Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Ελεύθερη οικονομία και το ισχυρό κράτος: Μερικές σημειώσεις πάνω στο κράτος

Ο νεοφιλελευθερισμός βρήκε το βέβαιο τέλος του με την κρίση που ξέσπασε το 2008. (Cecena, 2009: 33)


Συμβατικά, ο νεοφιλελευθερισμός φαίνεται να αναδύθηκε μετά την βαθειά κρίση των αρχών της δεκαετίας του 1970. Σύμφωνα με τον Αλτβάτερ, για παράδειγμα, «ξεκίνησε με το τέλος του σταθερού συστήματος ισοτιμιών Μπρέττον Γούντς το 1973 και την επακόλουθη φιλελευθεροποίηση των χρηματοοικονομικών αγορών στην Μεγάλη Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ» (2009: 73). Συνεπώς ο νεοφιλελευθερισμός είναι ταυτισμένος με ένα συγκεκριμένο καπιταλιστικό καθεστώς συσσώρευσης, χαρακτηριζόμενο από την κυριαρχία του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου έναντι του παραγωγικού κεφαλαίου1. Συνήθως, ο νεοφιλελευθερισμός συσχετίζεται με ένα ανίσχυρο κράτος που αδυνατεί να αντισταθεί στις δυνάμεις της αγοράς. Το νεοφιλελεύθερο κράτος λειτουργεί ως ένα κράτος-διευκολυντής των αγορών.

Το νεοφιλελεύθερο καθεστώς συσσώρευσης ειπώθηκε ότι τελείωσε το 2008 όταν η τραπεζική βιομηχανία «δεν δίστασε να ‘επαναφέρει το κράτος’, με έναν πιο ριζοσπαστικό τρόπο ακόμα κι από τις Κεϋνσιανές εποχές». Από την στιγμή που το κράτος επανήλθε, ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός μεταμορφώθηκε σε «ένα είδος ‘χρηματοοικονομικού σοσιαλισμού’» (Altvater, 2009: 79, παραθέτοντας τον Sennett). Αυτός ο σοσιαλισμός κοινωνικοποιεί τις χρηματοοικονομικές απώλειες, εγγυάται «τοξικό χρέος» και διασφαλίζει ιδιωτικά κέρδη, και για να ισορροπήσει τα λογιστικά βιβλία, επιτίθεται στις συνθήκες. Ισοδυναμεί με μία τεράστια αναδιανομή πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο. Ο χρηματοοικονομικός σοσιαλισμός απεικονίζει σωστά την ιδέα του Μαρξ περί καπιταλιστικού κράτους ως εκτελεστικής επιτροπής της μπουρζουαζίας. Τι είναι, όμως, αυτό που εννοείται με την «επαναφορά του κράτους»; Ήταν πραγματικά αποκλεισμένο κατά την διάρκεια του επονομαζόμενου νεοφιλελεύθερου καθεστώτος της συσσώρευσης;

Η ιδέα ότι το κράτος «επαναφέρθηκε» υπονοεί ένα αναδυόμενο κράτος, ένα κράτος που επανάκτησε κάποιο μέτρο ελέγχου πάνω στην αγορά. Αυτή η άποψη υπονοεί μία σύλληψη της αγοράς και του κράτους ως δύο ξεχωριστών τρόπων κοινωνικής οργάνωσης, και το αιώνιο ερώτημα σχετικά με μία τέτοια σύλληψη είναι αν η αγορά έχει αυτονομία έναντι του κράτους, ή το κράτος έναντι της αγοράς. Η κοινωνική συγκρότηση κράτους και αγοράς ως διακριτές μορφές κοινωνικών σχέσεων δεν εγείρεται. Ακολουθώντας τον Κλαρκ (1992), αυτή η εργασία υποστηρίζει ότι το καπιταλιστικό κράτος είναι θεμελιωδώς ένα φιλελεύθερο κράτος. Αυτή η σύλληψη συνεπάγεται την τάξη ως την καθοριστική κατηγορία της μορφής και του περιεχομένου του.

Αυτό που χρειάζεται είναι…ειλικρινής και οργανωμένη εξαναγκαστική βία (Wolf, 2001)

Όσο ξεχωριστή κι αν ήταν η πολιτική απάντηση στην κρίση του 2008, η εμφανής ανάδυση του νεοφιλελευθερισμού κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1980 δεν συνεπίφερε ένα αδύναμο κράτος. Συνεπίφερε ένα «ισχυρό κράτος». Το βιβλίο του Άντριου Γκέιμπλ πάνω στην περίοδο Θάτσερ ήταν έτσι εύστοχα τιτλοφορημένο Η Ελεύθερη Οικονομία και το Ισχυρό Κράτος, κάτι που έκανε ξεκάθαρη αναφορά στην ordo-φιλελεύθερη σύλληψη της σχέσης μεταξύ το εθνικό κράτος και της παγκόσμιας οικονομίας2. Η Σούζαν Τζορτζ (1988) χαρακτήρισε την δεκαετία του 1980 ως μία εποχή στην οποία τα πάντα ιδιωτικοποιήθηκαν, εκτός από τις απώλειες, οι οποίες κοινωνικοποιήθηκαν με την χρησιμοποίηση μέσων όπως η σκλαβιά του χρέους και η καταπιεστική αγορά εργασίας και οι κρατικές μεταρρυθμίσεις πρόνοιας. Ο Έρνεστ Μαντέλ (1987) χαρακτήρισε την πολιτική οικονομία της δεκαετίας του 1980 ως «στρατιωτικό Κεϋνσιανισμό», ένας Κεϋνσιανισμός που αναχρηματοδότησε ένα χρηματοοικονομικό σύστημα στο χείλος της τότε κρίσης χρεωμένων και της κακής έκθεσης χρέους. Η διάσωση του πήρε την μορφή μιας γνώμης υπέρ της κυκλικής χρηματοδότησης του ελλείμματος βασισμένης στο δολάριο Ηνωμένων Πολιτειών, της επέκτασης του βιομηχανικού στρατιωτικού συμπλέγματος, της ιδιωτικοποίησης,  και της χρηματοοικονομικής απελευθέρωσης. Ο στρατιωτικός Κεϋνσιανισμός επιδίωξε να ισορροπήσει τα λογιστικά βιβλία παίρνοντας χρήματα από τις τσέπες των εργατών, και κάνοντας επίθεση στις συνθήκες. Η αναδιανομή του πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο ήταν τέτοια ώστε στις αρχές του 1990, «περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού της γης κέρδισαν λίγο ή και καθόλου ουσιαστικό πλεονέκτημα από την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη. Στον ανεπτυγμένο κόσμο το χαμηλότερο τεταρτημόριο των εισοδηματιών ήταν μάρτυρας σε μία διάχυση του πλούτου προς τα πάνω παρά προς τα κάτω. (Financial Times, 24 Δεκεμβρίου 1993). Αυτό το ένα τέταρτο, έχει έκτοτε επεκταθεί στο μισό του πληθυσμού της γης, δημιουργώντας ένα κενό δίχως προηγούμενο ανάμεσα στα εισοδήματα, εγχώρια και σε παγκόσμια κλίμακα (βλέπε Glyn, 2006). Ο «στρατιωτικός Κεϋνσιανισμός διατήρησε τον καπιταλισμό στην βάση μίας συσσώρευσης ενός πιθανότατα φανταστικού πλούτου. Το χρέος επεκτάθηκε σε τέτοιο βαθμό που, σύμφωνα με τους Financial Times (27 Σεπτεμβρίου 1993), το ΔΝΤ φοβήθηκε στην αρχή του 1990 ότι «η απειλή του χρέους κινείται βόρεια. Αυτές τις μέρες είναι η σταδιακή άνοδος του χρέους του πρώτου κόσμου, όχι η κρίση που οφείλεται στην καθυστέρηση της Αφρικής, που στοιχειώνει τον ύπνο των επισήμων του ΔΝΤ». Μπροστά στις επαναλαμβανόμενες κρίσεις από το 19873, και στους διάφορους φόβους των χρηματιστηρίων, οι ΗΠΑ αναδύθηκαν ως η μεγαλύτερη χώρα-χρεώστης. Ο Μαγκντόφ και άλλοι υποστήριξαν ότι, μέχρι το 2002, το εκκρεμές ιδιωτικό χρέος ήταν δύο και ένα τέταρτο του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό εκκρεμές χρέος -ιδιωτικό συν κυβερνητικό- πλησίασε το τριπλάσιο του ΑΕΠ. Οι ελλειμματικές δαπάνες συντήρησαν μία παγκόσμια οικονομία που έγινε εντελώς εξαρτημένη από ένα βουνό χρέους.

Κατά την διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων, η συσσώρευση πιθανώς φανταστικού πλούτου με την μορφή των χρημάτων, και ο εξαναγκαστικός έλεγχος της εργασίας, από την σκλαβιά του χρέους σε νέες περιφράξεις, και από την απελευθέρωση των συνθηκών [Σ.τ.Μ. εργασίας] στην ιδιωτικοποίηση του κινδύνου, υπήρξαν μαζί. Στο ευρύτερο πλαίσιο μιας παγκόσμιας οικονομίας μαστιζόμενης από το χρέος και απειλούμενης από την κατάρρευση του χρέους, ο Μάρτιν Γούλφ υποστήριξε ότι η εγγύηση του παγκόσμιο κεφαλαίου χρειάστηκε ισχυρότερα κράτη. Όπως το έθεσε σε σχέση με τον επονομαζόμενο Τρίτο Κόσμο, «αυτό που χρειάζεται δεν είναι ευλαβείς φιλοδοξίες αλλά μία ειλικρινής και οργανωμένη εκφοβιστική δύναμη» (Wolf, 2001). Σε σχέση με τον επονομαζόμενο ανεπτυγμένο κόσμο, ο Σόρος (2003) υποστήριξε, δικαίως, ότι η τρομοκρατία όχι μόνο παρείχε την ιδανική νομιμοποίηση αλλά επίσης τον ιδανικό εχθρό για την αδέσμευτη καταναγκαστική προστασία των κλυδωνισμένων απ’ το χρέος σχέσεων της ελεύθερης αγοράς «επειδή είναι αόρατος και δεν εξαφανίζεται ποτέ». Η προϋπόθεση μιας πολιτικής του χρέους είναι η συνεχιζόμενη συσσώρευση «ανθρώπινων μηχανών» στις πυραμίδες της συσσώρευσης. Η τυφλή της προθυμία για λεηλασία απαιτεί οργανωμένη καταναγκαστική δύναμη για να διατηρήσει την τεράστια υποθήκη των μελλοντικών εσόδων στο παρόν. Η απαίτηση του Γούλφ για ισχυρό κράτος δεν αντικρούει τον νεοφιλελευθερισμό. Ο νεοφιλελευθερισμός δεν απαιτεί αδυναμία από το κράτος. Το laissez-faire [Σ.τ.Μ. ελεύθερο εμπόριο, χωρίς περιορισμούς, δασμούς κτλ] δεν είναι «απάντηση στις ταραχές» (Willgerdot και Peacock, 1989: 6). Όντως, το laissez-faire είναι «μία αρκετά αμφιλεγόμενη και παραπλανητική περιγραφή των αρχών πάνω στις οποίες βασίζεται μία φιλελεύθερη πολιτική γραμμή» (Hayek, 1976: 84). Που σημαίνει, ότι το νεοφιλελεύθερο κράτος είναι «προγραμματισμός για ανταγωνισμό» (1976: 31), και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία στην αγορά χωρίς «αστυνομία αγορών» (Rόstow, 1942: 289). Για τους νεοφιλελεύθερους, υπάρχει συνεπώς μία «έμφυτη σύνδεση μεταξύ οικονομικών και πολιτικής» (Friedman, 1962: 8): όχι μόνο η ελεύθερη αγορά απαιτεί το ισχυρό κράτος ως διευκολυντή της αγοράς, αλλά είναι επίσης εξαρτώμενη στο κράτος ως την καταναγκαστική δύναμη αυτής της ελευθερίας.

Και τώρα, φαινομενικά, ο νεοφιλελευθερισμός έχει φτάσει σε ένα συντριπτικό τέλος, όταν οι χρηματοοικονομικές αγορές κατέρρευσαν, προκαλώντας τεράστιες απώλειες περισσότερες των 1.4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων» τον Αύγουστο του 2008 (Altvater, 2009: 75). Αναδυόμενη από τις στάχτες του είναι η «νέα εποχή του μετα-νεοφιλελευθερισμού» (Brandt και Sekler, 2009: 12)—μία απάντηση, κατά τον Μπραντ και τον Σέκλερ, στον «(αρνητικό) αντίκτυπο του νεοφιλελευθερισμού», του οποίου ο ακριβής τρόπος οργάνωσης είναι ακόμα ασαφής. Θα μπορούσε να κυμαίνεται από την σοσιαλδημοκρατία έως την στρατιωτική δικτατορία, και από τον ριζοσπαστικοποιημένο Κεϋνσιανισμό στην στρατιωτικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Όποιος κι αν είναι ο ακριβής τρόπος οργάνωσης, στην βάση του ο μετα-νεοφιλελευθερισμός είναι μία άρνηση  του χρηματοοικονομικού καπιταλισμού, άρνηση φερμένη από κοινωνικές δυνάμεις που απαιτούν μία επιστροφή στην στηριζόμενη πραγματική οικονομική ανάπτυξη (Brandt and Sekler, 2009: 11–12). Το φάντασμα της ερχόμενης περιόδου εμφανίζεται, έτσι, με την μορφή ενός ισχυρού και ικανού «μετα-νεοφιλελεύθερου» κράτους που κάνει το χρήμα υπηρέτη του, βάζοντας το να δουλέψει για ανάπτυξη και δουλειές4. Το μετα-νεοφιλελεύθερο κράτος μπορεί έτσι να κατανοηθεί ως ένα ισχυρό κράτος που αστυνομεύει την αγορά με δυνατή κρατική εξουσία υπέρ της προοδευτικής παραγωγικής συσσώρευσης, δημιουργώντας δουλειές και πλούτο.

Η υπερδομή είναι η έκφραση της υποδομής. (Benjamin, 1983: 495–6)

Ο Μαρξ συστήνει την μεταφορά του περί βάσης και υπεδομλ γράφοντας ότι η έρευνά του τον οδήγησε στην κατανόηση ότι «το συνολικό άθροισμα των σχέσεων παραγωγής απαρτίζει την οικονομική δομή της κοινωνίας, το πραγματικό θεμέλιο, πάνω στο οποίο ανεβαίνει μία νόμιμη και πολιτική υπερδομή και στην οποία ανταποκρίνονται συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης» (1981: 8). Αφήνοντας στην άκρη την κατανόηση του ίδιου του Μαρξ για τον έργο του ως κριτική οικονομικών κατηγοριών (Marx, 1981: 10), και με αυτήν την οικονομική αντικειμενικότητα από την οποία η υπερδομή υποτίθεται ότι θα αναδυθεί, η μεταφορά του λέει ότι η πολιτική μορφή της αστικής κοινωνίας, το κράτος, ανήκει στην κοινωνία από την οποία πηγάζει. Χονδρικά, ο σκοπός του κεφαλαίου είναι να συσσωρεύσει εκμαιευμένη υπεραξία, και το κράτος είναι η πολιτική μορφή αυτού του σκοπού.

Ο ισχυρισμός του Μαρξ ότι η μεταφορά της βάσης/υπερδομής είναι το αποτέλεσμα της ερευνάς του είναι, όμως, ανειλικρινής. Η ρίζα της βρίσκεται στην κλασσική πολιτική οικονομία. Ο Γουίλλιαμ Ρόμπερτσον (1890: 104) ανακεφαλαίωσε την κλασσική θέση καλά: «σε κάθε έρευνα που αφορά το εγχείρημα των ανθρώπων όταν είναι ενωμένοι στην κοινωνία, το πρώτο αντικείμενο προσοχής θα πρέπει να είναι ο τρόπος διαβίωσης. Αναλόγως, όπως αλλάζει ο τρόπος διαβίωσης, οι νόμοι και οι τακτικές τους πρέπει να είναι διαφορετικά». Ο Άνταμ Σμιθ μας παρείχε την κλασσική παρουσίαση. Η θεωρία του σχετικά με την ιστορία είναι αξιομνημόνευτη όχι μόνο για την έμφαση που δίνει στις οικονομικές δυνάμεις που έχουν ανελιχθεί μέσα από την ιστορία προς την «εμπορική κοινωνία», αλλά επίσης και για το επιχείρημα ότι σε κάθε ιστορικό στάδιο, η πολιτική μορφή της κοινωνίας, είτε την σκεφτόμαστε με όρους εξουσίας ή δικαιοδοσίας, απαραίτητα απορρέει από τις μορφές ιδιοκτησίας. Για τον Σμιθ, η ιδιοκτησία είναι η συνέπεια της ανάπτυξης στον καταμερισμό της εργασίας. Αυξάνει την αναπτυσσόμενη κοινωνική διαφοροποίηση της κοινωνίας σε διακριτές κοινωνικές τάξεις, και η επέκταση της αυξάνει το κοινωνικό πλεόνασμα, κάτι που οδηγεί στην επέκταση της ιδιοκτησίας. Αυτή η επέκταση βάζει τα θεμέλια για τον διαχωρισμό μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους στον καπιταλισμό.

Ο Σμιθ προσδιορίζει το κράτος ως την πολική μορφή της ιδιοκτησίας, και λέει ότι ο σκοπός του κράτους προέρχεται από τις ανάγκες της ιδιοκτησίας. Το κράτος υπάρχει για να προστατεύει, να διατηρεί και να διευκολύνει τον νόμο της ιδιοκτησίας. Ο Σμιθ καθορίζει έναν αριθμό από αναντικατάστατες λειτουργίες του κράτους. Εκτός από το να προστατεύει την χώρα από εξωτερικές απειλές, πρέπει να παρέχει μία ακριβή διακυβέρνηση δικαιοσύνης ώστε να επιλύει διαμάχες συμφερόντων μεταξύ ιδιοκτητώνs. Γι’ αυτόν «δικαιοσύνη…είναι ο βασικός στύλος που κρατάει όρθιο όλο το οικοδόμημα» (1976b: 86). Προστατεύει τα δικαιώματα ελευθερίας και ιδιοκτησίας του ατόμου, εγγυώμενο το πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Το κράτος είναι επίσης αναντικατάστατο για την παροχή δημοσίων αγαθών που απαιτούνται για την λειτουργία της αγοράς, που όμως δεν μπορεί να παρέχει η ίδια η αγορά λόγω έλλειψης κερδοφορίας (βλέπε Smith, 1976a: 723). Επιπροσθέτως, το κράτος είναι επιβαρυμένο με την διευκόλυνση του νόμου ιδιοκτησίας για παράδειγμα, αφαιρώντας διάφορα θεσμικά και νομικά ελαττώματα, και αντιμετωπίζοντας εκείνα τα ιδιωτικά συμφέροντα που παρεμποδίζουν την τέλεια ελευθερία της αγοράς. Αυτή η αρμοδιότητα επίσης συνεπάγεται ότι το κράτος κάνει προσπάθειες για να βοηθήσει να επιτευχθεί το «χαμηλό κόστος της παροχής» (Smith 1978: 6), διευκολύνοντας την προοδευτική ανάπτυξη της συσσώρευσης πάνω στην βάση της αυξημένης παραγωγικότητας της εργασίας.

Ο Σμιθ συστήνει το υποκείμενο της ταξικής πάλης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, επιχειρηματολογώντας ότι «οι κοινοί μισθοί της εργασίας εξαρτώνται παντού πάνω σ’ αυτό το συμβόλαιο μεταξύ αυτών των δύο πλευρών, των οποίων τα συμφέροντα σε καμία περίπτωση δεν είναι ίδια». Αυτό σημαίνει, «η επιθυμία των εργατών να πάρουν όσο περισσότερα, η επιθυμία των αφεντικών να δώσουν όσο λιγότερα. Οι πρώτοι τείνουν να συνεργάζονται με σκοπό την αύξηση, οι δεύτεροι με σκοπό την μείωση στους μισθούς της εργασίας» (Smith, 1976a: 83). Σ’ αυτόν τον αγώνα, οι αφέντες έχουν το πάνω χέρι γιατί είναι «λιγότεροι στον αριθμό, μπορούν να συνδυαστούν πολύ πιο εύκολα…[και] μπορούν να ζήσουν για περισσότερο με το απόθεμα που έχουν συγκεντρώσει». Οι εργάτες, από την άλλη πλευρά, μπορεί να «λιμοκτονήσουν». Το ότι οι εργάτες εξεγείρονται είναι κατανοητό δεδομένου ότι «είναι απελπισμένοι». Κι όμως, η πράξη τους είναι ανόητη, γιατί «οι εργάτες πολύ σπάνια αποκομίζουν οποιοδήποτε πλεονέκτημα από την βία αυτών των ταραχωδών συνδυασμών» (Smith, 1976a: 83–4).

Σύμφωνα με τον Σμιθ, η επίλυση της ταξικής διαμάχης μπορεί να βρεθεί μόνο στον καθορισμό του πραγματικού συμφέροντος του εργάτη, και το πραγματικό συμφέρον βρίσκεται στην συνεχή προοδευτική συσσώρευση. «Οι εργάτες κάνουν καλά που δεν παλεύουν, γιατί με την αύξηση του πλεονάσματος, τα αποθέματα συσσωρεύονται, αυξάνοντας τον αριθμό των εργατών, και η αύξηση των εσόδων και των αποθεμάτων είναι η αύξηση του εθνικού πλούτου. Η απαίτηση αυτών που ζουν με μισθούς…αυξάνεται με την αύξηση στον εθνικό πλούτο» (Smith, 1976a: 86–7). Αυτή, τότε, είναι η διάσημη επίδραση της διάχυσης του πλούτου προς τα κάτω—η συσσώρευση, υποστηρίζει, αυξάνει τον εθνικό πλούτο και «προκαλεί μια αύξηση στον μισθό της εργασίας» (Smith, 1976a: 87). Ο Σμιθ το ονομάζει αυτό η «φιλελεύθερη ανταμοιβή της εργασίας», και μία συνέπεια αυτού του επιχειρήματος είναι, φυσικά, ότι αν υπάρχουν φτωχοί, τότε είναι μία ένδειξη ότι «τα πράγματα είναι στατικά» (Smith, 1976a: 91), και απαιτούν κρατική δράση προς διευκόλυνση του «χαμηλού κόστους των αγαθών όλων των ειδών» (Smith, 1976a: 333). Οι ιδιοκτήτες μετοχών σε μερικές χώρες ίσως επιτύχουν υψηλότερους ρυθμούς επιστροφής των επενδύσεων τους απ’ ότι σε άλλες χώρες, «κάτι που αναμφίβολα επιδεικνύει το πλεόνασμα του αποθέματός τους» (Smith, 1976a: 109). Η συντήρηση του αποθέματος απαιτεί ανταγωνιστική προσαρμογή, και η διευκόλυνση της «ανήκει στην αστυνομία» (Smith, 1978: 5).

Σύμφωνα με τον Σμιθ, «ο εθνικός πλούτος» και «οι εργάτες» κερδίζουν από την προοδευτική συσσώρευση. Όμως, οι κάτοχοι χρεογράφων έχουν μια διφορούμενη σχέση με την προοδευτική συσσώρευση, επειδή «η αύξηση των χρεογράφων, που αυξάνει τους μισθούς, τείνει στην μείωση του κέρδους» (Smith, 1976a: 105). Οι καπιταλιστές λοιπόν, μπορούν να αναζητήσουν να διατηρήσουν το περιθώριο κέρδους τεχνητά, παρακωλύοντας την φυσική ελευθερία της αγοράς, για παράδειγμα μέσω του καθορισμού των τιμών ή του προστατευτισμού. Αυτό το είδος εκδήλωσης της ιδιωτικής εξουσίας «παράγει αυτό που αποκαλούμε αστυνομία. Οποιοιδήποτε κανονισμοί δημιουργούνται με σεβασμό στις ανταλλαγές, στο εμπόριο, στην γεωργία, στις κατασκευές μίας χώρας θεωρούνται σαν να ανήκουν στην αστυνομία.» (Smith, 1978: 5). Με άλλα λόγια, «το οικονομικό σύστημα απαιτεί μια αστυνομία αγοράς με σθεναρή κρατική εξουσία για την προστασία και την διατήρηση του» (Rostow, 1942: 289), και η αποτελεσματική αστυνόμευση συνεπάγεται ένα σθεναρό κράτος, ένα κράτος στο οποίο [η αστυνόμευση] ανήκει: υπέρ και πάνω από την οικονομία, υπέρ και πάνω από τα ενδιαφερόμενα κόμματα (interessenten)» (Rostow, 1963: 258). Η ικανότητα του κράτους να προστατεύει και να διατηρεί τον νόμο της αξίας εξαρτάται από τον διαχωρισμό του από την κοινωνία των πολιτών- είναι η ανεξαρτησία του κράτους από την κοινωνία που επιτρέπει την αποτελεσματική λειτουργία του σαν ένα καπιταλιστικό κράτος. Η αποτυχία του κράτους να διατηρήσει τον χωρισμό του από την κοινωνία «θα οδηγήσει τελικά σε ταξικό πόλεμο» (Nichols, 1984: 170).   

Σύμφωνα με τον Χέγκελ (1967: 210), η πρόληψη του ταξικού πολέμου μπορεί να προωθηθεί από «επιτυχημένους πολέμους» που «έχουν ελέγξει την εγχώρια αναταραχή και έχουν εδραιώσει την εξουσία του κράτους στο εσωτερικό». Επίσης υποστήριξε την χρήση ηθικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της αντιδραστικής ισότητας του εθνικισμού, που σημαίνει ότι ανεξάρτητα από τις συνθήκες, είμαστε όλοι μέλη του ενός εθνικού σκάφους-αυτή η φαντασιακή κοινότητα που εμφανίζεται να υπερβαίνει τις ταξικές σχέσεις5. Πριν από τον Χέγκελ, ο Σμιθ (1976a: 723) είχε ήδη υποστηρίξει ότι το κράτος πρέπει να προωθεί «την καθοδήγηση των ανθρώπων», κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και των δημοσίων διασκεδάσεων. Υποστήριζε ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει προσπάθειες ώστε να εξισορροπήσει τις κοινωνικές επιδράσεις της συσσώρευσης αναλαμβάνοντας την ευθύνη για πολιτισμικές δραστηριότητες ώστε να διατηρήσει το φιλελεύθερο σύνταγμα της κοινωνίας των πολιτών. Ενάντια στην ψευδή συνείδηση του ταξικού πολέμου, το κράτος πρέπει να κάνει τους εργάτες να αντιληφθούν ότι το πραγματικό συμφέρον τους εξυπηρετείται καλύτερα από την προοδευτική συσσώρευση. Με τα λόγια του Μέλλερ-Άρμακ, ενός ordo-φιλελεύθερου υπέρμαχου κάποιας αξιόλογης φήμης, ο οποίος επινόησε την φράση «οικονομία της κοινωνικής αγοράς»6, αυτό συνέβη για να οδηγήσει στην ενσωμάτωση της ανταγωνιστικότητας «σε ένα ολοκληρωτικό τρόπο ζωής» (Moller-Arnack, 1978: 328). Ο σκοπός του κράτους είναι λοιπόν να διασφαλίσει «την απόλυτη εκρίζωση κάθε αταξίας από τις αγορές και την εξάλειψη της ιδιωτικής εξουσίας από την οικονομία» (σχολιασμένο στο Haselbach, 1991: 92). Η ελεύθερη αγορά είναι λοιπόν εγκεκριμένη σαν μια α-κρατική σφαίρα κάτω από κρατική προστασία. Το κράτος από-πολιτικοποιεί την συμπεριφορά των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεις ελεύθερης βούλησης, ελευθερίας και ισότητας, και το κάνει μονοπωλώντας το πολιτικό ως την «συγκεντρωμένη και οργανωμένη εξουσία της κοινωνίας» (Marx, 1983: 703).

Οι υπέρμαχοι του κατασκευάζουν το φιλελεύθερο κράτος ξεδιάντροπα σαν ένα ταξικό κράτος το οποίο, φαινομενικά, λειτουργεί για το πραγματικό συμφέρον των εργατών – στις δουλειές, τους μισθούς και τις συνθήκες, και έτσι στην προοδευτική συσσώρευση του κεφαλαίου. Το κράτος «διατηρεί τους πλούσιους στην κυριότητα του πλούτου τους ενάντια στην βία και την αρπακτικότητα των φτωχών» (Smith, 1978: 338), και διδάσκει στους φτωχούς ότι το πραγματικό συμφέρον τους βρίσκεται στην προοδευτική συσσώρευση του κεφαλαίου. Το κράτος, φυσικά, δεν είναι ένα ταξικό κράτος επειδή οι υπέρμαχοι του λένε ότι είναι. Όμως, η μεταφορά βάσης-εποικοδομήματος που ο Μαρξ άντλησε από την κλασσική πολιτική οικονομία7 αναφέρει ότι το κράτος είναι η πολιτική μορφή του νόμου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Ως ένα φορολογικό κράτος, εξαρτάται απόλυτα από την προοδευτική συσσώρευση του κεφαλαίου. Όμως, ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους δεν καθορίζεται με εθνικούς όρους. Συντηρείται μέσω παγκόσμιων σχέσεων των αγορών. Όπως ο Σμιθ (1976a: 848-49) το έθεσε, «ο ιδιοκτήτης κεφαλαίου είναι κατάλληλα ένας πολίτης του κόσμου, χωρίς να είναι απαραίτητα συνδεδεμένος με κάποια συγκεκριμένη χώρα. Θα ήταν ικανός να εγκαταλείψει την χώρα στην οποία εκτέθηκε σε μια ενοχλητική ανάκριση, ώστε να φορολογηθεί με έναν επαχθή φόρο, και θα μετακινούσε το κεφάλαιο του σε μια άλλη χώρα όπου θα μπορούσε είτε να συνεχίσει την επιχείρηση του, ή να απολαύσει την περιουσία του με την ευκολία του». Αυτό με άλλα λόγια είναι «ο καπιταλιστικός νόμος της ιδιοκτησίας και του συμβολαίου [που υπερβαίνει] το εθνικό νομικό σύστημα και το παγκόσμιο χρήμα [που υπερβαίνει] τα εθνικά νομίσματα» (Clarke, 1992. επίσης Bonefeld, 2000). Ο Σμιθ έγραψε το έργο του σαν μια κριτική του μερκαντιλιστικού κράτους. Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, είχε γίνει η ιδεολογική ορθοδοξία ενός φιλελευθεροποιημένου κράτους (δες Clarke, 1998: κεφάλαιο 1). Ήταν σε αυτό το πλαίσιο που ο Μαρξ γράφει (με τον Έγκελς) στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο για τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα της μπουρζουαζίας, και ορίζει το εθνικό κράτος ως την εκτελεστική επιτροπή της μπουρζουαζίας.

Ο νόμος δημιουργείται για το κράτος, όχι το κράτος για τον νόμο. [Αν] πρέπει να γίνει μια επιλογή μεταξύ των δύο, είναι ο νόμος που πρέπει να θυσιαστεί για το κράτος. (Rossiter, 1948: 11)

Στην εποχή μας, ο Μίλτον Φρίντμαν έχει παράσχει έναν πειστικό ορισμό του κράτους ως της εκτελεστικής επιτροπής της μπουρζουαζίας. Όπως το έθεσε, το κράτος είναι «αναγκαίο και σαν τόπος δημόσιας συζήτησης για τον καθορισμό των “των κανόνων του παιχνιδιού” αλλά και σαν διαιτητής για να ερμηνεύει και να επιβάλλει τους κανόνες που αποφασίστηκαν», ενώ η επιβολή είναι αναγκαία, «σε αυτούς τους λίγους που αλλιώς δεν θα έπαιζαν το παιχνίδι» (1962: 15, 25). Με άλλα λόγια, «η οργάνωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσω της εθελοντικής ανταλλαγής υποθέτει ότι έχουμε παράσχει, μέσω της κυβέρνησης, για την διατήρηση του νόμου και της τάξης ώστε να εμποδίσουμε τον εξαναγκασμό του ενός ατόμου από το άλλο, την επιβολή των συμβάσεων να εμπλέκονται εθελοντικά, τον ορισμό της σημασίας των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, την ερμηνεία και την επιβολή τέτοιων δικαιωμάτων, και την πρόβλεψη για ένα νομισματικό πλαίσιο» (σελ. 27). Το κράτος πρέπει «να προωθεί τον ανταγωνισμό» (σελ. 34), και να κάνει για την αγορά αυτό που η αγορά «δεν μπορεί να κάνει για τον εαυτό της» (σελ. 27). Οι φιλελεύθεροι, λέει ο Φρίντμαν, «πρέπει να απασχολούν πολιτικούς διαύλους για να συμφιλιώνουν τις διαφορές» διότι το κράτος είναι ο οργανισμός που παρέχει τα μέσα «σύμφωνα με τα οποία εμείς μπορούμε να αλλάξουμε τους κανόνες» (σελ. 23, η έμφαση προστέθηκε). Όμως, τι γίνεται όταν αυτοί παρεμβαίνουν;

Η μεγάλη συμφορά για το κεφάλαιο και το κράτος του δεν είναι η ενσωμάτωση, μέσω της αντιπροσώπευσης, της εργατικής τάξης στο σύστημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Όπως το έθεσε ο Σιμόν Κλαρκ (1991b: 200), «η ανάπτυξη της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης για την εργατική τάξη, όσα περιθώρια παρέχει για την βελτίωση των υλικών συνθηκών τομέων της εργατικής τάξης, απέχει πολύ από το να αποτελεί μια έκφραση συλλογικής δύναμης της εργατικής τάξης, και γίνεται το μέσο με το οποίο αυτή διασπάται, καθίσταται ανενεργή και αποθαρρύνεται»8. Ο μεγάλος κίνδυνος είναι ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας9.

Γίνεται αρωγός στον διαχωρισμό της μπουρζουαζίας μεταξύ της κοινωνίας και του κράτους, και το κάνει αναγνωρίζοντας και οργανώνοντας «τις δικές της δυνάμεις» ως κοινωνικές δυνάμεις» (Marx, 1964: 370). Σύμφωνα με τους (νεο)-φιλελεύθερους υπέρμαχους, τέτοιος εκδημοκρατισμός, που είναι με άλλα λόγια, η πολιτικοποίηση των εργατικών σχέσεων της κοινωνίας μέσω συνεχών κοινωνικών αγώνων, είναι συμφυής στο «σύστημα της αγοράς». Για τον Σμιθ, για παράδειγμα, ο ταξικός αγώνας πηγάζει από την απελπιστική κατάσταση των εργατών. Υποστήριξε ότι αυτός ο αγώνας εκφράζει μια ψευδή συνείδηση διότι η βελτίωση των συνθηκών εξαρτάται από την προοδευτική συσσώρευση, και έτσι καλεί το κράτος να διασφαλίσει το χαμηλό κόστος των προμηθειών (μέσω μεγαλύτερης εργασιακής παραγωγικότητας). Οι ordo-φιλελεύθεροι επιχειρηματολογούν παρόμοια. Από την οπτική τους, η τάση αυτού που αποκαλούν προλεταριοποίηση είναι συμφυής με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, και οδηγεί σε κοινωνική κρίση, αναταραχή και αταξία αν δεν ελεγχθεί. Ο περιορισμός της [ΣτΜ: ενν. της προλεταριοποίησης] είναι μια πολιτική αρμοδιότητα και τα μέσα του περιορισμού ποικίλλουν από την εσωτερίκευση της ανταγωνιστικότητας (Moller-Amarck, 1978), την δημιουργία μιας κοινωνίας κατόχων μετοχών (Ropke, 1949), την μετατροπή μιας προλεταριακής κοινωνίας σε μια δημοκρατία κατοχής ιδιοκτησίας (Brittan, 1984), την υπερεθνική ρύθμιση χρήματος και νόμου (Hayek, 1939/ Moller-Armack, 1971), και την πολιτική δράση ενάντια στην συλλογική οργάνωση: «αν η ελευθερία είναι να έχεις μια ευκαιρία επιβίωσης και εάν οι κανόνες διατηρούνται για να διασφαλίσουν τις ελεύθερες ατομικές αποφάσεις», το κράτος πρέπει να δράσει (Willgerodt and Peacock, 1989:6), και «οι πιο θεμελιώδεις αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας… ίσως θα πρέπει να θυσιαστούν προσωρινά … [για να διατηρηθεί] η ελευθερία μακροπρόθεσμα» (Hayek, 1960: 217). Πράγματι, σε καιρούς κρίσης «καμιά θυσία δεν είναι αρκετά μεγάλη για την δημοκρατία μας, όσο η προσωρινή θυσία της ίδιας της δημοκρατίας» (Rossiter, 1949: 314). Για να επικρατήσει η δικαιοσύνη, η τάξη πρέπει να αποκατασταθεί. Ο νόμος δεν είναι εφαρμόσιμος κατά την διάρκεια κοινωνικής αναταραχής. Ο νόμος είναι επακόλουθο της τάξης, και ο κανόνας του νόμου εξαρτάται στην βία του νόμου. Είναι για αυτόν τον απλό λόγο που ο πολυθρύλητος πολίτης επίσης αντιμετωπίζεται με καχυποψία ως ένας πιθανός κίνδυνος για την ασφάλεια.

Η χρήση, λοιπόν, της «ειλικρινούς και οργανωμένης βίας» (δες Wolf, 2001) αναφέρεται στην δράση της αστυνομίας που αναλαμβάνεται για να διευκολύνει και να διατηρήσει την δικαιοσύνη, αυτόν τον πυλώνα του νόμου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Τι είναι ένας δίκαιος μισθός; Η έννοια ενός δίκαιου μισθού προϋποθέτει ότι η εργασιακή σύμβαση γίνεται μεταξύ ίσων συναλλασσομένων, ο καθένας από τους οποίους συμβάλλεται ελεύθερα και αυτοβούλως, αναζητώντας να προωθήσει τα αντίστοιχα συμφέροντα του. Ακόμα και με αυτή την παραδοχή, η κωδικοποίηση της σχέσης μεταξύ του καπιταλιστή και του εργαζόμενου ως ίσων και ελεύθερων πολιτών διαψεύδεται από το περιεχόμενο της ανταλλαγής. Μόλις μια εργασιακή σύμβαση υπογραφεί, ο χώρος του εργοστασίου «γνέφει». Η μισθωτή σύμβαση είναι η θεμελιώδης μορφή της  αστικής ελευθερίας.- συνδέει την ισότητα με την εκμετάλλευση.

Η πολιτική οικονομία είναι πράγματι μια επιστημονική διαμάχη σχετικά με το πώς η λεία που προέρχεται από τον εργαζόμενο θα διαμοιραστεί (δες Marx, 1983: 559), και όσο περισσότερο παίρνει ο εργαζόμενος, τόσο το καλύτερο. Εκτός των άλλων, είναι η δική της κοινωνική εργασία που παράγει τον «πλούτο των εθνών», και αυτό σε ένα πλαίσιο στο οποίο «ο εργάτης ανήκει στο κεφάλαιο, πριν ακόμα πουλήσει τον εαυτό του στο κεφάλαιο» (Marx, 1983: 542). Η αισιόδοξη πρόταση, τότε, ότι ένας «μέτα-νεοφιλελεύθερος» τρόπος καπιταλιστικής ρύθμισης θα είναι αυτός της δημιουργίας θέσεων εργασίας μεταφράζει τα αιτήματα της εργατικής τάξης για την εργασία και την κοινωνική ασφάλεια σε μια πολιτική οικονομικής μεγένθυσης, με άλλα λόγια, σε άσκηση πίεσης στο κράτος να διευκολύνει την αύξηση του ρυθμού συσσώρευσης. (δες Clarke, 1991b: 200). Η εργατική τάξη, τότε, παραμένει ένα «αντικείμενο κρατικής εξουσίας». Η δικαστική εξουσία του κράτους στέκεται πίσω από την σφετερισμό της εργασίας χωρίς ισοδύναμο από την καπιταλιστική τάξη, ενώ αποτρέπει την εργατική τάξη από τα να χρησιμοποιεί την συλλογική της δύναμη για να διεκδικήσει το δικαίωμα της στο προϊόν της εργασίας της» (Clarke, 1991b: 198). Η δικαστική εξουσία του κράτους συνεπάγεται όχι μόνο την νόμιμη αναγνώριση του κοινωνικού ατόμου ως ιδιοκτήτη περιουσίας. Συνεπάγεται επίσης την επιβολή του νόμου. Ή, όπως το έθεσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, για τους καταπιεσμένους, «η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης»… δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας» (Benjamin, 1965:84).

Συμπέρασμα

Η εύκολη αποδοχή της καπιταλιστικής κρίσης ως ενός σημείου μετάβασης από ένα καθεστώς συσσώρευσης προς ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης βασίζεται σε κάποια χαρακτηριστικά καπιταλιστικής ανάπτυξης τα οποία είναι αυξημένα ώστε να ορίσουν τους χαρακτήρες διαφορετικών μοντέλων καπιταλιστικής ρύθμισης (Bonefeld, 1987). Ο επιφανειακός χαρακτήρας μιας τέτοιας ανάλυσης αποτρέπει μια κατανόηση των διαρκών χαρακτηριστικών των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, ενώ η αδιαφορία της για την ιστορία είναι εντυπωσιακή. Η ιστορία μας λέει «πόσο γρήγορα μια εποχή παγκόσμιας ευημερίας, που θεμελίωνε προοπτικές παγκόσμιας ειρήνης και διεθνούς αρμονίας, μπορεί να γίνει μια εποχή παγκόσμιας αντιπαράθεσης, με αποκορύφωμα τον πόλεμο. Αν μια τέτοια προοπτική μοιάζει απίθανη τώρα, έμοιαζε εξίσου απίθανη πριν έναν αιώνα» (Clarke, 2001: 91), και μοιάζει πιο πιθανή σήμερα παρά μόλις χτες. Η ιστορία μας λέει ότι η ανάλυση της καπιταλιστικής κρίσης – που αναγορεύεται ως καπιταλισμός της οικονομικής ανάπτυξης, δουλειάς και καταστάσεων – είναι δυνητικά βαρβαρική (Bonefeld and Holloway, 1996). Με άλλα λόγια, η αντίληψη των διαρκών αλλαγών του καπιταλιστικού καθεστώτος, εκθέτει μια συρρίκνωση της ιστορικής συνείδησης. Δικαιολογεί την λήθη.

Υποστήριξα ότι ο χαρακτήρας του νεοφιλελεύθερου κράτους δεν καθορίζεται από την σχέση του με την αγορά, αλλά με την τάξη. Επιπλέον υποστήριξα ότι το καπιταλιστικό κράτος είναι θεμελιακά ένα φιλελεύθερο κράτος. Όσο και αν κάποιος αναφέρεται σε αυτό ως νεοφιλελεύθερο, μετα-νεοφιλελεύθερο, Κευνσιανικό, Φορντικό ή μετα-φορντικό, ο σκοπός του κράτους, που είναι εγγενής στο αστικό του χαρακτήρα, «είναι να εξουσιάζει την εργατική δύναμη» (Hirsch, 1997: 47, δες επίσης Agnoli, 1990). Η παλιά καλή φράση, του κράτους ως της εκτελεστικής επιτροπής της μπουρζουαζίας συνοψίζει τα παραπάνω υπέροχα.

Σημειώσεις

1. Η διάκριση που υπονοεί ο Αλτβάτερ μεταξύ του καλού καπιταλισμού της παραγωγής και του κακού καπιταλισμού του παρασιτικού κέρδους είναι ατυχής. Μία τέτοια διάκριση αποτυγχάνει να συλλάβει την ιδέα του καπιταλισμού. Εξίσου ατυχής είναι η μυθολογιοποίηση της «Θατσερικής Βρετανίας». Πάνω στην μαστισμένη από την κρίση σύνδεση μεταξύ της παραγωγικής συσσώρευσης και της νομισματικής συσσώρευσης,  βλέπε Μπόουνφελντ (1993).

2. Ο ordo-φιλελευθερισμός αναπτύχθηκε στην Γερμανία κατά την διάρκεια της κρίσης της Βαϊμάρης, από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και μετά. Υποστήριξε ότι η ελεύθερη οικονομία απαιτούσε ένα ισχυρό κράτος για την «διευκόλυνση» και προστασία της. Ο Χάγιεκ ενώθηκε με τους ordo-φιλελεύθερους μετά την ήττα του Ναζισμού. Ο ordo-φιλελευθερισμός, ή η Σχολή του Φράιμπουργκ όπως αποκαλέστηκε αργότερα, έθεσε τις βάσεις για τον νεοφιλελευθερισμό. Βλέπε Χάζελμπαχ (1991), και Μπόουνφελντ (2006a).

3. Αυτές κυμαίνονται από το κραχ του 1987 μέχρι την βαθειά ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μέχρι τις Ευρωπαϊκές συναλλαγματικές κρίσεις του 1992 και 1993, την Μεξικάνικη κρίση του 1994, την κρίση της Ανατολικής Ασίας το 1997, την Ρώσικη κρίση του 1998, την Βραζιλιάνικη κρίση του 1999, και την κρίση της Αργεντινής το 2001. Η περίοδος μεταξύ του 2001 και του 2007 ήταν μία περίοδος στρατιωτικής δαπάνης, ένα βουνό ιδιωτικού και δημόσιου χρέους, πολέμου, βασανιστηρίων, και φτώχειας. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, ο εξωφρενικός βαθμός συσσώρευσης της Κίνας εγγυήθηκε την τεράστια συσσώρευση ισχυρισμών περί μελλοντικής απόσπασης αξίας στο παρόν (πάνω στην σχέση μεταξύ πίστωσης και αξίας, βλέπε Μπόουνφελντ και Χόλοουγεϊ, 1996).

4. Πάνω στην ιστορία αυτής της απαίτησης στο ευρύτερο πλαίσιο του πρώιμου δημόσιου διαλόγου της CSE πάνω στο κράτος, βλέπε Μπόουνφελντ (2008). Ο Σάιμον Κλαρκ επεξεργάστηκε τον διάλογο, με μία σημαντική εισαγωγή στο Κλαρκ (1991a).

5. Η δύναμη αυτής της ηθικής προσταγής είναι, για παράδειγμα, εμφανής σε αυτό που ο Radice (2000) κριτίκαρε ως «προοδευτικό εθνικισμό». Αυτός ο εθνικισμός διαχωρίζει το «υγιές εθνικό αίσθημα από τον παθολογικό εθνικισμό. [Αυτό είναι σχεδόν τόσο ιδεολογικό] όσο το να πιστεύει κανείς στην φυσιολογική άποψη σε σχέση με την παθολογική άποψη. Η δυναμική που οδηγεί από το υποτιθέμενο υγιές εθνικό αίσθημα στην υπερτιμημένη κατάχρηση είναι ασταμάτητη, επειδή το ψέμα της εδράζεται στην πράξη του ατόμου να αναγνωρίζει τον εαυτό του σύμφωνα με τον ανορθολογικό δεσμό φύσης και κοινωνίας στον οποίο κατά τύχη βρίσκεται. (Adorno, 1998: 118). Δες επίσης Bonefeld (2006b).     

6. Η φράση «οικονομία της κοινωνικής αγοράς» είναι ασαφής. Σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους. Στην νεοφιλελεύθερη καταγωγή της, η κοινωνική πλευρά της οικονομίας της αγοράς σήμαινε «μια ειλικρινή απόφαση» για την ελεύθερη αγορά. Η αναφορά του Μπάλογκ (1950: 5) στην οικονομία της κοινωνικής αγοράς είναι λακωνική. Σημαίνει «σχεδιασμός σύμφωνα με  τον μηχανισμό των ελεύθερων τιμών».   

7. Και η οποία άρα δεν υπερβαίνει την κλασσική πολιτική οικονομία (δες Bonefeld, 1992, 2003).

8. Δες επίσης Agnoli (2002) και Radice (2001).

9. Όπως το έθεσε αξέχαστα ο Hennis, «ο εκδημοκρατισμός της κοινωνίας είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της δημοκρατίας» (στο Agnoli, 1990: 136, n. 7).

 

References

Adorno T (1998) Critical Models: Interventions and Catchwords. New York: Columbia University Press.

Agnoli J (1990) Faschismus ohne Revision. Freiburg: Ηa Ira.

Agnoli J (2002) Emancipation: Paths and goals. In Bonefeld W, Tischler S (eds.) What is to be Done? Aldershot: Ashgate.

Altvater E (2009) Postliberalism or postcapitalism? Development Dialogue 51.

Balogh T (1950) An Experiment in ‘Planning’ by the ‘Free’ Price Mechanism. Oxford: Basil Blackwell.

Benjamin W (1965) Geschichtsphilosphische Thesen. In Zur Kritik der Gewalt und andere Aufsätze. Frankfurt: Suhrkamp.

Benjamin W (1983) Das Passagen-Werk. Frankfurt: Suhrkamp.

Bonefeld W (1987) Reformulation of state theory. Capital & Class 33.

Bonefeld W (1992) Social constitution and the form of the capitalist state. In Bonefeld W, Gunn R,Psychopedis K (eds.) Open Marxism, Vol. 1. London: Pluto.

Bonefeld W (1993) The Recomposition of the British State. Aldershot: Dartmouth.

Bonefeld W (2000) The spectre of globalisation. In Bonefeld W, Psychopedis K (eds.) The Politics of Change. London: Palgrave.

Bonefeld W (2003) The capitalist state: Illusion and critique. In Bonefeld W (ed.) Revolutionary Writing: Common Sense Essays on Post-Political Politics. New York: Autonomedia.

Bonefeld W (2006a) Democracy and dictatorship. Critique: Journal of Socialist Thought 34/3.

Bonefeld W (2006b) Anti-globalization and the question of socialism. Critique: Journal of Socialist Thought 34/1.

Bonefeld W (2008) Global capital, national state and the international. Critique: Journal of Socialist Thought 36/1.

Bonefeld W, Holloway J (1996) Money and class struggle. In Bonefeld W, Holloway J (eds.) Global Capital, National State and the Politics of Money. London: Palgrave.

Brandt U, Sekler N (2009) Postneoliberalism: Catch-word or valuable analytical and political concept? Aims of a beginning debate. Development Dialogue 51.

Brittan S (1984) The politics and economics of privatisation. Political Quarterly 55/2.

Cecena AE (2009) Postneoliberalism and its bifurcations. Development Dialogue 51.

Clarke S (1988) Keynesianism, Monetarism and the Crisis of the State. Aldershot: Edward Elgar.

Clarke S (ed.) (1991a) The State Debate. London: Palgrave.

Clarke S (1991b) State, class struggle and the reproduction of capital. In Clarke S (ed.) The State Debate London: Palgrave.

Clarke S (1992) The global accumulation of capital and the periodisation of the capitalist state form. In Bonefeld W, Gunn R, Psychopedis K (eds.) Open Marxism, Vol.1: Dialectics and History. London: Pluto.

Clarke S (2001) Class struggle and the global overaccumulation of capital. In Albritton R, et al. (eds.) Phases of Capitalist Development. London: Palgrave.

Friedman M (1962) Capitalism and Freedom. Chicago: University of Chicago Press.

George S (1988) A Fate Worse Than Debt. London: Penguin.

Glyn A (2006) Capitalism Unleashed. Oxford: Oxford University Press.

Haselbach D (1991) Autoritärerer Liberalismus und Soziale Marktwirschaft. Baden-Baden: Nomos.

Hayek F (1939) The economic conditions of interstate federalism. In Hayek F (1949) Individualism and Economic Order. London: Routledge and Kegan Paul.

Hayek F (1960) The Constitution of Liberty. London: Routledge.

Hayek F (1976) The Road to Serfdom. London: Routledge.

Hegel G (1967) Philosophy of Right, trans. Knox TM. Oxford: Clarendon Press.

Hirsch J (1987) Globalization of capital nation-states and democracy. Studies in Political Economy 54.

Madgoff H, Foster JB, Mcchesney RW, Sweezy P (2002) The new face of capitalism: Slow growth, excess capital, and the mountain of debt. Monthly Review 53/11.

Mandel E (1987) Die Krise. Hamburg: Konkret.

Marx K (1964 [1844]) Zur Judenfrage. In Marx Engels Werke 1. Berlin: Dietz.

Marx K (1981 [1859]) Zur Kritik der politischen Ökonomie. In Marx Engels Werke 13. Berlin: Dietz.

Marx K (1983 [1867]) Capital, Vol. 1. London: Lawrence & Wishart.

Mόller-Armack A (1971) Stabilität in Europa: Strategien und Institutionen für eine europäische Stabilitätsgemeinschaft. Dόsseldorf: Econ Verlag.

Mόller-Armack A (1978) The social market economy as an economic and social order. Review of Social Economy 36/3.

Nicholls A (1984) The other Germans: The neo-liberals. In Bullen RJ, Pogge von Strandmann H, Polonsky AB (eds.) Ideas into Politics: Aspects of European Politics, 1880–1950. London: Croom Helm.

Radice H (2000) Responses to globalization: A critique of progressive nationalism. New Political Economy 5/1.

Radice H (2001) Globalization, labour and socialist renewal. Capital & Class 75.

Robertson W (1890 [1812]) Works, Vol 2. Edinburgh: Thomas Nelson.

Ropke W (1949) Civitas Humana. London: William Hodge.

Rossiter CL (1948) Constitutional Dictatorship: Crisis Government in the Modern Democracies. Princeton: Princeton University Press.

Rόstow A (1942) General social laws of the economic disintegration and possibilities of reconstruction. Afterword to Ropke W, International Economic Disintegration. London: W. Hodge.

Rόstow A (1963) Rede und Antwort. Ludwigsburg: Hoch.

Smith A (1976a [1776]) The Wealth of Nations. Oxford: Oxford University Press.

Smith A (1976b [1759]) The Theory of Moral Sentiments. Oxford: Oxford University Press.

Smith A (1978 [1763]) Lectures on Jurisprudence. Oxford: Oxford University Press.

Soros G (2003) Burst the bubble of U.S. supremacy. Miami Herald, international edition, 13 March 2003.

Willgerod W, Peacock A (1989) German liberalism and economic revival. In Peacock A, W Willgerod (eds.) German Neoliberals and the Social Market Economy. London: Macmillan.

Wolf M (2001) The need for a new imperialism. Financial Times, 10 October 2001.

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης