοινών (κοινοί πόροι - σχέσεις δημιουργίας κοινών – κοινότητες), εξάγεται η διαπίστωση, η οποία είναι θεμελιώδης στην οπτική γωνία των αυτόνομων μαρξιστών, ότι τα κοινά δεν είναι αυθύπαρκτα, δεν υπάρχουν από μόνα τους, όπως επίσης δεν είναι μια νοσταλγική αναφορά στο μεσαιωνικό παρελθόν των κοινοτήτων των «commoners». Όπως το θέτει ο Harvey, «τα κοινά δεν είναι κάτι που υπήρχε κάποτε στο μακρινό παρελθόν και από τότε χάθηκε, αλλά κάτι το οποίο διαρκώς παράγεται» (Harvey 2011). Επίσης τα κοινά, με βάση την ίδια αντίληψη, δεν διεκδικούνται από την κυρίαρχη εξουσία π.χ. με τη μορφή αιτημάτων απέναντι στο κράτος, παρά μόνο κατασκευάζονται, δημιουργούνται, σχηματοποιούνται και αναπαράγονται κάθε φορά μέσα από τις διαδικασίες σχέσεων δημιουργίας κοινών, τις διαδικασίες του «commoning», οι οποίες είναι και οι μόνες ικανές για την υπεράσπιση και διατήρησή τους. Επίσης, η εστίαση στις διαδικασίες του «commoning» επιτρέπει τη σύνδεση των κοινών με την κοινωνική συνεργασία και τις μορφές αναπαραγωγής, όπως ισχυρίζεται ο De Angelis στο άρθρο του «Η Τραγωδία των Καπιταλιστικών Κοινών»: «ο λόγος για τον οποίο τα κοινά δεν μπορούν απλώς να απαιτηθούνε είναι ότι εμείς δεν αναπαραγόμαστε με τη μορφή αιτημάτων. Σε γενικές γραμμές, αναπαραγόμαστε εμπλεκόμενοι σε σχέσεις με άλλους και ακολουθώντας τους κανόνες αυτών των σχέσεων. (…) εμείς χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα από το να απαιτούμε απλώς –εμείς χρειάζεται να τα κατασκευάσουμε (τα κοινά) εντός των αγώνων» (De Angelis 2009).

Περιφράξεις, μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης και αλλοιωμένα κοινά.

Η προσέγγιση των αυτόνομων μαρξιστών για τη σχέση του καπιταλισμού με τα κοινά περιλαμβάνει δυο βασικές έννοιες: την έννοια των περιφράξεων (enclosures) και την έννοια των αλλοιωμένων κοινών (distorted commons).

Οι περιφράξεις πρωτοαναφέρονται στην ανάλυση του Κεφαλαίου του Marx και αφορούνε τις διαδικασίες κλοπής, απαλλοτρίωσης και σφετερισμού των κοινοτικών - κοινών γαιών μέσω της πρωταρχικής συσσώρευσης κατά την μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό.[5] Η κλοπή αυτή είχε ως στόχο να διαχωριστούν οι χρήστες των κοινών γαιών, οι commoners, από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας, να μετατραπούνε σε μισθωτούς εργάτες και να εγκαθιδρυθεί η σχέση κεφάλαιο, δηλαδή να αναπτυχθεί η τάξη των προλετάριων και η τάξη των κεφαλαιοκρατών.[6]

Από τα τέλη του 19ου έως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα κυριάρχησε, με ελάχιστες εξαιρέσεις[7], στη μαρξιστική βιβλιογραφία η άποψη ότι οι περιφράξεις και η πρωταρχική συσσώρευση αφορούν την απολύτως χρονικά προσδιορισμένη διαδικασία που συνέβη κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό με την περίφραξη των κοινοτικών-κοινών γαιών. Πρόκειται για τη θεωρία των σταδίων του ιστορικού υλισμού (Πρωτόγονος κομμουνισμός, Δουλοκτησία, Φεουδαρχία, Καπιταλισμός, Δικτατορία του προλεταριάτου, Κομμουνισμός), όπως διατυπώνεται από τον ορθόδοξο μαρξισμό[8].

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, κυρίως μετά την κρίση της δεκαετίας του ‘70 και την ανάδυση του μεταφορντισμού και του νεοφιλελευθερισμού, σταδιακά διάφοροι μελετητές, κυρίως από τη σκοπιά του αυτόνομου μαρξισμού, εξετάζοντας τον τρόπο λειτουργίας του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, διαπιστώνουν ότι οι περιφράξεις διαρκώς επεκτείνονται και επομένως δεν αποτελούν απλώς ένα προκαπιταλιστικό φαινόμενο. Ως «νέες περιφράξεις»[9] αναγνωρίζουν μεταξύ άλλων τα Προγράμματα Δομικής Αναπροσαρμογής του ΔΝΤ που εφαρμόστηκαν στην Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ‘80, τη μετανάστευση, τους πολέμους για πρώτες ύλες, την κρίση χρέους, τη ρύπανση του περιβάλλοντος και την κλιματική αλλαγή, την πτώση του ανατολικού μπλοκ και τον καπιταλιστικό δρόμο της Κίνας, καθώς και την συρρίκνωση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας των δυτικοευρωπαϊκών χωρών (Caffentzis 2004).

Η μελέτη των «νέων περιφράξεων» ώθησε τους αυτόνομους μαρξιστές να επανεξετάσουν την έννοια της πρωταρχικής συσσώρευσης, καθώς διαπίστωσαν ότι το κεφάλαιο, για να αναπτυχθεί, έχει διαρκώς την τάση να επεκτείνει τις περιφράξεις σε νέες υλικές και άυλες σφαίρες, εμπορευματοποιώντας όλο και περισσότερες διαστάσεις της ζωής και αναπαράγοντας διαρκώς τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας. Η παραπάνω προσέγγιση τους οδήγησε στο συμπέρασμα της μονιμότητας της πρωταρχικής συσσώρευσης, δηλαδή της μονιμότητας του διαχωρισμού, ο οποίος αποτελεί το συστατικό στοιχείο ύπαρξης της σχέσης κεφάλαιο. Έτσι λοιπόν, οι αυτόνομοι μαρξιστές επεκτείνουν τη σκέψη του Marx, όπως αυτή διατυπώνεται στο μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης: «από τη στιγμή που η κεφαλαιοκρατική παραγωγή στέκει πια στα δικά της πόδια, δε διατηρεί μόνο αυτό το χωρισμό, μα και τον αναπαράγει σε ολοένα αυξανόμενη κλίμακα» (Marx 1867:739).Επομένως, σύμφωνα με τους αυτόνομους μαρξιστές, η ορθόδοξη μαρξιστική προσέγγιση, στην οποία οι περιφράξεις και η πρωταρχική συσσώρευση είναι κάτι που συμβαίνει μόνο κατά τον σχηματισμό του καπιταλιστικού συστήματος, προκειμένου να δημιουργηθεί η αρχική βάση για την μεταγενέστερη καπιταλιστική ανάπτυξη, είναι παραπλανητική. Oι διαδικασίες των περιφράξεων διαρκώς επεκτείνονται και σχετίζονται με τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σύμφωνα με τον WernerBonefeld, το πιο ουσιαστικό στοιχείο της μονιμότητας της πρωταρχικής συσσώρευσης είναι ότι ερμηνεύει τον διαρκή διαχωρισμό των νέων εργατών από τα μέσα παραγωγής και την υπαγωγή τους σε σχέσεις εκμετάλλευσης: «στην πραγματικότητα, η πρωταρχική συσσώρευση αποτελεί το θεμέλιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και την κοινωνική συγκρότηση διαμέσου της οποίας η εκμετάλλευση της εργασίας διατηρείται. Με άλλα λόγια, οι σύγχρονες εξελίξεις της πρωταρχικής συσσώρευσης δεν είναι 'τυχαίες' εξελίξεις. Αντίθετα, η πρωταρχική συσσώρευση είναι ένα αναγκαίο στοιχείο του καπιταλισμού. Είναι η συνθήκη και η προϋπόθεση της ύπαρξης του κεφαλαίου. Το επιχείρημα, λοιπόν, είναι ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια μονίμως αναπαραγόμενη συσσώρευση. είτε με όρους ανανεούμενου χωρισμού νέων πληθυσμών από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης, είτε με όρους αναπαραγωγής της μισθωτής σχέσης στις 'θεμελιωμένες' σχέσεις του κεφαλαίου. Ο πρώτος επιδιώκει να υπαγάγει νέους εργάτες υπό τις διαταγές του κεφαλαίου και η δεύτερη να τους περιλάβει ως έναν εκμεταλλεύσιμο ανθρώπινο πόρο (…) Η πρωταρχική συσσώρευση, λοιπόν, δεν είναι μόνο μία 'περίοδος' από την οποία οι κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις αναδύθηκαν. Μάλλον είναι η ιστορική 'πράξη' που συγκροτεί τις κεφαλαιοκρατικές κοινωνικές σχέσεις ως ένα όλο» (Bonefeld 2009)[10].

Συμπληρωματικά στην παραπάνω ανάλυση, έχει ιδιαίτερη σημασία η σύνδεση της μονιμότητας της πρωταρχικής συσσώρευσης με τις κρίσεις του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός σε περιόδους κρίσης επιδιώκει, για να τις ξεπεράσει, να επεκτείνει τη σχέση κεφάλαιο, δηλαδή τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής σε νέες σφαίρες εκμετάλλευσης ή παράλληλα να βαθύνει τις υπάρχουσες σχέσεις. Επομένως στις περιόδους κρίσης εφαρμόζονται νέες ή εντείνονται οι υφισταμένες διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης, οι οποίες συνεπάγονται νέες περιφράξεις ή ισχυροποίηση των υφισταμένων περιφράξεων. Ειδικά όσον αφορά τη σχέση του καπιταλισμού με τις κρίσεις, οι Chandra και Basu επισημαίνουν ότι η πρωταρχική συσσώρευση όχι απλώς χαρακτηρίζεται από μονιμότητα, αλλά στις περιόδους κρίσης αυξάνεται, εντείνεται και δρα καταλυτικά για το ξεπέρασμα των κρίσεων: «Από τη στιγμή που η συσσώρευση του κεφαλαίου λειτουργεί μέσω της αγοράς, οι υπηρεσίες της πρωταρχικής συσσώρευσης απαιτούνται, σχεδόν εξ ορισμού, όταν η αγορά είναι σε κρίση. Κατά τη διάρκεια των κρίσιμων περιόδων των καπιταλιστικών κρίσεων, η πρωταρχική συσσώρευση αναδύεται, για να βοηθήσει να ξεπεραστούν τα εμπόδια για τη συσσώρευση, με δύο τρόπους α) διευκολύνοντας τη μετάβαση από τις περιοχές που βρίσκονται σε κρίση σε νέες περιοχές συσσώρευσης και β) με μια συνεχή διαπραγμάτευση των χωρικών αναπτύξεων (μαζί εσωτερικών και εξωτερικών) του καπιταλισμού. Κατά τη διάρκεια των περιόδων μετάβασης και επέκτασης, “νέες περιφράξεις” απαιτούνται για να τοποθετήσουν στη συνήθη πορεία τη καπιταλιστική αναπαραγωγή. Η εξασφάλιση αυτών των περιφράξεων μέσω βίας και άλλων “άμεσων επιπλέον οικονομικών μέτρων και μέσων” είναι η λειτουργία της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Chandra και Basu 2007). Ωστόσο, τόσο η έκβαση των περιφράξεων και της πρωταρχικής συσσώρευσης, όσο και η έξοδος του καπιταλισμού από τις κρίσεις δεν είναι νομοτελειακή και εξαρτώνται σημαντικά από τον βαθμό έλεγχου πάνω στα κοινά, καθώς και από τους κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς[11]. Ο καπιταλισμός, με τη σημερινή του μορφή του νεοφιλελευθερισμού, για να ξεπεράσει την τρέχουσα κρίση, αξιοποιεί τόσο το εργαλείο των περιφράξεων όσο και τα αλλοιωμένα κοινά. Σύμφωνα με τηFederici, «πρέπει επομένως να είμαστε πολύ προσεκτικοί, να μην υπονομεύσουμε τη συζήτηση πάνω στα κοινά με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτραπεί στην κλυδωνιζόμενη από την κρίση καπιταλιστική τάξη να συνέλθει και να αναζωογονηθεί» (Federici 2011).

Επίσης, η μελέτη των διαδικασιών διαχωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής κατεύθυνε τους αυτόνομους μαρξιστές στο να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε εκείνες της κοινωνικές χειραφετητικές διαδικασίες αγώνα που αναιρούν αυτόν τον διαχωρισμό και επανενώνουν τους παραγωγούς με τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας[12]. Κατ’αυτόν τον τρόπο σχηματοποιήθηκε η ιδέα και το θεωρητικό πλαίσιο των κοινών, τα οποία σύμφωνα με την οπτική γωνία των αυτόνομων μαρξιστών συνθέτονται μέσα από τις διαδικασίες δημιουργίας κοινών σχέσεων (commoning). Σύμφωνα με τον De Angelis, «αυτό που η μαρξιστική βιβλιογραφία απέτυχε να κατανοήσει είναι ότι η πρωταρχική συσσώρευση είναι μια διαρκής διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και καθίσταται επίσης απαραίτητη για την διατήρηση των προηγούμενων μορφών του καπιταλισμού για δύο λόγους. Πρώτον, διότι το κεφάλαιο επιδιώκει την απεριόριστη διεύρυνση και γι’ αυτό πάντα χρειάζεται νέες σφαίρες και διαστάσεις της ζωής να τις μετατρέπει σε εμπορεύματα. Δεύτερον, διότι οι κοινωνικές συγκρούσεις βρίσκονται στην καρδιά της καπιταλιστικής διαδικασίας –αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι ανασυστήνουν εκ νέου τα κοινά και αυτό το κάνουν όλη την ώρα. Αυτά τα κοινά συμβάλλουν στην εκ νέου ύφανση του κοινωνικού ιστού, που απειλείται από τις προηγούμενες φάσεις της βαθιάς εμπορευματοποίησης, και την ίδια στιγμή παρέχουν νέα δυνητικά εδάφη για την επόμενη φάση των περιφράξεων» (De Angelis, M. and Stavrides 2009).

Οι παραπάνω απόψεις θέτουν στο επίκεντρο της ανάλυσης τη μονιμότητα των κοινωνικών ταξικών αγώνων και αντιλαμβάνονται τις περιφράξεις και τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης ως απάντηση του κεφαλαίου στη διαρκή κίνηση και σύνθεση των σχέσεων δημιουργίας κοινών (commoning). Εδώ επανέρχεται το ζήτημα του «commoning», δηλαδή των σχέσεων δημιουργίας κοινών από κοινωνικά σύνολα που αυτοθεσμίζονται, χειραφετούνται και δημιουργούν μέσα από συλλογικές διαδικασίες αγώνα, κοινότητες και κομμουνισμούς στην καθημερινότητά τους, αποκαθιστώντας την ένωση των «παραγωγών» με τα «μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής και διαβίωσης». Αυτή η κίνηση, η εμπρόθετη κοινωνική δράση, διαρκώς συντίθεται και αποσυντίθεται, έχει διάρκεια, χωρικά και χρονικά πυκνώματα και αραιώματα, είναι όμως αυτή που δημιουργεί την ιστορία. Σύμφωνα εξάλλου με τους Marx και Engels: «η ιστορία δεν κάνει τίποτα, δεν κατέχει τεράστιο πλούτο, δεν δίνει μάχες! Είναι ο Άνθρωπος (Man), μάλλον, ο πραγματικός, ζωντανός Άνθρωπος (living Man), ο οποίος τα κάνει όλα αυτά, ο οποίος κατέχει και πολεμά, δεν είναι η ιστορία που χρησιμοποιεί τον Άνθρωπο ως ένα μέσο για να προωθήσει τους σκοπούς της, ως εάν να ήταν ένα διαχωρισμένο άτομο. Η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο παρά η δραστηριότητα του Ανθρώπου στην επιδίωξη των σκοπών της» (Marx/Engels, 1980: 98). Πρόκειται, επομένως, για ένα συνεχή αγώνα, για μια διαρκή μάχη και όχι για μια ιστορική διαδικασία σταδίων, όπου μετά την πρωταρχική συσσώρευση και την ανάδυση του καπιταλισμού θα ακολουθήσει η τάξη του προλεταριάτου, που θα απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές και θα φέρει το κομμουνισμό. Σύμφωνα με τον Bonefeld, δεν υπάρχει «κανένας παγκόσμιος ιστορικός νόμος που οδηγεί το ανθρώπινο είδος από κάποια φανταστική ιστορική αφετηρία, μέσω του καπιταλισμού, στον κομμουνισμό. Εάν, ωστόσο, η ιστορία δεν είναι η συνέπεια ούτε της θείας αποκάλυψης ούτε των αφηρημένων νομών της ιστορίας, τότε τι είναι; Η ιστορία δεν φτιάχνει από μόνη της ιστορία. Ούτε η ιστορία είναι από την πλευρά της εργατικής τάξης. Η ιστορία δεν παίρνει το μέρος κάποιας πλευράς: μπορεί με μεγάλη ευκολία να γίνει είτε η ιστορία της βαρβαρότητας είτε του σοσιαλισμού. Η ιστορία γίνεται και μπορεί να φτιαχτεί. Το επερχόμενο μέλλον δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων αντικειμενικών νόμων που προγραμματίζουν την ιστορική εξέλιξη αλλά θα είναι το αποτέλεσμα των σημερινών αγώνων» (Bonefeld 2010).

Ταυτόχρονα με την λειτουργία των περιφράξεων, που είναι απαραίτητες για τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης, οι αυτόνομοι μαρξιστές, αναλύοντας την έννοια των κοινών (commons) και τις σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning), διαπιστώνουν ότι ο καπιταλισμός αποδέχεται ή έχει ανάγκη τα κοινά τόσο με τη μορφή των μη εμπορευματοποιημένων κοινών πόρων, όσο και με τη μορφή της κοινωνικής συνεργασίας και των μη εμπορευματοποιημένων μορφών κοινωνικής αναπαραγωγής. Οι αυτόνομοι μαρξιστές αποκαλούν «αλλοιωμένα ή παραμορφωμένα κοινά» (distorted commons) εκείνες τις μορφές κοινών πόρων και εκείνες τις μορφές μη εμπορευματικής κοινωνικής συνεργασίας καθώς και τις σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning), οι οποίες αξιοποιούνται προς όφελος του κεφαλαίου και είναι απαραίτητες για την βιωσιμότητά του.

Η Federici, μελετώντας τον τρόπο που τις τελευταίες δεκαετίες ο νεοφιλελευθερισμός και παγκόσμιοι οργανισμοί έχουν σφετεριστεί και ιδιοποιηθεί τα κοινά, ισχυρίζεται ότι «από τις αρχές του 1990, η Παγκόσμια Τράπεζα και τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ιδιοποιηθεί την γλώσσα των κοινών και την έχουν θέσει στην υπηρεσία της ιδιωτικοποίησης. Υπό το πρόσχημα της προστασίας της βιοποικιλότητας και της διατήρησης των παγκόσμιων κοινών, η Παγκόσμια Τράπεζα έχει μετατρέψει τροπικά δάση σε οικολογικές περιοχές, έχει απελάσει τους πληθυσμούς που επί αιώνες βάσιζαν τη διαβίωσή τους σε αυτά, και παράλληλα διασφάλισε την πρόσβαση σε αυτές τις οικολογικές περιοχές μόνο σε όσους μπορούν να πληρώσουν, για παράδειγμα μέσω οικο-τουρισμού» (Federici 2011).

Με την παραπάνω ανάλυση της ιδιοποίησης των κοινών από τον καπιταλισμό συμφωνεί και ο Caffentzis στο άρθρο του «Το Μέλλον των “Κοινών”: Νεοφιλελεύθερο PlanB ή Πρωταρχική Αποσυσσώρευση του Κεφαλαίου;», στο οποίο επισημαίνει ότι «η αναβίωση των κοινών από την καπιταλιστική προοπτική εμφανίζεται τις δεκαετίες του 1980 και 1990 με την ανάπτυξη εννοιών όπως “κοινωνικό κεφάλαιο”, “κοινωνία των πολιτών”, “συνδεδεμένη ζωή”, οι οποίες συνδέθηκαν με τις πολύ παλαιότερες, αλλά συνήθως σήμερα αόριστες, έννοιες της “κοινότητας”, της “κουλτούρας” και του “πολιτισμού”. Ένας καλός δείκτης αυτής της εννοιολογικής αλλαγής μπορεί να ειδωθεί στις κοινωνικές επιστήμες, στην αντικατάσταση της αυστηρής και οριοθετημένης “καπιταλιστικής τάξης” με την πιο ζεστή φράση “επιχειρηματική κοινότητα”. Ο κύριος στόχος αυτής της αλλαγής ήταν να σωθεί ο καπιταλισμός από την αυτοκαταστροφική τάση ολοκληρωτισμού που εξαπέλυσε με τον νεοφιλελευθερισμό. (…) Τα κοινά, από αυτήν την οπτική, ήταν μια επιπρόσθετη έννοια που έκανε πιθανή τόσο την κριτική στους θεωρητικούς πυλώνες της νεοφιλελεύθερης σκέψης (“τραγωδία των κοινών” του Hardin[13] και το αποκαλούμενο “θεώρημα του Coase”[14]), όσο και τη δυνατότητα να προταθούν άλλα μοντέλα για τη συμμετοχή στις αγορές, πέρα από τον ατομικισμό ή τις συντεχνίες» (Caffentzis 2010).

Επίσης, ο De Angelis στο άρθρο του «Η Τραγωδία των Καπιταλιστικών Κοινών» συγκεκριμενοποιεί την σχέση του καπιταλισμού με τα κοινά και αποκαλεί «αλλοιωμένα» (distorted) εκείνα τα κοινά «τα οποία συνδέονται με την καπιταλιστική ανάπτυξη, κατά την οποία το κεφάλαιο έχει με επιτυχία εξασφαλίσει μη-νομισματικές αξίες στον πρωταρχικό του στόχο, τη συσσώρευση» (De Angelis 2009). Στα αλλοιωμένα κοινά δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς τα θεωρεί ποιοτικό δείκτη της αποκαλούμενης «τραγωδίας των καπιταλιστικών κοινών», δηλαδή της βραχυκύκλωσης του καπιταλισμού λόγω της διπλής του κίνησης, αυτής των περιφράξεων και αυτής της εξάρτησής του από τα κοινά ως μη εμπορευματικές μορφές κοινωνικής συνεργασίας και αναπαραγωγής. Όπως το θέτει ο De Angelis: «Ο καπιταλισμός ως κοινωνικοοικονομικό σύστημα έχει μια σχιζοφρενική σχέση με τα κοινά. Από τη μια πλευρά, το κεφάλαιο ως κοινωνική δύναμη απαιτεί διαρκώς περιφράξεις, το οποίο σημαίνει την καταστροφή και εμπορευματοποίηση των μη-εμπορευματοποιημένων κοινών χώρων και πόρων. Ωστόσο, υπάρχει επίσης ένας βαθμός μέχρι του οποίου το κεφάλαιο αποδέχεται τα μη-εμπορευματοποιημένα κοινά που συνυπάρχουν στην σύστασή του. Ο βαθμός αποδοχής και το πώς γίνεται η αποδοχή αυτή είναι δομικά στοιχεία για την βιωσιμότητα και διατήρηση του καπιταλισμού. Ταυτόχρονα, ο βαθμός αποδοχής των κοινών από τον καπιταλισμό έχει δομικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα και διατήρηση του πλανήτη και πολλών κοινοτήτων. Το κεφάλαιο πρέπει να συμφιλιωθεί με τα κοινά σε κάποιο βαθμό, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να τα περιλάβει όλα ο καπιταλισμός –ως ένα σύνολο οικονομικών συναλλαγών και πρακτικών μεσολαβείται και μετριέται με χρήματα και οδηγείται μέσω του προσωπικού συμφέροντος, των οικονομικών υπολογισμών και κερδών. Ο καπιταλισμός αποτελεί ο ίδιος ένα υποσύστημα των πολύ μεγαλύτερων συστημάτων που είναι απαραίτητα για την αναπαραγωγή της ζωής. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι ο καπιταλισμός πάντα θα βρίσκεται παγιδευμένος είτε μέσα στο κέλυφος που συνιστά τις προϋποθέσεις του, είτε στις οικολογικές ή με όρους μη-εμπορευματικής ζωής πρακτικές (μη-αμειβόμενη φροντίδα παιδιών, εκπαίδευση κ.α.). Το κεφάλαιο διαρκώς προσπαθεί να αποδράσει από αυτήν την παγίδα, να υπερπηδήσει τα εμπόδια που τη συγκροτούν και, μέσω της διαρκούς μεγέθυνσης, να διατηρηθεί και να αναπαραχθεί» (De Angelis 2009). Επομένως, το κεφάλαιο έχει ανάγκη τα κοινά για να ξεπεράσει τα εμπόδια της δικής του ανάπτυξης, «το κεφάλαιο το να συμβιβαστεί με τα κοινά, με σκοπό να ξεπεράσει τα εμπόδια της δικής του ανάπτυξης, σημαίνει ότι πρέπει στρατηγικά να παρεμβαίνει και ενεργά να συμμετέχει στη συγκρότηση των πραγμάτων που μοιράζονται. Με άλλα λόγια, οι δυνάμεις του κεφαλαίου πρέπει να συμμετέχουν στη συγκρότηση των κοινών. Και εδώ είναι που αρχίζουν τα προβλήματα του κεφαλαίου και όλων των άλλων» (De Angelis 2009).

Συνεχίζοντας την ανάλυσή του, ο De Angelis, πέρα από την εξάρτηση, αξιοποίηση και εκμετάλλευση των κοινών από τον καπιταλισμό, αναγνωρίζει στα αλλοιωμένα κοινά τις εν δυνάμει προνομιακές περιοχές αντιπαράθεσης των κοινωνικών κινημάτων με τον καπιταλισμό: «τα αλλοιωμένα κοινά είναι κοινά επειδή, παρά τις στρεβλώσεις τους αποτελούν το προϊόν και την προϋπόθεση του να «κάνουμε» και να «είμαστε» εντός των κοινών. Το να τα αναγνωρίσουμε ως κοινά είναι κρίσιμο, διότι αποτελεί μια δήλωση κοινοκτημοσύνης (…). Είναι ένα πρώτο βήμα προς την ανάκτησή τους. Κριτικά, αυτή η πρακτική της ανάκτησης είναι περίπλοκη λόγω του γεγονότος ότι εμείς αναπαράγουμε την ζωή μας μέσω πολλών «αλλοιωμένων» και «μη-αλλοιωμένων» κοινών ταυτόχρονα. Το οποίο σημαίνει ότι επιστρέφουμε στα κοινά συμφέροντα: εμείς χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα από το να τα απαιτούμε απλώς –εμείς χρειάζεται να τα κατασκευάσουμε (τα κοινά) εντός των αγώνων» (De Angelis 2009).

Με βάση την παραπάνω συζήτηση γύρω από τη σχέση του καπιταλισμού με τα κοινά, τα αλλοιωμένα κοινά και τις αλλοιωμένες σχέσεις δημιουργίας κοινών (commoning και distortedcommoning), οι αυτόνομοι μαρξιστές θεωρούν ότι σήμερα τα κοινά βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής διαμάχης, και σύμφωνα με τον De Angelis «υπάρχουν δύο δυνατότητες: είτε τα κοινωνικά κινήματα θα αντιμετωπίσουν την πρόκληση και θα ξαναβρούν τα κοινά σε αξίες, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, ενάντια και πέρα από τις καπιταλιστικές ιεραρχίες, είτε το κεφάλαιο θα αδράξει την ιστορική ευκαιρία να χρησιμοποιήσει τα κοινά ώστε να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος συσσώρευσης και μεγέθυνσης» (De Angelis 2009). Ο Negri είναι αρκετά σαφής και παραστατικός στη μελέτη του για την τάση του κεφαλαίου να εγκολπώνει τα κοινά –τον κοινό πλούτο: «Όπως ο Marx είχε μιλήσει για “σοσιαλισμό του κεφαλαίου” αναφερόμενος στη γέννηση των μετοχικών εταιρειών, έτσι μπορούμε εμείς σήμερα να προτείνουμε μεταφορικά ένα είδος “κομμουνισμού του κεφαλαίου”, εκεί όπου ο καπιταλισμός εκμεταλλεύεται άμεσα την κοινωνική συμμετοχή στην αξιοποίηση, εκμεταλλεύεται δηλαδή την κοινωνικότητα του εργαζόμενου. (…) Το κεφαλαίο εκμεταλλεύεται και φενακίζει τον κοινο πλούτο (commonwealth)» (Negri 2008)

Με βάση την παραπάνω διαπίστωση, οι αυτόνομοι μαρξιστές κρίνουν ότι ενδεχομένως περνάμε σε μια νέα καπιταλιστική φάση, καθώς θεωρούνε ότι ο νεοφιλελευθερισμός φτάνει στα όριά του. Σύμφωνα με τον Negri, «τόσο η φιλελεύθερη και νεοφιλελεύθερη συμφωνία, όσο και η φορντιστική, κεϋνσιανή και αυτή του κράτους πρόνοιας είναι σε κρίση» (Negri 2008). Ο De Angelis ισχυρίζεται ότι ο καπιταλισμός αναζητά ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης πέρα από τον νεοφιλελευθερισμό και σε αυτό το ενδεχόμενο μελλοντικό νέο μοντέλο, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα είναι επιστροφή στον κρατικό καπιταλισμό, τα κοινά θα παίξουν καθοριστικό ρόλο. Σύμφωνα με τον De Angelis «το κεφάλαιο επίσης προωθεί τα κοινά με το δικό του τρόπο, σε συνδυασμό με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σήμερα, το κυρίαρχο παράδειγμα που κυβερνά τον πλανήτη τα τελευταία τριάντα χρόνια -ο νεοφιλελευθερισμός- είναι σε αδιέξοδο, γεγονός που σημαίνει ότι ενδεχομένως τερματίζεται. Υπάρχουν ενδείξεις ότι σχηματοποιείται ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης του καπιταλισμού, στο οποίο τα κοινά είναι πολύ σημαντικά.(…) Ακόμα δεν έχουμε καπιταλιστική ανάπτυξη χωρίς περιφράξεις. Βρισκόμαστε σε κίνδυνο να ωθηθούμε να γίνουμε ηθοποιοί στο δράμα των επόμενων χρόνων. Το κεφαλαίο θα χρειαστεί τα κοινά και το κεφαλαίο θα χρειαστεί τις περιφράξεις και οι commoners θα βρεθούν σε αυτές τις δυο άκρες του κεφαλαίου, σε νέες πλανητικές ιεραρχίες και διαιρέσεις» (De Angelis, M. and Stavrides 2009).

Με βάση την παραπάνω προσέγγιση, γεννιούνται τα ζητήματα της αποπερίφραξης, της αναίρεσης του διαχωρισμού παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής και διαβίωσης, της κοινωνικής χειραφέτησης, αυτοθέσμισης και αυτονομίας, της εμπρόθετης δράσης, των κοινωνικών και ταξικών αγώνων για τα κοινά ως έξοδο τόσο από τον καπιταλισμό, όσο και από κάθε ετερονομία. Τα άρθρα που περιλαμβάνονται σε αυτό το έντυπο αναλύουν ακριβώς αυτά τα ζητήματα.

Βιβλιογραφία

  • Bonefeld,W., 2001. 2009. Primitive Accumulation and Capitalist Accumulation: Economic Categories and Social Constitution,
  • 2010. “History and Human Emancipation: Struggle, Uncertainty and Openness”, Journal of Socialist TheoryVolume 38, Issue 1.
  • Caffentzis, G 2004. A Tale of Two Conferences: Globalization, the Crisis of Neoliberalism and Question of the Commons.
  • 2010. The Future Of 'The Commons': Neoliberalism's 'Plan B' Or The Original Disaccumulation Of Capital? New Formations. is. 69 imperial ecologies, pp 23-41.
  • Chandra P., Basu D., 2007. Neoliberalism and Primitive Accumulation in India, The need to go beyond capital.
  • Coase, R.H., 1988. The Problem of Social Cost. In The firm, the market and the Law. Chicago and London: University of Chicago Press.
  • De Angelis, M., 2001. Marx and primitive accumulation: The continuous character of capital's "enclosures", Commoner n. 02.
  • 2006. Enclosures, Commons and the “Outside.”Paper presented at the annual meeting of the International Studies Association, Town & Country
  • Resort and Convention Center, San Diego, California, USA, Mar 22, 2006.
  • 2009. The tragedy of the capitalist commons, turbulence 5, London: turbulence.
  • 2010 The Production of Commons and the “Explosion” of the Middle Class, Antipode Vol. 42 No. 4 2010 pp 954–977.
  • De Angelis, M. and Stavrides 2010. On the Commons, A Public Interview, e-flux j. 17
  • Federici, S., 2011. Feminism And the Politics of the Commons, στοΤhe Commoner.
  • Hardin G. 1968. The tragedy of the commons, Science, 162: 1243-1248.
  • Harvey, D., 2011. The future of the commons, Radicale History Review issue 109.
  • Linebaugh, P., 2008. The Magna Carta Manifesto: Liberties and Commons for All, University of California Press.
  • Luxemburg R., (1971) The Accumulation of Capital, London: Routledge and Kegan Paul Ltd.
  • MarxK. [1867] 2009. Το Κεφάλαιο, (μτφρ. Μαυρομμάτης Π.), Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.
  • [1844] 1975, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, (μτφρ. Μπ. Γραμμένος), Αθήνα: Γλάρος.
  • Marx, K., EngelsF. 1980. Die heilige Familie, MEW 2, Dietz, Berlin.
  • Midnight Notes Collective and Friends, 2009. PromissoryNotes: FromCrisestoCommons
  • Negri A 2008. Προς αναζήτηση της commonwealth, (μτφρ. Καλαμαρας Π.), Αθήνα : Ελευθεριακή Κουλτούρα.

Γλωσσάρι

Common/Commons: Κοινό/ Κοινά. Η λεξιλογική ρίζα του «common/s» βρίσκεται στο λατινικό «communis», το οποίο έχει την καταγωγή του στο «comoenus» (αρχαϊκά λατινικά), το οποίο προέρχεται εναλλακτικά είτε από το «com-», που στα λατινικά σημαίνει «μαζί» και από το «manis» που σημαίνει «υποχρέωση», είτε από το «com-», και το «unus» που στα λατινικά σημαίνει «ένα/ένας», είτε από το «com-» και το πρωτοινδοευρωπαϊκό «(e)meya» που σημαίνει «αλλάζω». Άρα, με βάση τις παραπάνω ρίζες, ο όρος «communis» σημαίνει «υποχρεωτικά μαζί» ή «ένωση» ή «μοιράζομαι» ή «αλλάζουμε μαζί». Παράγωγες λέξεις – όροι από το «communis» είναι το «Communism», «Communalis», «Communa ή Commune ή Kommuna ή комуна ή Community» (Κομμούνα, Δήμος ή Κοινότητα σε διαφορετικές γλώσσες με λατινική καταγωγή), το common/commons, καθώς και αρκετοί ακόμα όροι, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν αποδίδονται στα ελληνικά μεταφρασμένοι αλλά ελληνοποιούνται π.χ. κομμουνισμός, κομμουναλισμός, κομμούνα. Για την απόδοση των όρων common/commons υιοθετήσαμε τους όρους «κοινό», «κοινά» που έχουν ήδη χρησιμοποιήσει προηγούμενοι μεταφραστές (Γ. Παπανικολάου, Π. Καλαμαράς, Β. Κωστάκης) και θεωρούμε ότι προσεγγίζουν με αρκετή ακρίβεια το περιεχόμενο των αγγλικών όρων. Όσον αφορά το περιεχόμενο των όρων «common/commons», ανάλογα με την θεωρητική προσέγγιση, ως «κοινά» χαρακτηρίζονται είτε οι «κοινοί πόροι» –«common pool resources» (φυσικά κοινά, πολιτισμικά κοινά, περιβαλλοντικά κοινά, επικοινωνιακά κοινά, πληροφοριακά κοινά, παγκόσμια κοινά, ενεργειακά κοινά, γενετικά κοινά, αστικά κοινά, κ.α.) είτε η συνδυαστική διαδικασία συσχέτισης των «κοινών πόρων» - «common pool resources» με «κοινότητες» – «communities» και σχέσεις που δημιουργούν τα κοινά - «commoning». Για τη μετάφραση των όρων «common/commons» αποφύγαμε τη χρήση των όρων «κοινόχρηστο/κοινόχρηστα», καθώς στην ελληνική περίπτωση αναφέρεται σε χώρους που έχουν θεσμοθετημένη κοινή χρήση και ανήκουν στο κράτος, στους δήμους ή σε κάποιο θεσμικό φορέα, ενώ η έννοια των «commons» - «κοινά», σύμφωνα με τις προσεγγίσεις των αυτόνομων μαρξιστών παίρνει τις αποστάσεις της από κάθε είδους θεσμοθετημένα κρατικά ή ιδιωτικά ιδιοκτησιακά καθεστώτα. Επίσης, ως μετάφραση του όρου «commons» δεν χρησιμοποιούμε τον όρο «κοινά αγαθά», καθώς τα «αγαθά» ενδέχεται να έχουν εμπορική χρήση (στα αγγλικά «commodities»), ενώ τα κοινά, βασίζονται σε σχέσεις μοιράσματος, χωρίς εμπορευματικά χαρακτηριστικά και χρηματική μεσολάβηση.

Commoner/Commoners: Πρόκειται για τους δημιουργούς και χρήστες των κοινών, οι οποίοι μέσα από τη δημιουργία σχέσεων (commoning), κατά κανόνα σχέσεων αλληλεγγύης, συντροφικότητας και αγώνα, συλλογικά αποπεριφράσσουν - ανακτούν περιφραγμένα κοινά (reclaim commons) ή δημιουργούν και κατασκευάζουν νέα κοινά (inventing commons). Στην ελληνική βιβλιογραφία έως σήμερα η μοναδική απόδοση του όρου «commoners» έχει γίνει από τον Γ. Άρχοντα στην μετάφραση του βιβλίου «Governing the Commons» της ElinorOstrom (Ostrom 2002), στην οποία χρησιμοποιεί ως μετάφραση των «commoners» τον όρο «οικειοποιητές». Κρίνουμε πως η συγκεκριμένη μετάφραση λειτουργεί αποπροσανατολιστικά και δεν καλύπτει το σύνολο των περιεχομένων των «commoners», καθώς εστιάζει στην πράξη της «οικειοποίησης»[15] μιας δεξαμενής πόρων (poolresource), που σημαίνει ότι εστιάζει στην απόσπαση και στην εδαφική κατοχή και ιδιοποίηση ενός κοινού πόρου, μέσω της αλλαγής των ατόμων που έχουν δικαιώματα ιδιοκτησίας. Εξάλλου, «οικειοποίηση» σημαίνει ότι «κάνω κάτι οικείο –ποιώ οικείο-» το «τοποθετώ εντός του οίκου - της οικίας» (εντός του τόπου αναφοράς και συγκρότησης της οικογένειας –του οίκου του γένους- σύμφωνα με την αρχαιοελληνική σημειολογία της έννοιας[16]), επομένως πρόκειται για μια εσωστρεφή διάσταση που θέτει αποκλεισμούς, περιφράξεις και αποτρέπει την ελεύθερη πρόσβαση στα κοινά. Με αυτόν τον τρόπο τα κοινά θεωρούνται ότι υπάρχουν έξω από τις κοινωνικές και ταξικές σχέσεις και απλώς αλλάζουν οι ιδιοκτήτες τους, συνεπώς το θεσμικό καθεστώς της ιδιοκτησίας δεν αμφισβητείται, παραμένει και αλλάζει απλώς ο ιδιοκτήτης, δηλαδή αντικαθίστανται ο αρχικός ή ο νόμιμος (π.χ. ο ιδιώτης ή το κράτος) από τον οικειοποιητή. Επιπλέον η έννοια της «οικειοποίησης» εμπεριέχει τη σημασία του «σφετερισμού», δηλαδή την «με δόλο» απόσπαση ενός υλικού ή άυλου πόρου ή της κοινωνικής συνεργασίας. Χαρακτηριστικός όρος από την ίδια ρίζα είναι η «αποικιοποίηση» δηλαδή ο σφετερισμός των κοινών πόρων των ιθαγενών πληθυσμών από τους «άποικους». Σύμφωνα με τις μαρξιστικές αναλύσεις ο πραγματικός «σφετεριστής» και «απαλλοτριωτής» των κοινών είναι το κεφάλαιο που μέσα από τις διαδικασίες της μονιμότητας της πρωταρχικής συσσώρευσης περιφράσσει, ιδιωτικοποιεί και εμπορευματοποιεί τα κοινά, αναπαράγοντας διαρκώς τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας. Επομένως, πιο σωστή απόδοση της κίνησης των «commoners» απέναντι στα ιδιωτικοποιημένα ή κρατικοποιημένα κοινά θα ήταν η έννοια της «αποπερίφραξης» - «ανάκτησης» (reclaim), δηλαδή της καταστροφής των περιορισμών πρόσβασης και της εμπορευματικής χρήσης και μέσω των σχέσεων δημιουργίας κοινών (commoning) της ένωσης των παραγωγών με τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής. Εξάλλου εάν ο απαλλοτριωτής είναι το κεφάλαιο τότε σύμφωνα με τον Marx το αντίθετο της «απαλλοτρίωσης» δεν είναι η «οικειοποίηση» ούτε η «από-απαλλοτρίωση» αλλά η «πραγμάτωση» (realisation - verwirklichung), δηλαδή ο μετασχηματισμός των μέσων παραγωγής σε μέσα χειραφέτησης. Επομένως οι έννοιες των «οικειοποιητών» και της «οικειοποίησης», πρώτον αγνοούν την ύπαρξη νέων κοινών δηλαδή οι «commoners» πέρα από το να αποπεριφράσσουν - ανακτούν ένα υφιστάμενο απαλλοτριωμένο από την αγορά ή το κεφάλαιο κοινό, έχουν την ικανότητα να δημιουργούν, να επινοούν και να κατασκευάζουν νέα κοινά, τα οποία ενδέχεται στη συνέχεια ανάλογα με την έκβαση των κοινωνικών ταξικών ανταγωνισμών να τα «οικειοποιηθεί» (και εδώ είναι αρκετά ακριβής η έννοια της «οικειοποίησης») περιφράσσοντάς το κεφάλαιο. Και δεύτερον και κυριότερο ο όρος «οικειοποιητές» δεν εμπεριέχει τον πλούτο των συλλογικών κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των ατόμων, των «commoners» που από κοινού αποπεριφράσσουν ανακτούν ή δημιουργούν νέα κοινά, δηλαδή την σχέση των χειραφετητικών σχέσεων τού «commoning». Επομένως, επειδή δεν υπάρχει στα ελληνικά ακριβής ορολογία για τις έννοιας «commoner», «commoners τον κρατάμε στην πρωτότυπη έκφρασή του στα αγγλικά.

Enclosure/Enclosures/NewEnclosures: Περίφραξη/ Περιφράξεις/ Νέες Περιφράξεις. Η καταγωγή των όρων «enclosure» - «enclosures» βρίσκεται στον όρο «inclosure» της αγγλικής γλώσσας του ύστερου μεσαίωνα (15ο αιώνας), ο οποίος προέρχεται από τους όρους «enclos» και «enclore» της μεσαιωνικής αγγλονορμανδικής και αρχαϊκής γαλλικής γλώσσας, οι οποίοι σήμαιναν «εγκλεισμός» ή «φυλάκιση» και βασίζονται στον λατινικό όρο «inclūdere», απαρέμφατο του «inclūdō», από τα συνθετικά «in-» (προερχόμενο από το αρχαιοελληνικό «ἐν») και «claudō» ή «clavis», δάνεια λέξη από το αρχαιοελληνικό «κληΐς». Επομένως, ο όρος enclosure έχει διπλό χαρακτήρα. Σημαίνει αφενός περίφραξη, δηλαδή απαγόρευση πρόσβασης, αλλά παράλληλα, όπως δείξαμε, η ετυμολογική ρίζα του enclosure κρύβει μέσα της και την έννοια του «εγκλεισμού», που σημαίνει τη διαδικασία περιχαράκωσης είτε αυτοβούλως είτε με την επίδραση εξωτερικών παραγόντων. Αυτή η δεύτερη κρυμμένη σημασία είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την κατανόηση των «αντικοινών» (anticommons). Σήμερα, στην αγγλική βιβλιογραφία ο όρος «enclosure» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία μετασχηματισμού σε ιδιοκτησία ατομική, κρατική ή συλλογική ενός κοινού πόρου ή της κοινωνικής συνεργασίας. Η έννοια των περιφράξεων έχει την αφετηρία της στις διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης του ύστερου μεσαίωνα, κατά την ανάδυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και τον διαχωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής, αναπαραγωγής, διαβίωσης και επικοινωνίας μέσω των περιφράξεων των κοινών γαιών. Ωστόσο, αρκετοί μελετητές, κυρίως από την σκοπιά του αυτόνομου μαρξισμού, διαπιστώνοντας τη μονιμότητα της πρωταρχικής συσσώρευσης μέσω του διαρκή και συστατικού χαρακτήρα του διαχωρισμού των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής και αναπαραγωγής, αντιμετωπίζουν τις περιφράξεις ως μια διαρκή διαδικασία, η έκβαση της οποίας κρίνεται από τους κοινωνικούς και ταξικούς ανταγωνισμούς. Οι αυτόνομοι μαρξιστές, μελετώντας τα νέα πεδία και σφαίρες επέκτασης του κεφαλαίου με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, ιδίως από τη δεκαετία του ‘70 και μετά, αναγνωρίζουν πέρα από τις κλασσικές περιφράξεις και τις αποκαλούμενες «νέες περιφράξεις» τόσο στην άυλη σφαίρα (περιφράξεις σε πολιτισμικά κοινά, internet, λογισμικό, ηλεκτρομαγνητικό φάσμα, χρηματοπιστωτικό σύστημα, χρέος), όσο και στις περιφράξεις γης ιθαγενών πληθυσμών, στον έλεγχο των γονίδιων (γενετική ιατρική, βιοτεχνολογία), στην έμφυλη καταπίεση (humantrafficking) κ.α..

Anticommons: Αντικοινά. Ο όρος «αντικοινά» (anticommons) αναφέρεται κυρίως στις νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις και τίθεται σε αντιδιαστολή με τα «κοινά» (commons). Στα «αντικοινά», πολλαπλοί ιδιοκτήτες κατέχουν αποκλειστικά δικαιώματα χρήσης και ταυτόχρονα κατέχουν δικαιώματα αποκλεισμούάλλων ατόμων ή χρηστών από τη χρήση των πόρων, π.χ. στις περιφραγμένες κοινότητες (gatedcommunities) οι κάτοικοί τους (συνήθως από υψηλά οικονομικά στρωματά) αποκλείουν άλλα άτομα (others) από την πρόσβαση στον περιφραγμένο χώρο. Το σύμπτωμα των «αντικοινών» ελλοχεύει ως πιθανός κίνδυνος και στις χειραφετητικές κοινότητες των «commoners». Ο κίνδυνος είναι ορατός όταν οι «commoners» εξαιρούν άλλους από το κοινωνικό τους περιβάλλον και χτίζουν οάσεις, οχυρά ή θύλακες «ελευθερίας», στις οποίες αποκλείουν την πρόσβαση σε μη μέλη και ταυτόχρονα και οι ίδιοι αυτοεγκλωβίζονται εντός του ιδιότυπου «ασύλου» του «θύλακα-κομμούνας» και αποκόπτονται από την εξωτερική κοινωνική πραγματικότητα. Επομένως, τα «αντικοινά» σχετίζονται άμεσα με τον διπλό χαρακτήρα του όρου «enclosure», την «περίφραξη» και τον «εγκλεισμό».

  1. Common/Commons: Κοινό/ Κοινά. Ετυμολογική επεξήγηση της έννοιας στο γλωσσάρι.
  2. Commoners: Ετυμολογική επεξήγηση της έννοιας στο γλωσσάρι.
  3. Enclosure/Enclosures/NewEnclosures: Περίφραξη/ Περιφράξεις/ Νέες Περιφράξεις. Ετυμολογική επεξήγηση της έννοιας στο γλωσσάρι.
  4. Anticommons: Αντικοινά. Ετυμολογική επεξήγηση της έννοιας στο γλωσσάρι.
  5. Ο Marx ισχυρίζεται ότι «η λεηλασία των εκκλησιαστικών κτημάτων, η καταχρηστική εκποίηση των κρατικών γαιών, η κλοπή της κοινοτικής ιδιοκτησίας, η σφετεριστική μετατροπή της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και της ιδιοκτησίας των κλαν σε σύγχρονη ατομική ιδιοκτησία, μετατροπή που έγινε με την πιο ανελέητη τρομοκρατία, όλα αυτά ήταν ισάριθμες ειδυλλιακές μέθοδοι της πρωταρχικής συσσώρευσης» (Μαρξ 1867: 757)
  6. O Marx ορίζοντας το κεφάλαιο ως ταξική σχέση ισχυρίζεται ότι η διαδικασία των περιφράξεων και της πρωταρχικής συσσώρευσης ήταν απαραίτητη για την ανάδυση του καπιταλισμού. Στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου στο 24ο κεφάλαιο, στο «μυστικό της πρωταρχικής συσσώρευσης» διαπιστώνει ότι : «όπως τα μέσα παραγωγής και τα μέσα συντήρησης, έτσι και το χρήμα και το εμπόρευμα δεν είναι καθόλου εξαρχής κεφάλαιο. Χρειάζεται να μετατραπούν σε κεφάλαιο. Η μετατροπή όμως αυτή μπορεί να συντελεστεί μονάχα κάτω από ορισμένους όρους, που συνοψίζονται στα παρακάτω: πρέπει ν’ αντικριστούν και να έρθουν σε επαφή δύο λογιών, πολύ διαφορετικοί ο ένας από τον άλλο, κάτοχοι εμπορευμάτων: από τη μια μεριά, κάτοχοι χρήματος, μέσων παραγωγής και μέσων συντήρησης, που σκοπός τους είναι να αξιοποιήσουν το ποσό αξίας που κατέχουν αγοράζοντας ξένη εργατική δύναμη. Από την άλλη, ελεύθεροι εργάτες, πωλητές της δικής τους εργατικής δύναμης κι επομένως πωλητές εργασίας» (Marx 1867:739).
  7. Η βασικότερη αμφισβήτηση της κυρίαρχης ερμηνείας της πρωταρχικής συσσώρευσης έγινε από την Luxembourg στο βιβλίο της «Η συσσώρευση του Κεφαλαίου» (1913), στο οποίο παρουσίασε μια διαφοροποιημένη ερμηνεία της πρωταρχικής συσσώρευσης, καθώς υποστήριξε ότι οι διαδικασίες πρωταρχικής συσσώρευσης έχουν διαρκή χαρακτήρα.
  8. Η ερμηνεία αυτή σκόπιμα ισχυροποιήθηκε από τον Lenin στη μελέτη του «Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία» (1899), στην οποία επιχειρηματολογούσε ότι η εξαφάνιση των αγροτών και η απαλλοτρίωσή τους μαζί με εκείνη των κοινοτήτων τους ήταν οι συνθήκες για τη δημιουργία της καπιταλιστικής αγοράς στην Ρωσία. Ο Lenin, με βάση τη θεωρία των σταδίων του ιστορικού υλισμού, είδε αυτή τη διαδικασία ως αναπόφευκτη και τελικά θετική για τη μετάβαση από το στάδιο της φεουδαρχίας στο στάδιο του καπιταλισμού, καθώς κατ’αυτόν τον τρόπο ερχόταν πιο κοντά τα επόμενα στάδια της δικτατορίας του προλεταριάτου και του κομμουνισμού (De Angelis 2001).
  9. Τον όρο «Νέες Περιφράξεις» τον εισήγαγε η συλλογικότητα Midnight Notes Collective στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. «Σήμερα, για άλλη μια φορά, οι περιφράξεις αποτελούν τον κοινό παρονομαστή της προλεταριακής εμπειρίας σε όλο τον κόσμο. Στη μεγαλύτερη διασπορά, σε κάθε χώρα, σε κάθε ήπειρο εκατομμύρια ανθρώπων ξεριζώνονται από τη γη τους, τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, μέσω πολέμων, πείνας, ασθενειών και των Προγραμμάτων Δομικής Αναπροσαρμογής του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικού Ταμείου) και διασπείρονται στις γωνιές του πλανήτη (…) Η “κρίση χρέους”, οι “άστεγοι” και η “κατάρρευση του σοσιαλισμού”, που συχνά αντιμετωπίζονται ως διαφορετικά φαινόμενα, (…) για εμάς αποτελούν διαφορετικά ονόματα της ίδιας όμως ενιαίας διαδικασίας: των νέων περιφράξεων» (Midnight Notes Collective, 1990).
  10. Εξάλλου και ο Marx στις θεωρίες της υπεραξίας είναι αρκετά ακριβής, γράφοντας ότι η συσσώρευση «“αναπαράγει “τον διαχωρισμό και την ανεξάρτητη ύπαρξη του υλικού πλούτου ενάντια στην εργασία σε μια διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα” (Marx 1971: 315.), και συνεπώς απλώς παρουσιάζεται ως μια συνεχής διαδικασία αυτό που στην πρωταρχική συσσώρευση εμφανίζεται ως μια διακριτή ιστορική διαδικασία (Marx 1971: 271; 311-2). Ξανά στα Grundrisse δηλώνει : “από τη στιγμή που είναι δεδομένος ο διαχωρισμός, η παραγωγική διαδικασία μπορεί μόνο να τον παράξει εκ νέου, να τον αναπαράξει σε μια διευρυμένη κλίμακα” (Marx 1858: 462)» (De Angelis 2001).
  11. Οι Midnight Notes Collective and Friends στο άρθρο τους «Υποσχετικές Επιστολές: από την Κρίση στα Κοινά» επισημαίνουν ότι «οι κρίσεις δεν βρίσκονται τελείως έξω από τον ανθρώπινο έλεγχο: μπορούμε να τις προκαλέσουμε στρατηγικά, να τις επιταχύνουμε, να τις αναβάλουμε ή να τις βαθύνουμε. (…) Αν και πρόκειται για επικίνδυνο εγχείρημα, οι κρίσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ευκαιρίες ώστε να χτυπηθούν οι ταξικές συγκρούσεις για να παραμείνει ζωντανό το σύστημα. (…) Ο προηγούμενος αιώνας έδειξε επίσης τη σημασία των ταξικών αγώνων στη διαμόρφωση των κρίσεων, μιας και οι εργάτες (μισθωτοί και άμισθοι, δούλοι και ελεύθεροι, της υπαίθρου και των πόλεων) μπόρεσαν ιστορικά να επισπεύσουν τις κρίσεις του καπιταλισμού, εντείνοντας τις δομικές αντιφάσεις και ανισορροπίες του συστήματος μέχρι τα άκρα. Η δυνατότητα αυτή μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την επαναστατική προοπτική της εργατικής τάξης: αν αυτή δε μπορεί να θέσει τον καπιταλισμό σε κρίση, πώς θα μπορέσει να καταστρέψει τον καπιταλισμό σε μια επαναστατική κατεύθυνση; (…) Ο όρος “κρίση” αντλεί το νόημα του από την προέλευση του από την ιατρική: “ένα σημείο στην εξέλιξη μιας νόσου από όπου ο ασθενής είτε οδεύει προς το θάνατο, είτε επιστρέφει σε μια υγιή κατάσταση”. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασθενής είναι η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Marx και οι σύντροφοί του ατένιζαν τον ερχομό της κρίσης με μεγάλο ενθουσιασμό, ακόμη και με χαιρεκακία, εφόσον σηματοδοτούσε γι’ αυτούς το ενδεχόμενο μιας επανάστασης. Ήταν πεπεισμένοι ότι οι ολοένα και βαθύτερες κρίσεις του συστήματος σύντομα θα σήμαναν το τέλος του και την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών» (Midnight Notes Collective and Friends 2009).
  12. Πέρα όμως από την διαπίστωση ότι οι νέες περιφράξεις διαρκώς επεκτείνονται και καταλαμβάνουν νέα πεδία, η Federici αναγνωρίζει ότι η μελέτη των νέων περιφράξεων, επιπλέον, αποκαλύπτει και δύο νέα δεδομένα: από τη μια αποκαλύπτει ένα κρυμμένο κοινωνικό πλούτο και από την άλλη αναδεικνύει ότι η κοινωνική συνεργασία δημιουργεί διαρκώς νέες σφαίρες κοινών. «Οι “νέες περιφράξεις” έχουν επίσης κάνει ορατό έναν κόσμο κοινοτικών–κομμουναλιστικών (communal) ιδιοτήτων και σχέσεων, που πολλοί πίστεψαν ότι έχει αφανιστεί ή ότι δεν του έχει δοθεί αξία μέχρι τη στιγμή που απειλήθηκε με ιδιωτικοποίηση. Κατά ειρωνικό τρόπο, οι νέες περιφράξεις έχουν αποδείξει ότι όχι μόνο τα κοινά δεν έχουν εξαφανιστεί, αλλά επίσης ότι νέες μορφές κοινωνικής συνεργασίας διαρκώς παράγονται, και μάλιστα σε περιοχές της ζωής στις οποίες δεν υπήρχαν, όπως π.χ. στο internet» (Federici 2011).
  13. Σύμφωνα με τη θεωρία της «τραγωδίας των κοινών» του βιολόγου G. Hardin (Hardin 1968), η ελεύθερη πρόσβαση σε πόρους οι οποίοι δεν υπόκεινται σε καθεστώς ιδιοκτησίας ωθεί τους ενδιαφερόμενους χρήστες να συμπεριφέρονται εγωιστικά, σαν «ελεύθεροι καβαλάρηδες» (free ride) και να υπερ-χρησιμοποιούν τους πόρους σε σημείο που να τους καταστρέφουν.
  14. Σύμφωνα με το «θεώρημα» του Coase, μόνο όταν αποδοθούν ιδιωτικά δικαιώματα ιδιοκτησίας σε κοινής ιδιοκτησίας πόρους, μπορεί να αναπτυχθεί η αγορά, και τότε οι ιδιοκτήτες μπορούν να διαπραγματευτούν μεταξύ τους για τα ενδεχόμενα περιβαλλοντικά προβλήματα (Coase 1988).
  15. Η έννοια της «οικειοποίησης» στα αγγλικά αποδίδεται με τις έννοιες «appropriate» ή «usurp» ή «arrogate» ή «commandeer» ή «misappropriate», ενώ όταν οι μαρξιστές μελετητές αναφέρονται στην πράξη της δημιουργίας των κοινών χρησιμοποιούν τον όρο του «commoning», ο οποίος όπως εξήγησαμε μπορεί να αποδοθεί ως «σχέσεις που δημιουργούν κοινά», ή του «reclaim» που αποδίδεται ως «ανάκτηση» και όχι ως «επαναοικιοποίηση» όπως λανθασμένα έχει αποδοθεί στα ελληνικά.
  16. Στα αρχαία ελληνικά σε αντιδιαστολή με την εσωστρεφή «οικογενειακή κοινότητα» που έχει ως βάση τον «οίκο» - την «οικία» και της αντιστοιχεί επομένως η έννοια της «οικειοποίησης», υπάρχει η έννοια του «δήμου» (ο οποίος τόσο ως έννοια όσο και ως διοικητική διαίρεση σε γλώσσες με λατινική καταγωγή αντιστοιχεί στους όρους Commune - Γαλλικά, Comune - Ιταλικά, Komune - Γερμανικά), του «δημόσιου» και της «δημοσιοποίησης» ως η κοινωνική εξωστρεφή διαδικασία συγκρότησης του κοινωνικού συνόλου.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης