Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

H Ζήλεια: Η Καρδιά Έχει Λόγους που Πρέπει να Καταλάβει ο Λόγος

Isaac Cronin

H Ζήλεια

Η Καρδιά Έχει Λόγους που Πρέπει να Καταλάβει ο Λόγος

(1977)

1

Η σύγχρονη κοινωνία επιταχύνει την παρακμή της ενθαρρύνοντας την ανακάλυψη και δημοσίευση προβλημάτων που δεν μπορεί να λύσει αλλά μόνο να επιδεινώσει με διάφορους τρόπους. Αυτό αποτελεί ήδη μια κοινοτοπία στο πεδίο της τεχνολογικής ανάπτυξης, όπου οι επιστήμονες είναι σε θέση να μετράνε με αυξανόμενη ακρίβεια πόση βλάβη προκάλεσε στο περιβάλλον η τελευταία τους αντιρρυπαντική διορθωτική μέθοδος.

2

Στο πεδίο των προσωπικών σχέσεων, το θέαμα εξαλείφει αρχαϊκούς θεσμούς, αξίες και ρόλους με ένα ξέφρενο αντανακλαστικό μεταρρύθμισης, αναγκάζοντας τα άτομα να έρθουν αντιμέτωπα με προβλήματα πριν τους παράσχει τα μέσα για την επίλυση των νέων αναδυόμενων αντιφάσεων που βιώνονται ως η αναπόφευκτη πίκρα, ματαίωση, ταπείνωση, πλήξη και φρίκη της ατομικής εμπειρίας. Με την απόρριψη του παλιού φλοιού της πυρηνικής οικογένειας, την επίθεση στην ανδρική κυριαρχία, την κριτική στις υπερβολές του ζευγαριού, την ενθάρρυνση της έκφρασης της “ατομικής” επιθυμίας δημιουργείται ένα αυξανόμενο πλήθος καταστάσεων που προκαλούν τη ζήλεια και, επομένως, την καθιστούν μια από τις πιο επιδημικές μορφές της σύγχρονης κοινωνικής ασθένειας.

3

Για το σημερινό άτομο, η ζήλεια είναι συχνά μια πηγή αμηχανίας που δείχνει τον παρωχημένο, παλιομοδίτικο χαρακτήρα του, τον οποίο θα ήθελε να κρύψει όσο είναι δυνατό ή τουλάχιστον έως ότου μπορέσει να αναπτύξει μια φαινομενική απάθεια. Αλλά η ζήλεια δεν είναι μια ασθένεια καθαυτή. Απλώς οι οργανωτές της επιθυμίας (κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι και άλλοι ιδεολόγοι των προσωπικών σχέσεων) θα ήθελαν να εμφανίζεται η ζήλεια με αυτόν τον τρόπο, ως ένα αυτόνομο πρόβλημα που μπορεί να οριστεί με τη γλώσσα αυτής της κοινωνίας – δηλαδή ως ένα πρόβλημα που μπορεί να επιλυθεί μέσω μιας μεταρρύθμισης. Αυτό θα σήμαινε τη συνέχεια της λογικής του κοινωνικού πειραματισμού της τελευταίας δεκαετίας, η οποία θεώρησε τη σεμνοτυφία και τη μονογαμία ως τα σεξουαλικά προβλήματα και την ελευθεριότητα ως τη θεραπεία, και η οποία θεωρεί ένα είδος θεσμοποιημένης laissez-faire ή απελευθερωμένης συμπεριφοράς ως λύση για τη ζήλεια. (Η εναλλακτική επιλογή του Φουριέ απέναντι στη ζήλεια – η αύξηση της διαθεσιμότητας των συντρόφων που θα οδηγήσει στο ξεπέρασμα της κτητικότητας – υποθέτει ότι η υλική βάση της ζήλειας είναι η σπάνη. Διαιωνίζει την ποσοτική λογική του θεάματος, ενώ ταυτόχρονα υποβαθμίζει τη συγκεκριμένη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στη σεξουαλική αθλιότητα και το κοινωνικό ζήτημα). Η ζήλεια δεν είναι ασθένεια· είναι ένα σύμπτωμα μιας ποιοτικής απουσίας, η ποιοτική απουσία, η απουσία ατόμων ικανών να κατασκευάσουν συνειδητά την καθημερινή τους ζωή χωρίς την κυριαρχία μιας εξωτερικής εξουσίας.

4

Όταν το άτομο ζηλεύει έντονα, αναγκάζεται να παραδεχτεί ότι εξαρτάται από κάποιον άλλον[*] για την επιβεβαίωση της ατομικότητάς του. Με άλλα λόγια, παραδέχεται ότι η ατομικότητά του ανήκει σε κάποιον άλλον. Αυτή ακριβώς κατέχεται, αυτή προκαλεί την κτητικότητα: όσο περισσότερο συνειδητοποιεί κάποιος ότι ο άλλος είναι υπεύθυνος για την “ατομικότητά” του, τόσο πιο απαραίτητο γίνεται αυτό το πρόσωπο. Με τη ζήλεια, ο άλλος δεν καθίσταται αντικείμενο αλλά μάλλον η εικόνα ενός υποκειμένου, το αναγκαίο συμπλήρωμα της “υποκειμενικότητας” εκείνου που ζηλεύει. Η ζήλεια είναι η πραγμάτωση του θεάματος του έρωτα, όπου οι κοινωνικές σχέσεις κυριαρχούνται πλήρως από εικόνες. Προβάλλει κανείς στο νέο “ευτυχισμένο” ζευγάρι μια εικόνα ευχαρίστησης που είναι καθολική, όπως ακριβώς διατηρούσε ή προσπαθούσε να διατηρήσει στην πρώτη του σχέση μια κατάσταση όπου δεν αντιλαμβανόταν ποτέ με σαφήνεια και δεν επεξεργαζόταν τα εμπόδια στην ανάπτυξή της. Η εμφάνιση ενός τρίτου προσώπου μετατρέπει την καταπίεση της αρχικής καταπίεσης – που αποτελούσε μέρος του αόρατου τσιμέντου της πρώτης σχέσης – σε ενεργή ενασχόληση. Καθώς προσωποποιεί την εικόνα της ευτυχίας του έρωτά του στο τρίτο πρόσωπο, το άτομο γίνεται απλώς πιο δυστυχισμένο χωρίς να παρέχει κάποια πρακτική εναλλακτική λύση στη δυστυχία του. Όσο πιο δυστυχισμένο γίνεται, τόσο πιο βέβαιη μοιάζει η απόλαυση που αποδίδεται στο νέο ζευγάρι και αντιστρόφως. Αυτός ο φαύλος κύκλος πρέπει να σπάσει, αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει ότι η ζήλεια γίνεται κατανοητή ως αναγκαία συνέπεια της προφύλαξης των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων και, επομένως, απαιτεί από το άτομο να επιτεθεί στη βάση της ανεπάρκειάς του σε μια στιγμή όπου νιώθει εξαιρετικά ανεπαρκές.

5

Μέχρι τις 9:15 το πλάσμα με το οποίο έζησες τόσο καιρό ήταν προικισμένο με απαράμιλλα γνωρίσματα και ηθικά προτερήματα. Όπως έλεγες, ήταν η ενσάρκωση ενός ιδεώδους, σαν ένας άγγελος που κατέβηκε από τον ουρανό με την αποστολή να σου κρατήσει συντροφιά και να δώσει αξία στην επίγεια ύπαρξή σου. Στις 9:20 διαπίστωσες ότι αυτό το μοναδικό πλάσμα, αυτή η εξαιρετική τελειότητα των τελειοτήτων κοιμήθηκε με κάποιον άλλον – χθες ή την προηγούμενη εβδομάδα ή τον προηγούμενο μήνα ή πριν από έξι μήνες. Στις 9:25 – χρειάστηκες πέντε λεπτά για να ξανασκεφτείς τα πράγματα – αυτή η τελειότητα των τελειοτήτων μεταμορφώθηκε στο πιο αποκρουστικό τέρας που είδε ποτέ ο κόσμος. Η παρουσία της έγινε ξαφνικά απολύτως απεχθής και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να εγκαταλείψεις για πάντα τον τόπο όπου μοιράστηκες τόση χαρά αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, και τόσο πόνο.

Εμίλ Αρμάν, Η Σεξουαλική Επανάσταση και η Ερωτική Συντροφικότητα (1934)

Όπως και στην ψυχανάλυση, το άτομο που ζηλεύει νιώθει απογυμνωμένο. Η δυστυχία του είναι δημόσια, αντικειμενική και το καθιστά ευάλωτο. Αν αποδεχτεί αυτή τη θέση αδυναμίας θα συνεχίσει μάλλον να υποκειμενοποιεί τη δυστυχία του, να την αντιλαμβάνεται μονάχα ως δική του ανεπάρκεια, ως δικό του πρόβλημα. Πιθανότατα θα την επιδεικνύει, θα την αιτιολογεί με φυσικούς, βιολογικούς ή ψυχο-ντετερμινιστικούς όρους· θα την εξιδανικεύσει σε ένα όργιο εργασίας ή θα συντρίψει τον εαυτό του σε ένα ξέσπασμα αυτοάρνησης. Η μόνη δυνατή διέξοδος από τη δυστυχία που το έχει καταβάλει είναι η παρηγοριά, η οποία επιζητείται κυρίως από τον εραστή. Το ενδιάμεσο πρόσωπο του τριγώνου, με τη σειρά του, εκδηλώνει συχνά μια ορισμένη συμπάθεια για την οδύνη αυτού που ζηλεύει, καθώς σέβεται την “ανθρώπινη φύση” του μολονότι λυπάται για τις δυσάρεστες επιπτώσεις των χειρισμών και των μελοδραματισμών της δυστυχίας του. Αυτή η συνέργεια παραμένει πιστή στη μορφή-ζευγάρι, μολονότι εκδηλώνεται στο τέλος ενός συγκεκριμένου ζευγαριού, διότι σέβεται τους παραδοσιακούς κανόνες του έρωτα (“καταλαβαίνω, δε χρειάζεται να εξηγείς τα πάντα”) που ενθαρρύνουν την κοινοποίηση της δυστυχίας. Ένα από τα πρώτα στοιχεία αυτού του “έρωτα” που πρέπει να υποστεί κριτική είναι ο συνεχώς επαναλαμβανόμενος κύκλος της “ανεξιχνίαστης” ευτυχίας και απελπισίας, όπου καθένα από αυτά τα στάδια βιώνεται και γίνεται τυφλά αποδεκτό ως αναπόφευκτο. Όπως συμβαίνει με πολλές μορφές εμπορευματοποιημένης δραστηριότητας, κάθε περίοδος έντονης δραστηριότητας ακολουθείται από μια διάλυση αυτής της διευθέτησης, η οποία είναι συχνά απροσδόκητη ή ανεξήγητη. Η δυστυχία προκαλεί μια καινούρια αναζήτηση με το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Με αυτό το πρότυπο η κοινωνία επιβάλλει τρομοκρατικά την άθλια αντίληψή της για τις κοινωνικές σχέσεις, χρησιμοποιώντας την απειλή της απομόνωσης όταν η άνεση της ιδιωτικοποιημένης σχέσης αποδεικνύεται ανεπαρκής για να εξουδετερώσει τη δυσαρέσκεια των ατόμων.

6

Η “παράνοια” του ζηλότυπου εραστή – με την οποία απεικονίζει τον κόσμο που τον περιβάλλει κατά τρόπο ώστε όλα τα πράγματα να του μιλάνε για την ευτυχία του νέου ζευγαριού και για τη δική του δυστυχία – δεν αποτελεί μια ανορθολογική απάντηση στον άθλιο κόσμο του εμπορεύματος που, πράγματι, του “την έχει στημένη” για να τον αρπάξει και να τον χρησιμοποιήσει. Η ανεπάρκεια της “παράνοιας” του ζηλότυπου εραστή δεν προκύπτει από το γεγονός ότι είναι υπερβολικά ακραία αλλά επειδή, αντί να φωτίσει την κοινωνική διάσταση της θλίψης του (που θα σήμαινε, πρώτα απ’ όλα, την αντικειμενική εξέταση της δεύτερης σχέσης από την οποία αποκλείεται) τον αφοπλίζει, στο βαθμό που αντιλαμβάνεται έναν κόσμο εχθρικό μόνο απέναντι στον ίδιο.

7

Υπάρχουν άτομα που μπορούν να συνεχίζουν χωρίς να κυριαρχούνται από τη ζήλεια, που δε νιώθουν κάποια αίσθηση απώλειας ή δυσφορίας όταν ο εραστής τους συνάπτει σχέση με ένα άλλο πρόσωπο. Για ορισμένα εύπορα στρώματα το ζήτημα είναι απλώς η κατοχή αρκετών χρημάτων ώστε να διατηρούν μια επαρκή γεωγραφική απόσταση μεταξύ των καταστάσεων. Κάποιοι καταλήγουν σε μια τέτοια στάση λόγω σκληρότητας ή κυνισμού. Οι προφανέστεροι υποστηρικτές της επίθεσης στη ζήλεια είναι ειδικοί των προσωπικών σχέσεων, συχνά εξοπλισμένοι με μια βασική κριτική του αυταρχισμού, οι οποίοι θεωρούν ως έσχατο μέτρο του ατόμου την ικανότητά του να επεξεργάζεται “ανθρώπινες” αλληλεπιδράσεις σε μια άρρωστη κοινωνία. Είναι εξίσου ντετερμινιστές στην αντίληψή τους για το ρόλο της προσωπικής ιστορίας του ατόμου όσο και κάθε Φροϋδιανός, αλλά υποκαθιστούν μια εικόνα του ανθρώπου ως εγγενώς καλού εκεί όπου η παραδοσιακή ψυχανάλυση βλέπει μια πιο διφορούμενη φύση. Η εξάλειψη κάθε περιορισμού θεωρείται ριζοσπαστική καθαυτή διότι φέρνει το άτομο πιο κοντά στον κρυμμένο αυθεντικό εαυτό του. Η συνέργεια του ατόμου με τις κυρίαρχες αξίες υποβιβάζεται στο ελάχιστο (“Πιστεύω ότι δεν ευθύνομαι ποτέ εγώ για τα ζηλότυπα αισθήματά μου. Εκδηλώνονται αυθόρμητα όταν οι ενέργειες του συντρόφου μου συνδυάζονται με τη δική μου επώδυνη εμπειρία του παρελθόντος· τίποτα από αυτά δεν ελέγχεται από μένα τώρα και κανένας δεν ευθύνεται” –Σάρα Γουίντερ, Ζητήματα Ριζοσπαστικής Θεραπείας, Φθινόπωρο 1975), καθώς η αναγνώριση αυτής της συνέργειας θα κατέστρεφε την υποστηρικτική κοινοτική ατμόσφαιρα που αποτελεί το φαντασιακό αντίδοτο στις πιέσεις του αστικού ατομικισμού. Τυφλωμένα από τα θετικά κατορθώματα της “απελευθέρωσης”, τα άτομα γίνονται ανυποψίαστοι διαφημιστές του θεάματος που ενσωματώνει τα κατορθώματά τους ως απόδειξη της δικής του έλλειψης ακαμψίας.

8

Ο επαναστάτης δεν ξεφεύγει από την αγωνία της ζήλειας και της απόρριψης. Αντιθέτως, βιώνει μια ακόμα μεγαλύτερη υποκειμενική απώλεια, διότι γι’ αυτόν ο έρωτας παρείχε τη φαινομενικότητα της συμφιλίωσης μεταξύ εξέγερσης και καθημερινής ζωής. Καθώς “η αληθινή απόλαυση είναι απαγορευμένη”, επαναστατούμε όταν την βιώνουμε. Όλοι θα ήθελαν να μάθουν το μυστικό μας. Κι εμείς το ίδιο! Η ερωτική συνεύρεση είναι η πρακτική, η συνέπεια της θεωρίας μας. Αλλά ποια είναι η θεωρία μας; Το οικείο συναίσθημα ότι τα πάντα μοιάζουν δυνατά όταν κάποιος είναι ερωτευμένος αντιστρέφεται. Τίποτα δεν είναι δυνατό. Το άτομο θέλει να απομακρυνθεί από τον κόσμο, να τα παρατήσει, διότι όλα του θυμίζουν την αποτυχία του να μετασχηματίσει τον εαυτό του και την κοινωνία. Υποκειμενοποιεί τον κόσμο, μολονότι νιώθει ότι δεν είναι πια δικός του. Τα μαγεμένα μέρη γίνονται απαίσια τώρα. Η ιστορία υπάρχει ακόμα αλλά μοιάζει άνευ σημασίας αν δε λυτρώσει τη χαμένη του αγάπη είτε κάνοντας το άλλο πρόσωπο να αντιληφθεί το λάθος του είτε υποβιβάζοντάς το στην ανοησία. Η ιστορία γίνεται η δικαιολόγηση της αποτυχίας, ενώ πριν έμοιαζε με έναν παλιό φίλο που έφερνε μεγαλύτερη οικειότητα και βάθος στην ερωτική σχέση. Αν ο επαναστάτης παραιτηθεί σε αυτή την απώλεια, η ίδια η έννοια της πρακτικής κριτικής υπονομεύεται διότι μια ουσιώδης καθολική στιγμή της καθημερινής ζωής ξεφεύγει από την κυριαρχία του ατόμου και της θεωρίας του. (Η ίδια η θεωρία μετατρέπεται σε φάρσα εφόσον κάποιος μπορεί να “καταλάβει” μια αλλοτριωμένη πλευρά του έρωτα αλλά συμπεριφέρεται σαν να μην υπήρχε αυτή η κατανόηση.) Η αντεπανάσταση της καθημερινής ζωής μπορεί ακόμα να συγκαταλέγει τον έρωτα στους ισχυρότερους συμμάχους της.

9

Η ελπίδα οδηγεί πάντα στη μυστικιστική προσδοκία μιας εξωτερικής λύσης.

– Ντανιέλ Ντενβέρ

Hελπίδα ότι κάποιος μπορεί πάντα να βρει έναν άλλον εραστή – η οποία αποτελεί μια πιθανή παρηγοριά για το ζηλότυπο άτομο – διαιωνίζει το αρχικό πλαίσιο που προκαλεί τη ζήλεια, καθώς σέβεται τις κυρίαρχες αντιλήψεις του χρόνου και του ατόμου. Η παθητική αποδοχή της “θεραπευτικής δύναμης του χρόνου”, η οποία απορρέει κυρίως από την ικανότητα της κοινωνίας να παράγει τελικά ένα αποδεκτό ισοδύναμο της χαμένης αγάπης, υποβιβάζει την ερωτική ιστορία του ατόμου σε μια σειρά εναλλάξιμων και, επομένως, ουσιαστικά άχρονων σχέσεων. Το άτομο αισθάνεται δικαιολογημένο να καταπνίξει την κριτική συνείδηση της πρακτικής του διότι, εφόσον αποτύγχανε πάντα με τον ίδιο τρόπο, θα τα καταφέρει επίσης πιθανότατα με έναν παρόμοιο τρόπο. Ο έρωτας και η ζήλεια τείνουν να παρουσιάζουν τη μη-υπέρβαση – που δεν είναι παρά η υποταγή του ατόμου στην αντι-ιστορική, αυταρχική λογική του θεαματικού χρόνου – ως αναπόφευκτη ή ακόμα και θεραπευτική. Η ριζοσπαστική κριτική της καθημερινής ζωής δεν αποτελεί εγγύηση της ατομικής επιτυχίας στον έρωτα ούτε θεωρείται ως τέτοια. Δείχνει απλώς, με πιο έντονο και ασυμβίβαστο τρόπο από οποιαδήποτε ιδεολογία, ότι η θετική ανάπτυξη του ατόμου είναι αδιαχώριστη από την αρνητική κίνηση της πρακτικής συνείδησης που επιδιώκει να καταστρέψει κάθε μορφή εξωτερικής εξουσίας.

10

Όταν το άτομο εγκαταλείπεται αντικειμενικά ή νιώθει ότι εγκαταλείπεται από τον εραστή του, το σοκ και η αγωνία που προκύπτουν από αυτήν τη συνειδητοποίηση είναι συχνά δυσανάλογα με την πραγματική απώλεια. Ένας από τους λόγους γι’ αυτό είναι ότι το άτομο απελπίζεται όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για το μέλλον του έρωτα εν γένει. Αυτή η σύνδεση με τη γενικότητα που υπήρξε ανέκαθεν ένα από τα μεγαλύτερα θέλγητρα του έρωτα – οι εραστές είναι ο πιο εύκολα αναγνωρίσιμος υποπληθυσμός στον κόσμο – αποτελεί επίσης μια από τις ισχυρότερες γραμμές υπεράσπισής του. Η ταύτιση με το γενικό αποτελεί ταυτόχρονα αντιστάθμισμα και αφαίρεση της ιδιαίτερης δυστυχίας του ατόμου, η οποία είναι στην πραγματικότητα το μόνο δυνατό συγκεκριμένο σημείο αφετηρίας για μια κριτική της ολότητας. Το γεγονός ότι η γενικότητα είναι ο μοναδικός μεσολαβητής που επενδύεται με τη δύναμη να εκχωρήσει στο άτομο ανθρωπινότητα (η οποία είναι ακριβώς αυτό που του λείπει με επώδυνο τρόπο σε μια τέτοια στιγμή απομόνωσης) το ενθαρρύνει να ελαχιστοποιήσει τη σημασία του περιγράμματος της δικής του δυστυχίας ώστε να συμμορφωθεί με την αποεξατμισμένη εικόνα του πληγωμένου εραστή που παρουσιάζεται από την κυρίαρχη κοινωνία. Η μεταρρύθμιση του έρωτα είναι δυνατή στο βαθμό που δεν τίθεται με σαφήνεια το ζήτημα της δυστυχίας του.

11

Ακόμα κι αν είναι αλήθεια ότι οι άνδρες συχνά γίνονται πιο βίαια ανορθολογικοί επειδή η περηφάνια τούς οδηγεί να νιώσουν μια μεγαλύτερη αίσθηση απώλειας, ενώ οι χειρισμοί των γυναικών παίρνουν πιο διακριτικές, ενσυνείδητες μορφές, αυτό αποτελεί απλώς μια επιβεβαίωση και διαιώνιση των κυρίαρχων τρόπων της ανδρικής και γυναικείας συμπεριφοράς. Για να βρει τα μέσα να επιτεθεί σε οποιοδήποτε κοινωνικό πρόβλημα, το άτομο πρέπει να ξεπεράσει τόσο την παρορμητική και ελλιπώς ενήμερη επιθετικότητα του άνδρα όσο και την αφοπλισμένη ευαισθησία της γυναίκας.

12

Επειδή ακριβώς δεν μπορεί να εξηγήσει με ακρίβεια την αιτία των συναισθημάτων του, ακόμα και ο σοφότερος άνθρωπος είναι φανατικός στο θέμα της μουσικής.

– Σταντάλ, Για τον Έρωτα

Επιμένω ότι η ανορθολογικότητα είναι μια στιγμή του ρεφορμισμού και ότι ο ρεφορμισμός είναι τόσο η πρακτική της προσαρμογής σε αυτόν τον κόσμο όσο και η προσαρμογή αυτού του κόσμου. Είτε παίρνει τη μορφή του ρομαντικού έρωτα, της τρέλας, του χαρακτήρα, του φετίχ της καλλιτεχνικής φαντασίας ή της υπνοβασίας επί εικοσιτέσσερις ώρες την ημέρα, διατηρεί το άτομο σε μια κατάσταση απομονωμένης, υπερ-συνειδητής υποκειμενικότητας που θεωρείται ως αποδεκτός αυτοσκοπός. Αυτή είναι μια συνειδητή επιλογή που γίνεται από το άτομο προκειμένου να αποφύγει να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της δικής του αλλοτρίωσης και την κοινωνία της αλλοτρίωσης της οποίας αποτελεί μέρος.

 

[*] Σε όλα τα σημεία όπου χρησιμοποιείται το αρσενικό γένος εννοείται επίσης η χρήση του θηλυκού.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης