Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Στοχασμοί πάνω στον Tronti

Μου έχουν προτείνει, στους διαδρόμους του συνεδρίου για τον Ιστορικό Υλισμό που διεξήχθη το σαββατοκύριακο, ότι αυτό που διαχωρίζει αυτό που, γενικά μιλώντας, θα λέγαμε αυτόνομο μαρξισμό από άλλες μαρξιστικές προσεγγίσεις είναι η θέση που θέλει την «εργατική τάξη» να είναι ο παράγοντας του μετασχηματισμού που ωθεί το κεφάλαιο σε άμυνα και επιβάλλει την «οικονομική» του εξέλιξη παρά, αντιθέτως, να είναι το κεφάλαιο αυτό που «υπερκαθορίζει» όλα τα υπόλοπια μέσω της επιρροής του. Αυτή η πρόταση επιπλέον συνοδεύεται από τον ισχυρισμό πως μια τέτοια αντίληψη είναι λανθασμένη, αφού το κεφάλαιο έχει «περισσότερη δύναμη». Κατά την άποψή μου, οι αναγνώσεις από μέρος του εργατισμού (operaismo) του 1960 της επιρροής της εργατικής τάξης δε διαψεύστηκαν υπό το φως της επιρροής του κεφαλαίου της δεκαετίας του ’80, απλά προσωρινά οριοθετήθηκαν. Η ταξική πάλη, κατά τρόπο διαδικασίας, έχει τουλάχιστον δύο πρωταγωνιστές, όχι ένα, και η κωμικοτραγική τους πάλη διεξάγεται με σκαμπανευάσματα και για τις δυο πλευρές, με αμφότερες να «σκοράρουν πόντους». Η διαδικασία αυτή της ιστορικής εξέλιξης της πάλης, αυτή η διαδικασία «σκοραρίσματος πόντων» για τον έναν ή τον άλλον, είναι χαρακτηριστική της καπιταλιστικής εξέλιξης. Το πρόβλημα είναι ότι το να αναγνωρίσουμε αυτό δε μας δίνει κάποιο στοιχείο για το πως να πάμε πέρα από το κεφάλαιο και την πολύ συγκεκριμένη μορφή πάλης που σμιλεύει την εξέλιξή του.

 

 

Και είναι σ’αυτό το σημείο, νομίζω, που είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι αυτό που διαχωρίζει τον «αυτόνομο μαρξισμό» στις εργατικές του ρίζες από άλλες μορφές μαρξισμού, είναι μια συγκεκριμένη θεωρητική στάση που εκλαμβάνει τις διαδικασίες που παραδοσιακά κατανοούμε ως «πολιτική» και «οικονομική» ως μία. Η μοναδική της πολιτική μεθοδολογία επιτρέπει να τίθενται διερευνητικά ερωτήματα ως μέρος ενός αιρετικού διερευνητικού προγράμματος, αιρετικού επειδή βλέπει τον κόσμο από μια μεριά, η οποία διαμορφώνεται εντός, ενάντια και πέραν του αξιακού προγράμματος του κεφαλαίου, που συνεπώς έχει απώτερο ορίζοντα το τέλος του καπιταλισμού και την απαρχή της ιστορίας. Είναι, επομένως, ένα βήμα απ’ όπου μάλλον κανείς θέτει ερωτήσεις συνδεδεμένες με τις πορείες της πάλης, παρά διαβάζει τις διαδικασίες που συγκροτούν τον κόσμο μας ως κάτι που έχει ήδη εξηγηθεί εξολοκλήρου από κάποιου είδους μαρξιστική θεωρία. Στη χθεσινή του ομιλία στο συνέδριο Ιστορικού Υλισμού, ο γλυκομίλητος Mario Tronti ξεκίνησε προτείνοντας πως η προβληματική κλειδί για τον εργατισμό το ’60 τέθηκε με την ερώτηση: “πώς να ενωθεί σκέψη και πολιτική πρακτική εντός μιας ταξικής σύνθεσης”; Η ταξική σύνθεση στην οποία αναφέρονταν τότε ήταν ασφαλώς του “μαζικού” εργάτη της αλυσίδας συναρμολόγησης, αυτών που όχι απλά δεν αγαπούσαν τη δουλειά τους, αλλά τη μισούσαν. Αυτών των οποίων την πολιτική υποκειμενικότητα οι εργατιστές αντιλαμβάνονταν με όρους «άρνησης εργασίας». Αυτό που οι εργατιστές παρέλειψαν τότε να συναντιληφθούν ως μέρος της ταξικής σύνθεσης ήταν το πώς οι μαζικοί εργάτες ήταν συνδεδεμένοι με τους βρόχους αναπαραγωγής, την άμισθη εργασία των γυναικών που αναπαράγει εξαντλημένο και αποστεγνωμένο εργατικό δυναμικό, την πολιτική υποκειμενικότητα του γυναικείου κινήματος που ήταν έτοιμο να εκραγεί σε κουζίνες, δρόμους και λαϊκές συνελεύσεις και συνέβαλε στην κρίση του φορντικού τρόπου αναπαραγωγής. Με άλλα λόγια, απέτυχαν να αντιληφθούν ότι ακόμη και τότε, στα μέσα του ’60, η «εργατική τάξη» ήταν ένα πολλαπλό και ιεραρχικά διαιρεμένο κοινωνικό υποκείμενο, μια διόρθωση που έγινε αργότερα από μια σειρά φεμινιστριών/φεμινιστών συγγραφέων.

 

 

Όμως η ερώτηση με την οποία ο Mario Tronti ξεκίνησε την ομιλία του υφίσταται ακόμη και σήμερα, όπως επαναλαμβάνεται στην συμπερασματική του ερώτηση στο τέλος της ευρείας του κριτικής αποτίμησης του ιταλικού εργατισμού: «πώς να συνδέσουμε την ανάλυση του κεφαλαίου με μία οργάνωση των εναλλακτικών» στις συνθήκες της σημερινής κεφαλαιακής παγκοσμιοποίησης; Δηλαδή εντός, ενάντια και πέραν του κεφαλαίου στο φάσμα της σημερινής ταξικής σύνθεσης, της σημερινής καθορισμένης διάταξης των υποκειμένων, των καθορισμένων παγκόσμιων διατάξεων των κοινωνικών εργατικών συμμαχιών (μισθωτών και αμίσθων); Αυτή η ερώτηση είναι ο ορίζοντας εντός του οποίου η σκεκπτική μας και οι πολιτικές πρακτικές μας πρέπει να συνδεθούν. Και φυσικά, η εμπειρία του εργατισμού είχε τις «ένδοξες νίκες και ένδοξες ήττες» της, όλες συσχετιζόμενες με συγκεκριμένες προσεγγίσεις και συγκεκριμένα απρόοπτα. Αλλά το ερώτημα παραμένει: πώς να φέρουμε κοντά σκέψη και πολιτικές πρακτικές, με τα υποερωτήματα που γεννά εντός μιας συγκεκριμένης ταξικής σύνθεσης, καθεμιάς των ταξικών συνθέσεων των καιρών μας.

 

 

Εννοείται πως αυτό το μεθοδολογικό πλαίσιο –όπως κάθε άλλο- δεν εγγυάται «σωστές» απαντήσεις και, πράγματι, δεν παράγει απαραιτήτως χρήσιμα ερωτήματα. Το διερευνητικό πρόγραμμα αυτού που αποκαλείται μεταεργατισμός (post-operaismo) για παράδειγμα, βρίσκεται κατά μεγάλο βαθμό εντό του γενικού θεωρητικού και μεθοδολογικού πλαισίου που περιγράφεται ανωτέρω («ενώνοντας θεωρία και πρακτική εντός μιας καθορισμένης ταξικής σύνθεσης»), αλλά διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις αναφορικά με τον τρόπο του να πλαισιώνει και να αντιμετωπίζει τα εν λόγω προβλήματα στο σημερινό κόσμο, μιας και δε συμφωνώ με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη σημερινή ταξική σύνθεση. Η έννοια της πολλαπλότητας (όπως στους Hardt και Negri), είναι σίγουρα ένας τρόπος να θέσεις την προβληματική της ταξικής σύνθεσης σήμερα. Όμως αυτό το «όλον ατομικοτήτων» - όπως η έννοια της πολλαπλότητας συχνά τυγχάνει αναφοράς -  γίνεται αντιληπτό ως «όλον» με όρους συγκεκριμένου κοινωνικού υποκειμένου – «άυλη εργατιά» – του οποίου οι εργατικές δραστηριότητες και οι μορφές κοινωνικής συνεργασίας θεωρούνται να επεκτείνονται πέρα από την κεφαλαιακή μέτρηση. Με άλλα λόγια, στο μεταεργατισμό υπάρχει ένα μεσσιανικό στοιχείο που καθορίζει τη σημερινή ταξική σύνθεση, το οποίο βλέπει τα κοινά που εγκαθιστούν οι κοινωνικές συνεργασίες μιας ποικιλότητας υποκειμένων υπό τη μορφή μιας κοινωνικής συνεργασίας «άυλων εργατών». Αυτή είναι μια μεσσιανικού τύπου ενύπαρξη (ή μεσσιανική «τάση», αν πιστεύετε ότι αυτή η «άυλη εργασία» είναι μια τάση εν αναμονή πραγματοποίησης). Η παρεπόμενη πολιτική στρατηγική δε βασίζεται στην προβληματική του πώς να εγκαθιδρύσουμε κοινά πέρα από τον καπιταλισμό και αντιμέτωπα με τις στρατηγικές του που στοχεύουν στην επιβολή των δικών του κριτηρίων επί της ανθρώπινης δραστηριότητας και τη συνέχιση της αναπαραγωγής της διαίρεσης κατά τη μισθωτική ιεραρχία (εφόσον στην προσέγγιση αυτή τα κοινά αυτά είναι ήδη δεδομένα υπό τις μορφές κοινωνικής συνεργασίας της άυλης εργατιάς). Αντιθέτως το πολιτικό ερώτημα γίνεται πώς να καταληφθεί η «διοικητική αλυσίδα» που δένει την άυλη εργασία με το κεφάλαιο, πώς να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο που κρατά την άυλη εργασία δεμένη με το παρασιτικό κεφάλαιο και να απελευθερώσουμε όλες της τις δυνατότητες.

 

 

 

 

Η πιο συναφής κριτική αυτής της προσέγγισης είναι διμερής: πρώτον, πιο συγκεκριμένα, το γεγονός πως η άυλη εργασία δεν είναι πέρα από την κεφαλαιακή μέτρηση, πως το κεφάλαιο συνεχώς μηχανεύεται τρόπους για να υποτάσσει τη δημιουργικότητα, τις επιθυμίες και την ευφυία στα μέτρα του και πως οι πάλεις για το μετρικό σύστημα, συνεπώς, υπάρχουν σήμερα στη διάσταση της άυλης εργασίας, όπως ήταν και τότε – με διαφορετικές μορφές – στην αλυσίδα συναρμολόγησης του φορντισμού. Δεύτερον, πιο γενικά, πως το κεφάλαιο ανέκαθεν βασίζονταν σε ορισμένες μορφές συνάρθρωσης και συσχετισμού μεταξύ «υψηλών» και «χαμηλών» σημείων ανάπτυξης, μεταξύ απόσπασης απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, μεταξύ «περιφράξεων»/πρωταρχικής συσσώρευσης και γνήσιας «συσσώρευσης». Εννοείται ότι σήμερα βασίζεται σε νέες μορφές αυτών των συναρθρώσεων.

 

Βεβαίως όμως υπάρχει ένας ορθολογικός πυρήνας στην έννοια της πολλαπλότητας.  Παίρνοντας την έννοια της πολλαπλότητας και αφαιρώντας το μεσσαινικό της στοιχείο που θεωρεί το κοινό, διατρέχον το όλον των ατομικοτήτων, δεδομένο από μια δεδομένη ποιότητα της εργασίας δηλαδή της  άυλης εργασίας – αυτό που μένει είναι ένα μεγάλο παζλ. Αυτό που μένει είναι ένα ετερογενές προλεταριάτο διαιρεμένο σε μια μισθωτική(αμίσθωτη) παγκόσμια ιεραρχία για το οποίο ελέυθερα και εμπλουτιστικά κοινά εν πολλοίς, αν και όχι αποκλειστικά, παραμένουν ένα σχέδιο, κάτι που πρέπει να εγκαθιδρυθεί και να συνυφανθεί, παρά κάτι το δεδομένο. Αφαιρώντας το μεσσιανικό στοιχείο σημαίνει να αναγνωρίσουμε ότι το κοινό πλέξιμο αυτής της πολλαπλότητας των υποκειμένων, είναι η πάλη ενάντια στην υποταγή σε ένα μοντέλο μέτρησης των ζωτικών τους δραστηριοτήτων (είτε υλικές είτε άυλες) που θέτει το βιοπορισμό τού ενός αντιμέτωπο στου άλλου σε διάφορα επίπεδα της μισθωτής ιεραρχίας. Και άπαξ αυτό αναγνωριστεί, η προβληαμτική των κοινών μας, και όχι των κοινών του καπιταλισμού, είναι μια ανοιχτή πολιτική προβληαμτική.

 

 

Δυο παρατηρείσεις πρέπει να γίνουν σ’αυτό το σημείο. Κατά πρώτον, όπως έχω υποστήριξει και άλλοτε, αυτή η μη μεσσιανική υπόσταση τη πολλαπλότητας είναι κάτι που ανέκαθεν υπήρχε στην ιστορία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Απλά εμείς δεν ήμασταν «εξοπλισμένοι» ώστε να το αναγνωρίσουμε. Το «εργαλείο» αναδύθηκε με τα κύματα της πάλης – από κινήματα γυναικών έως μαύρων, από ομοφυλόφιλους και ομοφυλόφιλες έως χωρικούς του παγκόσμιου νότου, από εξαθλιωμένους καταληψίες έως φοιτητές –τις δεκαετιές του ’60 και του ’70 που έκαναν εφικτό για κάθε σοβαρό παρατηρητή και συμμέτοχο του κόσμου μας να αποφύγει να συνθηκολγήσει σε ζητήματα διαφορετικότητας και πλουραλισμού, αξιοπρέπειας και αυτονομίας του. Από αυτές τις πάλεις επίσης αναδύθηκε η αναγνώριση του ότι τα κλασσικά κείμενα του μαρξισμού παρέλειπαν κάτι που ήταν θεμελιώδες, όπως το αόρατο έργο της αναπαραγωγής. Κατά δεύτερον, αυτή η μη μεσσιανική έννοια της πολλαπλότητας, όπως προαναφέρθηκε, διανοίγει προβλήματα, παρά λύνει. Αν αυτό το επαναστατικό υποκείμενο είναι πολυσύνθετο, πολυποίκιλο, και δομημένο εντός μια μισθωτικής ιεραρχίας (εννοώντας ότι οι σχέσεις μεταξύ αλλήλων είναι κάποιου είδους συσχετισμοί δύναμης) και οι διαδικασίες που αναπαράγουν αυτή τη δόμηση είναι διαδικασίες ανταγωνισμού του ενός ενάντια στον άλλον μέσω των οποίων αναπαράγουμε τρόπους βιοπορισμού, αν, με άλλα λόγια, αυτό που αναπαράγει ιεραρχία είναι η καπιταλιστική εκδοχή της απο κοινού παραγωγής, πώς πάμε πέρα από αυτή; Σίγουρα όχι υποθέτοντας ότι ήδη είμαστε, ή ότι η τάση είναι να πάμε, πέρα από αυτή! Ο μόνος τρόπος απ’ ό,τι μου φαίνεται είναι με την παραγωγη άλλων κοινωνικών διαδικασιών, άλλων σχέσεων που δημιουργούν κοινά(commoning). Τα κινήματα που τις τελευταίες δυο δεκαετίες έχουν όλο και πιο επιτακτικά θέσει την προβληματική των σχέσεων που δημιουργούν κοινά(commoning), του να κάνουμε πράγματα μαζί, δίνοντας έμφαση σε διαδικασίες  παρά κυρίως σε στόχους, μου φαίνεται πως δείχνουν προς τη σωστή κατεύθυνση, τις σωστές προβληματικές. Μόλις απορρίψουμε το μεσσιανισμό, οι πολιτικές προβληματικές γίνονται ένα με το γενικό πλαίσιο και το δυνατό ενδεχόμενο: με τι άλλες μεθόδους θα μπορούσαμε να παράγουμε από κοινού! Πώς η από κοινού παραγωγή μας μάς εφοδιάζει με κουράγιο και δύναμη απέναντι στην αλλοτριωτική παραγωγή από κοινού όπως αυτή προσδιορίζεται στα μέτρα του κεφαλαίου; Η συμφυής απάντηση σ’αυτό το ερώτημα συμπίπτει με μια διαδικασία πολιτικής ανασύνθεσης, για την οποία δεν μπορούμε να είμαστε εξωετρικοί παρατηρητές, αλλά εσωτερικοί συνδιαμορφωτές.

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης