Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Ταξική Αυτονομία. Η αυτονομία και δύναμη των ίδιων των εργατών/εργατριών

Μια συνέντευξη με τον Harry Cleaver[1]

 

Η συνέντευξη αυτή ηχογραφήθηκε στο Λονδίνο τον Ιούλιο του 1993 από τον Massimo De Angelis, εκδότη του ηλεκτρονικού περιοδικού, The Commoner (www.thecommoner.org).

Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ιταλία και στο περιοδικό vis-à-vis (Φθινόπωρο 1993).

Στα ελληνικά μεταφράστηκε από τo Λεωνίδα και τον Κωνσταντίνο. Τα λόγια με τα έντονα γράμματα ή/και τις υπογραμμίσεις έχουν γίνει από τον Κωνσταντίνο για λόγους έμφασης.

Μέρος 1ο: Αυτόνομος Μαρξισμός

  • Ήσουν ο πρώτος που μίλησε για μια Αυτόνομη Μαρξιστική παράδοση που περιλαμβάνει μια ποικιλία εθνικών «σχολών» - στην Ιταλία, την Γαλλία, στις Η.Π.Α. κτλ. Ποια είναι τα κύρια στοιχεία που διαφοροποιούν αυτήν την παράδοση από άλλες τάσεις του Μαρξισμού όπως τον Μαρξισμό-Λενινισμό ή τη σχολή της Φρανκφούρτης;

Αυτό που δίνει νόημα στην έννοια του «Αυτόνομου Μαρξισμού» ως μια συγκεκριμένη παράδοση είναι το γεγονός ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε, μέσα στην ευρύτερη Μαρξιστική παράδοση, μια ποικιλία κινημάτων, πολιτικών και διανοούμενων που έχουν δώσει έμφαση στην αυτόνομη δύναμη των εργατών: αυτόνομη από το κεφάλαιο, αυτόνομη από τις επίσημες οργανώσεις τους (π.χ. τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα), και μάλιστα, (έχουν δώσει έμφαση) στη δύναμη συγκεκριμένων ομάδων εργατών να δρουν αυτόνομα από άλλες ομάδες (π.χ. γυναίκες από άνδρες). Με την «αυτονομία» εννοώ την ικανότητα των εργατών να ορίζουν τα δικά τους συμφέροντα και να παλεύουν για αυτά –να προχωρούν πέρα από την απλή αντίδραση στην εκμετάλλευση, ή στην «αυτοπροσδιορισμένη ηγεσία» και να περνούν στην αντεπίθεση με τρόπους που διαμορφώνουν την ταξική πάλη και καθορίζουν το μέλλον.

Ο Μαρξισμός-Λενινισμός και η σχολή της Φρανκφούρτης είχαν μια τάση να εστιάζουν στη δύναμη του κεφαλαίου και είδαν τους εργάτες βασικά σαν αντιδρώντες στην καταπίεση και εξαρτημένους από κάποιου είδους εξωτερική ηγεσία για να τους κινητοποιήσει να επαναστατήσουν. Οι Μαρξιστές-Λενινιστές, όπως είναι ευρέως γνωστό, έχουν πριμοδοτήσει στο κόμμα των επαγγελματιών επαναστατών διανοουμένων την ικανότητα να αντιλαμβάνεται το γενικό συμφέρον της τάξης και να το διδάσκει στους εργάτες που θεωρούνται δέσμιοι απλά «οικονομικών» αιτημάτων. Οι κριτικοί θεωρητικοί,[2] που κατά μεγάλο μέρος έχουν αποδεχτεί την ορθόδοξη Μαρξιστική ανάλυση της καπιταλιστικής ηγεμονίας μέσα στο εργοστάσιο και επεκτείνανε αυτήν την θέαση στην κουλτούρα και την κοινωνία σαν όλον, έχουν επίσης εξυψώσει το ρόλο των επαγγελματιών διανοούμενων που είναι οι μόνοι που μπορούν να αντιληφθούν τις πλευρές της εργαλειακής κυριαρχίας (του κεφαλαίου) και να βρουν ένα μονοπάτι που περνά από τη σύγχυση στο φως.  Και στις δύο περιπτώσεις, το μεγαλύτερο τμήμα όχι μόνο της εμπειρικής και ιστορικής ανάλυσης αλλά και της θεωρίας, επικεντρώθηκε στην κατανόηση των μηχανισμών της κυριαρχίας και στους μυριάδες τρόπους με τους οποίους οι εργάτες έχουν γίνει θύματα. Αυτό που και οι δυο προσεγγίσεις απέτυχαν να κάνουν είναι να μελετήσουν την δύναμη των εργατών να διαρρήξουν αυτούς τους μηχανισμούς, να οδηγήσουν το σύστημα σε κρίση και να επανασυνθέσουν κοινωνικές δομές. Ανίκανες να αναπτύξουν μια θεωρία της δύναμης των εργατών, ακόμη και η αντίληψή τους για την κυριαρχία περιορίστηκε  από την αδυναμία τους να συλλάβουν το απρόβλεπτο της καπιταλιστικής δύναμης και πώς αυτή πρέπει να προσαρμόζεται επανειλημμένα, συχνά απελπισμένα, σε μια αυτόνομα αναπτυσσόμενη υποκειμενικότητα της εργατικής τάξης, για να καταφέρει να διατηρεί τον έλεγχο, δηλαδή να επιβιώνει. Σαν αποτέλεσμα, ακόμη και η θεωρητική τους αντίληψη παρέμεινε μονόπλευρη, και περισσότερο μια ωδή στη δύναμη του καπιταλισμού παρά ένα χρήσιμο εργαλείο για εμάς στους αγώνες μας.

  • Αυτό μας οδηγεί στην επόμενη ερώτηση. Ποια είναι η πολιτική σημασία μιας τέτοιας διάκρισης ανάμεσα στον «Αυτόνομο Μαρξισμό» και σε άλλες μαρξιστικές παραδόσεις;

Η πολιτική σημασία του να τοποθετούμε τη δική μας δύναμη στο κέντρο του σκεπτικού μας σχετικά με τις ταξικές συγκρούσεις στον καπιταλισμό, σχετικά με τη δυναμική της ανάπτυξης αυτών των συγκρούσεων, έγκειται στην απλή αλήθεια ότι μόνο στη βάση της ακριβούς αποτίμησης της δικής μας δύναμης μπορούμε να συζητήσουμε με χρήσιμο τρόπο πάνω στο πώς θα προχωρήσουμε στο χτίσιμο αυτής της δύναμης. Αν ξοδεύουμε όλο τον χρόνο μας μιλώντας για τη δύναμη του κεφαλαίου να κάνει αυτό ή το άλλο, να μας περιορίζει με αυτόν τον τρόπο ή να μας πιέζει να κάνουμε το άλλο, δεν έχουμε όπλα ώστε να συζητήσουμε για το τι να κάνουμε παραπέρα και συχνά οδηγούμαστε σε απέλπιδες και ακατάλληλες δράσεις. Όταν, από την άλλη, ξεκινάμε με μια αποτίμηση της δύναμης που πραγματικά κατέχουμε, και μια κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι κινήσεις του κεφαλαίου ισοδυναμούν με απαντήσεις σ’ αυτήν την δύναμη, τότε μπαίνουμε με καλύτερους όρους στη διαδικασία να σκεφτούμε πάνω στο πώς θα προχωρήσουμε τους αγώνες μας.

  • Για παράδειγμα;

Μπορούμε να μελετήσουμε τις τρέχουσες κινήσεις στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική για τη δημιουργία ζωνών ελεύθερου εμπορίου. Οι παραδοσιακές, ορθόδοξες Μαρξιστικές αναλύσεις τείνουν σε μια προσπάθεια να κατανοήσουν τέτοιες κινήσεις με όρους των εσωτερικών νόμων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ως μια απάντηση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, ή ως μια απάντηση στην χρεοκοπία ενός καθεστώτος ρύθμισης, ή ως μια ακόμη έξυπνη κίνηση στην ενδο-καπιταλιστική διαμάχη σε παγκόσμιο επίπεδο. Καμιά από αυτές τις αντιλήψεις δεν περιέχει αρκετά, ή καθόλου, στοιχεία από μια ανάλυση της δύναμης των εργατών, και γι’ αυτό δεν προσφέρει παρά μικρή αίσθηση του πού βρισκόμαστε και του πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση. Αντίθετα, μια αυτόνομη Μαρξιστική ανάλυση που ξεκινά με την αποτίμηση της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης με όρους αποτυχίας των προηγούμενων καπιταλιστικών στρατηγικών να ελέγξουν και να εργαλειοποιήσουν τη δύναμη των εργατών, μας δίνει ένα τέτοιο σημείο εκκίνησης. Για παράδειγμα, η αυξημένη κινητικότητα του σταθερού κεφαλαίου που συνδέεται με το ελεύθερο εμπόριο, (π.χ. οι παραγωγικές μονάδες μεταφέρονται από τη χώρα Α στη χώρα Β καθώς τα προϊόντα μπορούν πλέον να σταλούν πίσω στην χώρα Α) μπορεί να ιδωθεί σαν μια απάντηση στην κινητικότητα και τη δύναμη των εργατών (π.χ. το αυτόνομο κίνημα των μεταναστών, και τα εμπόδια και το κόστος που επιβλήθηκε από τους εργάτες στις χώρες με μεγάλες επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο). Μια τέτοια ανάλυση, όχι μόνο συνδέει το ζήτημα του «ελεύθερου εμπορίου» με άλλα, όπως αυτό του «ρατσισμού» και των «εθνικών εκκαθαρίσεων», αλλά προτείνει και μια πολιτική στρατηγική κυκλοφορίας των αγώνων μεταξύ ομάδων των οποίων η δύναμη είναι υπεύθυνη για την κρίση. Και καθώς το σταθερό κεφάλαιο κινείται, προτείνει επίσης μια παράλληλη στρατηγική επιτάχυνσης της κυκλοφορίας των αγώνων μέσα στην ύλη που αλλάζει. Έτσι, όταν ανακαλύπτουμε ότι στη Βόρεια Αμερική συμμαχίες εκατοντάδων ομάδων απ’ αυτές που αγωνίζονται στον Καναδά, τις Η.Π.Α. και το Μεξικό δημιουργούν μεταξύ τους δεσμούς με νέες μορφές οργάνωσης ηπειρωτικής κλίμακας –αλλά όχι μέσω των παραδοσιακών μέσων όπως τα συνδικάτα και τα κόμματα- δεν θα πρέπει να εκπλησσόμαστε ούτε να προσπαθούμε να πιέσουμε μια τέτοια οργάνωση σε παλιά καλούπια. Αντιθέτως, μια νέα ηπειρωτική ταξική σύνθεση απαιτεί νέες μορφές οργάνωσης και είμαστε προετοιμασμένοι να συμμετέχουμε σ’ αυτήν την κατασκευή.

  • Στην εισαγωγή του βιβλίου σου «Reading Capital Politicaly» (Διαβάζοντας το Κεφάλαιο Πολιτικά), αναφέρεσαι ρητά στην ιστοριογραφική εξέλιξη του Αυτόνομου Μαρξισμού σε συνάρτηση με τους κοινωνικούς αγώνες. Βλέπεις κάποια επιμέρους συμπληρωματικότητα/ διαφοροποίηση μεταξύ του Ιταλικού και του Αμερικάνικου Αυτόνομου Μαρξισμού; Μπορείς να δώσεις στοιχεία για τις ιστορικές ρίζες της εξέλιξης του καθενός;

Σχετικά με τις συμπληρωματικότητες και τις διαφοροποιήσεις μεταξύ Ιταλικού και Αμερικάνικου Αυτόνομου Μαρξισμού, θα πρέπει να σημειώσουμε σε παρένθεση ότι έχουν σχετιζόμενες και συνδεδεμένες προελεύσεις. Ίχνη και των δυο μπορούν να εντοπιστούν στην πρώιμη αποστροφή απέναντι στην συγκέντρωση της μπολσεβίκικης δύναμης στον κρατικό καπιταλισμό και την επακολούθησα κριτική της Σοβιετικής δύναμης και των δυτικών απολογητών της. Στη περίοδο που ακολούθησε τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, η γέννηση της εργατικής αυτονομίας στην Ιταλία βρίσκει τις ρίζες της, εν μέρει, στην διεθνή κυκλοφορία μιας νέας Μαρξιστικής από-τη-βάση πολιτικής, ενάντια στην πολιτική των κομμάτων. Ο Danilo Montaldi μετέφρασε και κυκλοφόρησε τον Αμερικάνο Εργάτη (The American Worker), μια μελέτη από πρώην τροτσκιστές στις Η.Π.Α., η οποία είχε προηγουμένως μεταφραστεί και κυκλοφορήσει στη Γαλλία (από μια άλλη ομάδα πρώην τροτσκιστών). Τόσο η αμερικάνικη τάση των Johnson-Forrest που έκανε τη μελέτη όσο και η ομάδα «Socialisme ou Barbarie» (Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα) που τη μετέφρασε τηρούσαν κριτική στάση τόσο απέναντι στον Σοβιετικό όσο και στον Τροτσκιστικό Μαρξισμό-Λενινισμό και επέστρεψαν στους ίδιους τους εργάτες για να ξανασκεφτούν το Μαρξισμό και την πολιτική του αγώνα. Οι προσπάθειες του Montaldi με τη σειρά τους οδήγησαν στις βασικές μελέτες του Ιταλικού «Εργατισμού» -αυτού των Alquati, Panzieri και άλλων γύρω από το περιοδικό «Quaderni Rossi» (Κόκκινα Τετράδια). Μέσα σε όλα αυτά μπορούμε να δούμε μια ανανέωση του Μαρξισμού που έβαλε την αυτόνομη δύναμη των εργατών στο κέντρο τόσο της θεωρητικής όσο και της πολιτικής ατζέντας, και μέσα από αυτή τη  διαδικασία έφερε το Μαρξισμό και την εργατική τάξη ξανά μαζί.

Το πώς αναπτύχθηκαν αυτά τα πράγματα στην Ιταλία και στις Η.Π.Α. διέφερε, φυσικά, λόγω διαφορετικών συνθηκών, διαφορετικών ταξικών συνθέσεων. Στην Ιταλία η βασική έμφαση δόθηκε στα μεγάλα εργοστάσια παραγωγής του Βορρά, ανάμεσα στα οποία ολοφάνερα φιγουράριζε η FIAT. Στις Η.Π.Α., κατά τη δεκαετία του 1950, υπήρξε επίσης εστίαση στα μεγάλα εργοστάσια αυτοκινήτων της περιοχής του Detroit. Αλλά εκεί που η ανάλυση και η πολιτική στην Ιταλία στράφηκε στην ταξική πολιτική για την ανάπτυξη και την τεχνολογική αλλαγή στο εργοστάσιο (που το λειτουργούσαν όλο και περισσότερο νέοι εργάτες από το Νότο), στις Η.Π.Α. στράφηκε στη φυλή –πρώτα με την ανάπτυξη του κινήματος των πολιτικών δικαιωμάτων, έπειτα με τις ανταρσίες-εξεγέρσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στα κέντρα των πόλεων, και αργότερα από το γεγονός ότι οι στρατευμένοι-πολιτικοποιημένοι εργάτες στα εργοστάσια ήταν όλο και περισσότερο νεαροί μαύροι. Καθώς οι δυναμικές των διαδοχικών ταξικών αγώνων στις δυο χώρες διέφεραν, δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός της διαφορετικής ανάπτυξης των θεωριών.

Στο θεωρητικό επίπεδο, ενώ η θεωρία της αυτονομίας στην Ιταλία αναπτύχθηκε σε κάποιο βαθμό μέσα, αλλά σίγουρα ενάντια, στις κυρίαρχες και καλά αναπτυγμένες θεωρίες του Ιταλικού κομουνισμού που είχαν τις ρίζες τους στον Gramsci, στις Η.Π.Α. (και στην Γαλλία γι’ αυτό το θέμα) η αυτόνομη θεωρία αναπτύχθηκε ενάντια σε ένα, σημαντικά λιγότερα επεξεργασμένο, Τροτσκιστικό υπόβαθρο. Ενώ και στις δύο χώρες οι γενικές γραμμές της εξέλιξης ήταν παρόμοιες, οι πιο προχωρημένες συζητήσεις στην Ιταλία, οδήγησαν σε μια πιο εκτεταμένη επανεξέταση της Μαρξιστικής θεωρίας και στην πιο συστηματική δημιουργία νέων θεωρητικών παραδειγμάτων, π.χ. την θεωρία της ταξικής σύνθεσης.

Είναι επίσης αληθές ότι στις Η.Π.Α. οι Μαρξιστές θεωρητικοί των αυτόνομων αγώνων ήταν λίγοι σε αριθμούς και στο περιθώριο των αγώνων που εξελίχθηκαν με γρήγορους ρυθμούς από τους μαύρους, τους Λατίνους, τους φοιτητές και τις γυναίκες. Έτσι, ενώ μπορούμε να μελετήσουμε την επίδραση μιας τέτοιας θεωρίας σ’ αυτούς τους αγώνες ιστορικά, ή τον τρόπο με τον οποίο οι αγώνες αυτοί διαμόρφωσαν την εξέλιξη αυτής της θεωρίας, οι Μαρξιστές που την ανέπτυσσαν δεν ήταν ποτέ οι ίδιοι στην καρδιά των αγώνων. Μιλώντας για την «Νέα Αριστερά» της Αμερικής μιλάμε για κάτι πολύ, πολύ ευρύτερο και συγκεχυμένο από τον «αυτόνομο Μαρξισμό». Οι περισσότεροι από αυτούς που συμμετείχαν βαθιά στα μαζικά κινήματα της δεκαετίας του 1960 που συνέχισαν και στα 1970 και 1980, δεν θεωρούσαν εαυτούς Μαρξιστές κανενός είδους –άσχετα από το πόσο πολύ μπορεί να είχαν επηρεαστεί από Μαρξιστικές ιδέες ή να είχαν συμμετάσχει σε αγώνες που είχαν νόημα στην Μαρξιστική θεωρία. Στην πραγματικότητα, ένα στοιχείο που καθόρισε τη Νέα Αριστερά στις Η.Π.Α. ήταν η απόρριψη, όχι μόνο της πολιτικής των κομμάτων της παλιάς Αριστεράς, αλλά και το υπόβαθρο της Μαρξιστικής της θεώρησης.

Στην Ιταλία, η πανταχού παρουσία της Αριστεράς και της ιδεολογικής και οργανωτικής της επιρροής, σήμαινε ότι η εξέλιξη και επιρροή της αυτόνομης θεωρίας ήταν πολύ περισσότερο ενσωματωμένη στην εξέλιξη των ταξικών αγώνων των δεκαετιών του 1960 και του 1970, και σε πολλούς περισσότερους ακτιβιστές που σκέφτονταν τον εαυτό τους και αντιλαμβάνονταν τους αγώνες τους ρητά με Μαρξιστικούς όρους. Έτσι στην Ιταλική «Νέα Αριστερά» αναδείχθηκε ο πολιτικός χώρος της «αυτονομίας» όπου οι στρατευμένοι ανέπτυξαν ένα εκτενές φάσμα Μαρξιστικού λόγου ώστε να αρθρώσουν/ερμηνεύσουν την ποικιλία των αγώνων που δεν ταίριαζαν ούτε στην οργάνωση ούτε στις ιδέες της παλαιάς Αριστεράς π.χ. των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών. Έτσι, αν και έχει νόημα να χρησιμοποιούμε τον ίδιο όρο «Νέα Αριστερά» τόσο στην Ιταλία όσο και στις Η.Π.Α., ο όρος «Αυτόνομος Μαρξισμός» ταιριάζει καλύτερα στις συνθήκες της πρώτης.

Μέρος 2ο: Η φύση της κυριαρχίας του Κεφαλαίου-  Η Εργασία

  • Ποια είναι η πολιτική σημασία της διατύπωσης που δίνεις για τον καπιταλισμό, ως ένα σύστημα που βασίζεται στην απεριόριστη επιβολή της εργασίας;

Οι περισσότεροι παραδοσιακοί Μαρξισμοί έχουν ορίσει τον καπιταλισμό περισσότερο με όρους μορφής παρά ουσίας. Αυτό μας λέει ότι σχεδόν όλοι τους έχουν εστιάσει στην συγκεκριμένη μορφή μέσω της οποίας το κεφάλαιο εκμεταλλεύεται τους εργάτες: την μορφή της μισθωτής εργασίας. Έτσι προκύπτει και ο γνωστός ορισμός της εργατικής τάξης ως το μισθωτό προλεταριάτο, καθώς και η κεντρική εστίαση στην εκμετάλλευση. Έτσι προκύπτει και ο πολιτικός στόχος: κατάργηση του συστήματος των μισθών. Αυτή η εστίαση στη μισθωτή μορφή προέκυψε από την σχετική θεωρητική αντίληψη ότι η δουλειά, ή η εργασία (στη γενική της έννοια), δεν ήταν μόνο ένα φυσικό χάρισμα στην ανθρώπινη κοινωνία, και το πιο βασικό καθοριστικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων όντων, αλλά ότι η ανατροπή του καπιταλισμού θα περιέχει την γενίκευση της σχέσης εργασία: ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός θα ήταν κοινωνίες της μιας τάξης όπου ο καθένας θα δούλευε –χωρίς εκμετάλλευση και με προσωπική και συλλογική πραγμάτωση.

Αυτό που αντιπαραβάλω εδώ και κάποιο καιρό, είναι ότι αποκτούμε μια εντελώς διαφορετική οπτική, μια διαφορετική ανάγνωση της Μαρξιστικής θεωρίας και μια διαφορετική πολιτική ανατροπής και αντικατάστασης του καπιταλισμού, όταν εστιάζουμε στην ουσία των κοινωνικών σχέσεων του καπιταλισμού: στην εργασία. Ο καπιταλισμός δεν είναι απλά ένα κοινωνικό σύστημα που εκμεταλλεύεται ανθρώπους μέσω της εργασίας, τέτοιο που θα μας επέτρεπε να σκεφτούμε την κατάργηση της εκμετάλλευσης αλλά την διατήρηση της εργασίας: είναι ένα κοινωνικό σύστημα που τείνει να υπάγει όλη την ζωή στην εργασία, και με αυτόν τον τρόπο αλλοτριώνει αυτούς που αναγκάζει να εργάζονται (Σ.τ.Μ. έμμισθα ή άμισθα) και τους αποτρέπει να αναπτύξουν τους δικούς τους δρόμους προς την αυτό-πραγμάτωση. Υπαγωγή της ζωής στην εργασία δεν σημαίνει μόνο ότι αναγκαζόμαστε να εργαζόμαστε πολλές ώρες –τόσες πολλές που απομένουμε με ελάχιστη ενέργεια για άλλες δραστηριότητες- αλλά ότι και αυτές οι άλλες δραστηριότητες τείνουν να περιορίζονται αυστηρά στην αναπαραγωγή της ζωής σαν εργατικής δύναμης, δηλαδή σε προθυμία και σε ικανότητα να εργαζόμαστε.

Για παράδειγμα, όσοι από εμάς είμαστε μισθωτοί κάθε μέρα της συνηθισμένης εργάσιμης εβδομάδας μας (Δευτέρα ως Παρασκευή, οι περισσότεροι), βρίσκουμε ότι όχι μόνο περνάμε τον περισσότερο χρόνο που είμαστε ξύπνιοι δουλεύοντας απευθείας για το κεφάλαιο στη δουλειά μας, αλλά ότι και ο υποτιθέμενος «ελεύθερος» χρόνος μας δεσμεύεται από την προετοιμασία για τη δουλειά, το να πάμε στη δουλειά, να γυρίσουμε από την δουλειά, να ξεκουραζόμαστε από τη δουλειά, να κάνουμε ότι είναι απαραίτητο ώστε να πάμε την επόμενη μέρα στη δουλειά και ούτω καθεξής. Για όσους δεν είναι μισθωτοί π.χ. τους άμισθους στο σπίτι (συνήθως νοικοκυρές αλλά συχνά και παιδιά και κάποιες φορές άντρες), οι «ελεύθερες» ώρες καταλήγουν να είναι αφιερωμένες στην οικιακή «εργασία», η οποία με τη σειρά της δεν αποτελεί απλά την φροντίδα και την αναπαραγωγή της οικιακής ζωής αλλά περιέχει την εργασία του να μετατρέψεις τα παιδιά σε εργάτες και του να αναπαράγεις εργάτες σαν εργάτες. Με άλλα λόγια, οι γυναίκες κάνουν παιδιά αλλά έπειτα (μαζί με τους συζύγους τους μερικές φορές) πρέπει να τα αναθρέψουν ώστε να δέχονται εντολές, να χαλιναγωγούν τις επιθυμίες και τον αυθορμητισμό τους και να μάθουν να πράττουν όπως τους υποδεικνύεται (η ίδια δουλειά που αναλαμβάνουν οι δάσκαλοι στα σχολεία). Έτσι τα παιδιά δεν αφήνονται ελεύθερα να ανακαλύψουν τη ζωή από μόνα τους αλλά μπαίνουν στη δουλειά, τη δουλειά να μετατρέψουν τον εαυτό τους σε εργάτη όπως και να αναπαράγουν τους γονείς τους σαν τέτοιους. Παρομοίως, οι γυναίκες νοικοκυρές δεν δουλεύουν απλώς με/για τους συζύγους τους. Η δουλειά τους αναπαράγει τους συζύγους τους σαν εργατική δύναμη σε καθημερινή και εβδομαδιαία βάση με το να τους ταΐζουν, να τους καθαρίζουν τα ρούχα, να συντηρούν το περιβάλλον τους, να τους προσφέρουν σεξουαλικές και ψυχολογικές υπηρεσίες που τους δίνουν την δυνατότητα να γυρίζουν κάθε μέρα στη δουλειά χωρίς να πυροβολούν το αφεντικό τους, ή τον εαυτό τους. Παράλληλη ανάλυση μπορεί να γίνει για τον «ελεύθερο» χρόνο τα Σαββατοκύριακα και τις διακοπές. Συνοπτικά, αυτό που υποστηρίζω δεν είναι απλώς ότι το κεφάλαιο έχει επεκτείνει τους μηχανισμούς κυριαρχίας του πέρα από το εργοστάσιο (όπως έχουν υποστηρίξει εδώ και καιρό οι κριτικοί θεωρητικοί), αλλά ότι οι μηχανισμοί αυτοί περικλείουν την επιβολή της εργασίας, όπως και την επιβολή της εργασίας της αναπαραγωγής της ζωής σαν εργασία.

Αυτά τώρα τα επιχειρήματα, αρχικά αναπτύχθηκαν από γυναίκες στο φεμινιστικό κίνημα και έφτασαν να εκφραστούν με Μαρξιστικούς όρους στα έργα κάποιων όπως η Mariarosa Della Costa στην Ιταλία και η Selma James στις Η.Π.Α. (και τις δυο θα τις συμπεριελάμβανα ανάμεσα στις «Αυτόνομες Μαρξίστριες»). Αυτά τα επιχειρήματα υπέστησαν στη συνέχεια επεξεργασία vis-a-vis με άλλες μορφές άμισθης εργασίας όπως η σχολική εργασία και αυτή των χωρικών, με τέτοιο τρόπο ώστε να γενικευτεί η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το κεφάλαιο επιχειρεί να μετατρέψει όλη τη ζωή σε εργασία για την δική του αναπαραγωγή, πώς προσπαθεί να μετατρέψει όλη την κοινωνία σε ένα μεγάλο «κοινωνικό εργοστάσιο» ή κοινωνικό σωφρονιστήριο.

  • Ποιος είναι εδώ ο ρόλος της ταξικής αυτονομίας;

Η αναγνώριση του πως το κεφάλαιο αναζήτησε να επιβάλει την εργασία έξω από τη μισθωτή εργασία, πρέπει να συνοδεύεται από την ίδια συνείδηση που έχει η εργατική τάξη για την εξουσία της πάνω στην μισθωτή εργασία: δηλαδή ότι η επιβολή πάντα περιλαμβάνει αγώνα. Όπως οι εργάτες αντιστέκονται στην επιβολή της εργασίας μέσα στο εργοστάσιο ή το γραφείο, μέσω καθυστερήσεων, απεργιών, σαμποτάζ και παρακάμψεων, έτσι αντιστέκονται και οι άμισθοι στην υποβάθμιση της ζωής τους σε εργασία. Σε αυτό το σημείο είναι που η αυτόνομη θεωρία ξεπερνά το αδιέξοδο της κριτικής θεωρίας. Αντί να εστιάζουμε την προσοχή μας στην καπιταλιστική ηγεμονία, στην έκταση και την πληρότητα της καπιταλιστικής κυριαρχίας, πρέπει να αναγνωρίζουμε και στη συνέχεια να επεξεργαζόμαστε τη δύναμη των ανθρώπων να αγωνίζονται ενάντια στην υποβάθμισή τους απλά σε εργάτες. Ακριβώς επειδή το κεφάλαιο προσπαθεί να παρέμβει και να διαμορφώσει το σύνολο της ζωής, όλη η ζωή επαναστατεί, κάθε πτυχή της ζωής γίνεται τόπος ανταρσίας ενάντια στην υποταγή. Οι νοικοκυρές απεργούν στο σπίτι ή διαδηλώνουν συλλογικά στους δρόμους. Οι φοιτητές καταλαμβάνουν τις σχολές ή δημιουργούν «ελεύθερα πανεπιστήμια» και ευκαιρίες απελευθερωμένης μάθησης έξω από τα ιδρύματα. Οι χωρικοί αρνούνται να υποτάξουν την παραγωγή τους (και άρα την εργασία τους) στην αγορά και συνεργάζονται στο χτίσιμο δικτύων αλληλοβοήθειας. Οι «άνεργοι» αρνούνται να ψάξουν για δουλειές με μισθό. Η «κουλτούρα» γίνεται ένα πεδίο της πιο άγριας ταξικής πάλης μεταξύ της απελευθέρωσης  και της αφομοίωσης /εργαλειοποίησης. Και ούτω καθεξής.

Η αναγνώριση όλων αυτών σημαίνει όχι μόνο ότι η ταξική πάλη είναι πανταχού παρούσα αλλά και ότι οι αγώνες των μισθωτών και των άμισθων είναι σύμφυτα συνδεδεμένοι μέσω της κοινής άρνησης της εργασίας, π.χ. της άρνησης της υποβάθμισης της ζωής σε εργασία, και του αγώνα για εναλλακτικούς τρόπους ύπαρξης. Έτσι, ο παλιός αριστερός ορισμός της εργατικής τάξης ως το μισθωτό προλεταριάτο είναι ξεπερασμένος όχι μόνο επειδή το κεφάλαιο έχει ενοποιήσει τους άμισθους στην κατεύθυνση της αναπαραγωγής του, αλλά και επειδή οι αγώνες των άμισθων συμπληρώνουν αυτούς των μισθωτών.

Την ίδια στιγμή όμως, οι αγώνες για εναλλακτικούς τρόπους ύπαρξης που ξεφεύγουν από την υποβάθμιση της ζωής σε εργασία, είναι διάφοροι. Μακριά από τις παλιές Μαρξικές ιδέες της αντικατάστασης του καπιταλισμού από ένα είδος ομοιογενούς σοσιαλισμού, πρέπει να αντιληφθούμε τον κομμουνισμό σαν μια ποικιλία εναλλακτικών. Η επανάσταση περιέχει την έκρηξη, την απόδραση από τις αναγωγές, παρά την αντικατάσταση ενός ενοποιημένου σχεδίου από κάποιο άλλο. Εδώ έγκειται η σημασία της αυτονομίας των αγώνων των διαφορετικών κομματιών της τάξης.

  • Εδώ υπάρχει μια θεμελιώδης απόκλιση από την παραδοσιακή ερμηνεία της Μαρξικής θεωρίας.

Σίγουρα, καθώς αυτό που οι περισσότερες ερμηνείες της Μαρξικής θεωρίας απέτυχαν να αναγνωρίσουν –ιδίως η εργατική θεωρία της αξίας- είναι το πώς η θεωρία του Μαρξ ήταν μια θεωρία για την εργασία, όχι επειδή ο Μαρξ λάτρευε την εργασία σαν την μόνη πηγή αξίας στην κοινωνία, αλλά επειδή η παγκόσμια μετατροπή της ζωής σε εργασία ήταν, και είναι, το μέσο της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Άλλες ταξικές κοινωνίες περιλάμβαναν κάποιους ανθρώπους που ανάγκαζαν τους άλλους να δουλέψουν –οι δουλοπάροικοι εξαναγκάζονταν να δουλέψουν επί φεουδαρχίας, οι σκλάβοι στις αρχαίες μεσογειακές κοινωνίες κλπ- αλλά ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανιστεί στον κόσμο κοινωνία όπου η ζωή επαναοριζόταν σαν εργασία. Πολλοί, διάβασαν επακριβώς την ανάλυση του Μαρξ στα Χειρόγραφα του 1844 σαν μια κριτική της καπιταλιστικής διαστρέβλωσης της εργασίας και κατέληξαν ότι ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός περιείχαν την απελευθέρωση της εργασίας από αυτήν την διαστρέβλωση. Το λάθος τους, κατά τη γνώμη μου, συντελέστηκε όταν μετέφρασαν την εστίαση του Μαρξ στην εργασία ως το αποτέλεσμα μιας πίστης του ότι η αλλοτριωμένη εργασία είναι το ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, ότι η εργασία ορίζει την ανθρωπότητα. Αντί αυτού, θα πρέπει να δούμε ότι όντως είχε νόημα για τον Μαρξ να εστιάζει την ανάλυσή του στην εργασία λόγω της κεντρικότητάς της στην καπιταλιστική κυριαρχία. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι στο Κεφάλαιο, στα Grundrisse και αλλού, αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι αγωνίζονται ενάντια στην εργασία, όχι μόνο επειδή πρόκειται για καπιταλιστική εργασία (μέσω της οποίας υφίστανται την εκμετάλλευση) αλλά επειδή υπάρχουν περισσότερα στη ζωή παρά στην εργασία.

Η ποιοτική μεταμόρφωση της εργασίας υπό τον καπιταλισμό –ως αλλοτρίωση- δεν προέρχεται απλώς από την οργάνωσή της αλλά από την ποσοτική της επέκταση. Όπως υποδεικνύει ο Μαρξ μιλώντας για την απόλυτη υπεραξία και τον αγώνα για την εργάσιμη μέρα, είναι μέσω της επέκτασης της εργασίας που πετυχαίνει ο καπιταλισμός την κυριαρχία –μέσω της υπερ-εργασίας και της υπεραξίας. Στο κεφάλαιο για την εργασιακή διαδικασία, το κεντρικό θέμα για το πέρασμα της συζήτησης από την εργασία γενικά, στην εργασία στον καπιταλισμό, είναι η ποσοτική της επέκταση. Το κεντρικό θέμα στο κεφάλαιο για την εργάσιμη μέρα είναι ο αγώνας της εργατικής τάξης ενάντια σ’ αυτήν την επέκταση και αργότερα για τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας. Στα Grundrisse,  το κεντρικό θέμα στη συζήτηση σχετικά με το πέρασμα της αξίας της εργασίας προς την αξία σαν διαθέσιμος χρόνος είναι η μείωση του χρόνου εργασίας. Συνέχεια και συνέχεια η προσδοκία του Μαρξ για τις μετά-καπιταλιστικές κοινωνίες σχετίζεται με την εικόνα του ατόμου (και της συλλογικότητας) που κάνει πολλά πράγματα, δεν δουλεύει απλά. Η υπέρβαση της αλλοτρίωσης μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την ποσοτική μείωση της εργασίας σε τέτοιο βαθμό, που η εργασία γίνεται ένα εσωτερικό κομμάτι, ανάμεσα σε άλλα, μιας πλούσιας σε διαφορετικότητα ανθρώπινης ύπαρξης. Η απελευθέρωση της εργασίας μπορεί να επέλθει μόνο με την απελευθέρωση από την εργασία, δηλαδή από τον υποβιβασμό της ζωής σε εργασία. Μόλις αντιληφθούμε όλα αυτά, απελευθερωνόμαστε από τον «παραγωγισμό» όλων των παλαιών σοσιαλιστικών ψευδαισθήσεων. Είμαστε πια ελεύθεροι να σκεφτούμε τον αγώνα, την επανάσταση και την ελευθερία με όρους ταυτόχρονης αποβολής της εργασίας από το κέντρο της ζωής και επιστροφής της ως ένα μέσο, μεταξύ άλλων, για την εκπλήρωση της ανθρώπινης εξέλιξης.

  • Πως νοείται η απεριόριστη επιβολή της καπιταλιστικής εργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο; Ποιοι χώροι «αυτονομίας» υπάρχουν μέσα στη δυναμική μεταξύ Βορρά και Νότου;

Όλα αυτά εμφανίζουν το πλήρες νόημά τους σε παγκόσμια κλίμακα, όταν κατανοούμε την κατάσταση στο Βορρά σε σχέση με αυτήν στο Νότο. Ο καπιταλισμός ήταν πάντοτε ένα παγκόσμιο σύστημα. Από τις αρχές του ακόμα, την περίοδο της πρωταρχικής συσσώρευσης, ήταν παγκόσμιος. Η υποδούλωση της Αφρικής και η αρπαγή της γης (μέσω της γενοκτονίας) στην Αμερική ήταν γεγονότα σύμφυτα με την ανάπτυξη της Βρετανικής και άλλων Βορειο-ευρωπαϊκών καπιταλισμών. Οι Αφρικανοί έπρεπε να υποδουλωθούν και να καταναγκαστούν να δουλέψουν στην κλεμμένη γη των Ινδιάνων Cherokee ώστε να παράγουν το βαμβάκι που ήταν απαραίτητο για να διατηρηθεί η επιβολή της εργασίας στους Εγγλέζους εργάτες στους μύλους υφασμάτων του Manchester. Η ιστορία του ιμπεριαλισμού είναι μόνο κατά ένα μικρό μέρος η ιστορία της αρπαγής του πλούτου, του ανοίγματος των αγορών και της απόκτησης αγαθών για το κεφάλαιο. Όλα αυτά δεν είναι παρά στιγμές στην παγκόσμια διαδικασία της μετατροπής των πληθυσμών σε εργάτες και της διαίρεσης και επανα-διαίρεσής τους με απώτερο στόχο τον έλεγχό τους. Τον 19ο αιώνα έκοψαν τους αντίχειρες στους Ινδούς υφαντές για να διατηρήσουν τις δουλειές στα Βρετανικά εργοστάσια. Έναν αιώνα αργότερα Ασιάτες και Λατινοαμερικάνοι εργάτες άρχισαν να δουλεύουν σε  εργοστάσια που είχαν μεταφερθεί στη χώρα τους την ίδια στιγμή που Βορειο-αμερικάνοι και Νότιο-ευρωπαίοι εργάτες στην υφαντουργία απολύονταν. Αυτά δεν είναι απλά διαφορετικές φάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Είναι αλλαγές στην παγκόσμια ταξική σύνθεση που ήρθαν σαν απάντηση στις αλλαγμένες μορφές των εργατικών αγώνων.

Δεν μπορούμε να αντιλαμβανόμαστε τον ιμπεριαλισμό με Λενινιστικούς όρους, χώρες που εκμεταλλεύονται άλλες χώρες, αλλά πρέπει αντ’ αυτού να αντιλαμβανόμαστε τις πολιτικές των εθνών-κρατών με όρους αλλαγής των ισορροπιών της ταξικής εξουσίας. Η ιστορία της «μετατροπής των αξιών σε τιμές» είναι η ιστορία του κεφαλαίου που επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του μεταξύ διαφορετικών καταστάσεων, στο βαθμό που του επιτρέπει ο έλεγχός του πάνω στην εργατική τάξη, και με σκοπό να μεγιστοποιήσει αυτόν τον έλεγχο στα πάντα. Γιατί μερικά μέρη του κόσμου «αναπτύχθηκαν» ενώ άλλα έμειναν «υπανάπτυκτα»; Εν μέρει, επειδή μια ιεραρχία μισθού/εισοδήματος είναι απαραίτητη για τον έλεγχο της τάξης παγκόσμια. Σε μεγάλο βαθμό, επειδή στις αναπτυγμένες περιοχές οι άνθρωποι μπορούσαν να αξιοποιηθούν στην εργασία επικερδώς, ενώ σε άλλες όχι. Αυτό που οι Μαρξιστές επαναλαμβανόμενα απέτυχαν να αναγνωρίσουν είναι το πώς οι εργάτες στις «υπανάπτυκτες» χώρες αρνήθηκαν να εργαστούν για το κεφάλαιο με τους όρους του, δηλαδή με όρους κερδοφορίας. Η «οπισθοδρομικότητα» των εργατών ήταν η άρνησή τους να μπουν στην εργατική τάξη. Η υπανάπτυξη είναι ένα μέτρο της δύναμής τους, όχι μόνο της αδυναμίας τους (π.χ. της ανικανότητάς τους να απαιτήσουν υψηλό μισθό). Η διεθνής αντιδιαστολή του να αντιμετωπίζουμε τους εργάτες στο σπίτι μας σαν θύματα είναι το να αντιμετωπίζουμε τους εργάτες αλλού, αυτούς που βρίσκονται στον πάτο της διεθνούς ιεραρχίας μισθού/εισοδήματος, απλώς σαν εκμεταλλευόμενους και καταπιεζόμενους. Όντως, οι όροι ανάπτυξη και υπανάπτυξη είναι παραπλανητικοί, όχι μόνο γιατί ορίζουν διαδικασίες όπως επίσης και καταστάσεις-της-ύπαρξης, αλλά γιατί προσδιορίζουν και στρατηγικές. Σήμερα, οι άλλοτε ταχύτατα αναπτυσσόμενες Αμερικάνικες και Βορειο-Ευρωπαϊκές βιομηχανικές περιοχές υπο-αναπτύσσονται (π.χ. από-βιομηχανοποιούνται) ενώ τομείς αυτού που συνηθιζόταν να ονομάζεται Τρίτος Κόσμος αναπτύσσονται (π.χ. βιομηχανοποιούνται). Το σχέδιο μπορούμε να το αντιληφθούμε μόνο με τους όρους των μεταβαλλόμενων ρυθμών της ταξικής πάλης, που αλλάζουν τις ισορροπίες δυνάμεων μέσα σε ένα όλον καθώς η ακεραιότητα αυτού του όλου απειλείται από επιθέσεις σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας. Καμιά ανάλυση της παρούσας κρίσης της ταξικής εξουσίας δεν μπορεί να φανεί χρήσιμη αν δεν τοποθετεί τις τοπικές ιδιαιτερότητες μέσα στο ευρύτερο περιβάλλον. Το κεφάλαιο λειτουργεί σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αγώνας της εργατικής τάξης λαμβάνει χώρα παντού, έτσι και η αντικαπιταλιστική στρατηγική, όπως και οι καπιταλιστικές στρατηγικές, πρέπει να διαμορφώνεται και να εκτελείται παγκόσμια. Το πολυεθνικό κεφάλαιο οργανώνεται μέσω πολυεθνικών εταιρειών, διακρατικών σχέσεων και υπερεθνικών κρατικών σχηματισμών (π.χ. ΔΝΤ). Τίποτε από όλα αυτά δεν είναι κατάλληλο για εμάς, αλλά πρέπει να οργανώσουμε τη διεθνή κυκλοφορία των αγώνων μας σε πλανητικό επίπεδο. Το να σκεφτόμαστε παγκόσμια και να δρούμε τοπικά δεν είναι αρκετό. Οι τοπικές δράσεις μας πρέπει να είναι συμπληρωματικές, και αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα αυτόματα.

 

Μέρος 3ο: Η Άρνηση της Εργασίας

  • Μετά τη δεκαετία του 1970, στην Ιταλία η ρητή θεωρητική επιχειρηματολογία για την άρνηση της εργασίας φαίνεται να έχει ανασταλεί. Αυτό αναμφίβολα σχετίζεται με το γεγονός ότι ο εργάτης-μάζα  –του οποίου η πράξη άρνησης ενέπνευσε αυτή την ανάλυση- έχει αποδυναμωθεί, διαιρεθεί τοπικά, και ότι αναδύεται μια νέα ταξική σύνθεση. Κάποιοι μάλιστα μιλούν για την «συντακτική δύναμη της εργασίας»[3] χωρίς να θεωρητικοποιούν με σαφή τρόπο τις σχέσεις μεταξύ της συντακτικής δύναμης και του αγώνα ενάντια στην εργασία. Εσύ, αντιθέτως, φαίνεται να πιστεύεις ότι η άρνηση της εργασίας δεν μπορεί να αποβληθεί ούτε στο επίπεδο των χειροπιαστών αγώνων ούτε στο επίπεδο της πολιτικής/ θεωρητικής αντίληψης. Μπορείς να επεκταθείς λίγο σ’ αυτό;

Η ανάδυση της «άρνησης της εργασίας» σαν ένα σαφές αίτημα στην Ιταλία, ήταν ένα σημαντικό γεγονός που ήρθε να θυμίσει ότι η εργατική τάξη πάντοτε πάλευε ενάντια στην εργασία, από την εποχή της πρωταρχικής συσσώρευσης ως τα τώρα. Μερικές φορές, η μείωση της εργασίας, η απελευθέρωση της ζωής από την εργασία, υπήρξε σαφές αίτημα, όπως αυτά της 10ωρης ή 8ωρης εργάσιμης μέρας για τα οποία έγραψε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο. Μεταξύ του 1880 και του 1940 οι αγώνες των εργατών στις Η.Π.Α. έκοψαν την εργάσιμη εβδομάδα στη μέση και δημιούργησαν το Σαββατοκύριακο. Σε άλλες εποχές, ιδίως τότε που το επίσημο εργατικό κίνημα είχε τη δύναμη, το αίτημα αποσιωπούνταν και παρέμενε κρυμμένο, παρατηρούμενο μόνο στην παθητική αντίσταση και τα σαμποτάζ των εργατών καθημερινά.

Σαν αποτέλεσμα της ανάδυσης ενός τέτοιου σαφούς και καλά δομημένου αιτήματος, η Μαρξική θεωρία ανανεώθηκε σημαντικά. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ακόμη και αυτόνομοι Μαρξιστές που αναγνώριζαν και θεωρητικοποιούσαν την αυτονομία των εργατικών αγώνων και εκτιμούσαν την αυτονομία κομματιών της τάξης (π.χ. των μαύρων και των γυναικών) έμεναν και πάλι δέσμιοι της ιδέας ότι το νόημα της επανάστασης είναι να απελευθερώσουμε την εργασία μέσω της οικειοποίησης της. Η μαζική άρνηση του εργάτη-μάζα στην Ιταλία ήταν μια ζωηρή υπενθύμιση της θεμελιώδους αλήθειας ότι όσο η εργασία είναι το μέσο της κυριαρχίας, οι εργάτες συνεχίζουν να παλεύουν ενάντια στην εργασία (και με αυτό τον τρόπο ενάντια στο να είναι απλώς εργάτες).

Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να δούμε ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής σύγκρουσης στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και την δεκαετία 1970 μπορεί να γίνει αντιληπτό με όρους πάλης ενάντια στην εργασία, ακόμα και όταν οι πρωταγωνιστές δεν άρθρωναν τους αγώνες τους με τέτοιους όρους. Μεγάλο κομμάτι της εξέγερσης των φοιτητών αντιστοιχούσε σε μια άρνηση της εργασίας της δημιουργίας εργατικής δύναμης συνοδευμένη από το αίτημα για χρόνο και ευκαιρίες για να σπουδάσουν πράγματα που ταίριαζαν στις ανάγκες των φοιτητών και όχι του κεφαλαίου. Μεγάλο κομμάτι της εξέγερσης των γυναικών μπορεί να ιδωθεί σαν μια άρνηση των παραδοσιακών τους ρόλων στο κοινωνικό εργοστάσιο -αυτών που παράγουν και αναπαράγουν την εργατική δύναμη- συνοδευμένη από αιτήματα για νέου είδους σχέσεις όσον αφορά το φύλο και άλλες κοινωνικές σχέσεις. Η εξέγερση των μαύρων στους δρόμους των Αμερικάνικων πόλεων δεν ήταν απλά μια κραυγή απελπισίας αλλά μια εξέγερση ενάντια στους ρόλους που τους ανατέθηκαν στα πλαίσια της συσσώρευσης: στο περιθώριο, σαν μέρος του εφεδρικού στρατού που έκανε την αγορά εργασίας να λειτουργεί, κινούμενοι μέσα κι έξω στις δουλειές με τους χαμηλότερους μισθούς, ζώντας κάτω από τα όρια της επιβίωσης, αποκλεισμένοι από την συμμετοχή στην πολιτική κλπ. Η άρνηση τους αφορούσε συγκεκριμένα είδη εργασίας, όπως και αυτή των φοιτητών και των γυναικών, αλλά παρ’ όλα αυτά, ήταν μια άρνηση της εργασίας.

Δυστυχώς, με την παραδοσιακή εστίαση στην μη-αλλοτριωμένη εργασία σαν το νόημα της «ανθρωπινότητας», πολλοί Μαρξιστές ξέχασαν πολύ γρήγορα αυτόν τον θεμελιώδη ανταγωνισμό μέσα στον καπιταλισμό και επέστρεψαν ξανά και ξανά στην ιδεολογία των επαναστατών των αρχών του αιώνα που ήθελαν να «καταλάβουν τα μέσα της παραγωγής», «να καταλάβουν το εργοστάσιο» (ή στο κοινωνικό εργοστάσιο της μεταπολεμικής περιόδου «να καταλάβουν την πόλη») με το στόχο να γίνουν εκτός από εργάτες και διευθυντές.

Το γεγονός της μετατροπής της ταξικής σύνθεσης, της διάχυσης των κομματιών του εργοστασίου, του μερικού τεμαχισμού της οργάνωσης που συνδέονταν με τον εργάτη-μάζα, σε μια πιο εύκαμπτη ή ρευστή, οργάνωση «κοινωνικών εργατών» (operaio sociale), δεν αλλάζει αυτόν τον θεμελιώδη ανταγωνισμό. Αλλάζει μόνο τις μορφές του αγώνα. Ήταν στο Μιλάνο το 1978 σε ένα συνέδριο στην Αρχιτεκτονική Σχολή στο «Fabbrica Diffusa» όπου έγινε εκτενής συζήτηση σχετικά με τον βαθμό στον οποίο η διάχυση του εργοστασίου ήταν μια έξυπνη καπιταλιστική απάντηση στους αγώνες του εργάτη-μάζα ή τον βαθμό στον οποίο ήταν μια καπιταλιστική προσαρμογή στην ανάδυση του «κοινωνικού εργάτη» που εγκατέλειψε το εργοστάσιο εθελοντικά. Από τότε έγινε εκτενής και αξιοσημείωτη έρευνα πάνω στο θέμα με αποδείξεις και για τα δυο φαινόμενα –όπως θα έπρεπε να φανταστούμε. Αλλά είτε μιλάμε για την ανάδυση της κούφιας εταιρείας που συντονίζει την επιβολή της εργασίας έμμεσα μέσω του χειρισμού της προσφοράς και της ζήτησης (των χρηματοδοτήσεων, των αγορών, των εισαγωγών) είτε για τον συγκεχυμένο, αλληλοσυνδεδεμένο κόσμο της υψηλής τεχνολογίας που διασυνδέει δίκτυα ή ερευνητές σε όλο τον κόσμο, το γεγονός ότι άτομα ή μικρές ομάδες ατόμων ελέγχουν απευθείας μέρος των μέσων της παραγωγής δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι ακόμα αναγκασμένοι να δουλεύουν για το κεφάλαιο. Πάντοτε υπήρχαν κάποιοι εργάτες που είχαν άμεσο έλεγχο στα μέσα της παραγωγής, π.χ. ανεξάρτητοι φορτηγατζήδες και τεχνίτες, μικροί γεωργοί και χωρικοί. Το γεγονός ότι αυτά τα μέσα παραγωγής μπορεί τώρα να συμπεριλαμβάνουν υπολογιστές και σχεδιαστικά προγράμματα ή κατασκευαστικό εξοπλισμό δεν αλλάζει το γεγονός ότι είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν για το κεφάλαιο. Η επιβολή της «άυλης εργασίας» είναι εξίσου μια μορφή κυριαρχίας όπως και αυτή της «υλικής» εργασίας. Το να αναγκάζεσαι να εργάζεσαι με το μυαλό  -κάτι που ήταν πάντα σύμφυτο κομμάτι της εργασίας και από παλιά ήταν η εξειδικευμένη δραστηριότητα κάποιων ενώ άλλοι περιορίζονταν να δουλεύουν με άλλα μέρη του σώματός τους- αλλάζει τις συνθήκες της εκμετάλλευσης αλλά όχι την πραγματικότητά της. Αλλάζει μόνο τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί ο εξαναγκασμός, και τη φύση των ευκαιριών για άρνηση και ανυποταξία.

Στο βαθμό που οι σύγχρονοι Μαρξιστές θεωρητικοί μιλούν για την «συντακτική δύναμη της εργασίας» χωρίς να εντοπίζουν τους ανταγωνισμούς αυτής της εργασίας και να τους τοποθετούν ανάμεσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικών ανταγωνισμών, ολισθαίνουν πίσω στην παλιά, παραδοσιακή δοξολογία της εργασίας. Το γεγονός ότι το κεφάλαιο τείνει να μετατρέψει όλη τη ζωή σε εργασία δεν σημαίνει ότι το καταφέρνει κιόλας, και ότι έτσι, το μόνο για το οποίο χρειάζεται να μιλάμε είναι η εργασία και η «συντακτική της δύναμη». Η πάλη ενάντια στην εργασία εξαπλώνεται μαζί με την επιβολή της, με τέτοιο τρόπο που είναι δυνατόν να ερευνούμε τόσο την ποικιλία των αρνήσεων όσο και την ποικιλία των δραστηριοτήτων που αντικαθιστούνται από την εργασία, και έτσι την σχέση μεταξύ εργασίας και μη-εργασίας που αλλάζει. Ως αποτέλεσμα αξιοσημείωτης έρευνας και πρακτικής εμπειρίας, γνωρίζουμε πολλά όσον αφορά το τι σημαίνει η άρνηση της εργασίας σε μια αλυσίδα παραγωγής –πώς απεργούν οι εργάτες, πώς σαμποτάρουν την γραμμή ώστε να μην δουλεύουν κλπ. Η έρευνα έχει επίσης αποκαλύψει τι σήμαινε η άρνηση της εργασίας στο κοινωνικό εργοστάσιο –πώς οι γυναίκες αρνούνταν να αναπαράγουν, πώς οι φοιτητές αρνούνταν να μελετήσουν, πώς οι άνεργοι αρνούνταν να ψάξουν για δουλειά, κλπ. Παρόμοια έρευνα έχει αρχίσει να αποκαλύπτει τι σημαίνει η άρνηση της «άυλης εργασίας» -πώς οι εργάτες στους υπολογιστές παίζουν παιχνίδια αντί να επεξεργάζονται δεδομένα, πώς οι hackers σαμποτάρουν τη μετατροπή των πληροφοριών σε ιδιωτική ιδιοκτησία, πώς οι επιστήμονες ακολουθούν τα δικά τους ενδιαφέροντα χρησιμοποιώντας εταιρικά ή κρατικής έρευνας κονδύλια που είχαν άλλους στόχους, πώς οι σεναριογράφοι της τηλεόρασης ή οι ηθοποιοί εισάγουν ανατρεπτικό υλικό στις πλοκές και τα σενάρια, πώς οι δάσκαλοι διακηρύσσουν την άρνηση της πειθαρχίας αντί της υπακοής, πώς οι καθηγητές πανεπιστημίων και οι μεταπτυχιακοί φοιτητές αλλάζουν την ροή των υπολογιστικών δικτύων προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας των αγώνων αντί της κυκλοφορίας της αντεπανάστασης κλπ. Η άρνηση της εργασίας δεν εξαφανίζεται, απλά αλλάζει μορφές, μαζί με τη αλλαγή των μορφών της καπιταλιστικής επιβολής της εργασίας. Αυτό που οφείλουμε να μελετήσουμε, και να οργανώσουμε, δεν είναι απλώς η συντακτική δύναμη της εργασίας, αλλά η συντακτική δύναμη που εξασκούμε σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης προσπάθειας. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να ξανασκεφτούμε τον επαναορισμό της εργασίας με τρόπους που την ολοκληρώνουν ξανά σε μια ενότητα, σαν δραστηριότητα με σημασία ανάμεσα σε άλλες δραστηριότητες του ανθρώπινου βιώματος.

Ενώ μπορώ να καταλάβω το επιχείρημα σχετικά με την σημασία του αγώνα ενάντια στην εργασία, σε ένα αφηρημένο επίπεδο, τι νόημα έχει να μιλάμε για αγώνα ενάντια στην εργασία σε μια περίοδο που το κεφάλαιο στερεί την εργασία από τους ανθρώπους; Αναφέρομαι στο γεγονός ότι στη Δυτική Ευρώπη, ακόμα και στις Η.Π.Α. ως ένα βαθμό, εμφανίζονται τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας από την εποχή της ανάρρωσης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον Ιταλικό Νότο η ανεργία φτάνει το 40%.  Στη Γερμανία η ανεργία συνολικά αγγίζει το 7.5%, το υψηλότερο ποσοστό μετά το 1949 και στην Ανατολική Γερμανία ο αντίστοιχος δείκτης είναι πάνω από 30%. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για «άρνηση της εργασίας» κάτω από τέτοιες συνθήκες;

Καλή ερώτηση! Ας δούμε πρώτα την κατάσταση αναλυτικά. Γνωρίζουμε ότι τα υψηλά ποσοστά ανεργίας αποτελούν συστατικό στοιχείο της απάντησης του κεφαλαίου στην κρίση που του επιβάλλεται από την εργατική τάξη –στην οποία κρίση η άρνηση της εργασίας έχει παίξει σημαντικό ρόλο. Δεν είναι κάτι καινούργιο, ήταν μια συνήθης στρατηγική κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, και μάλιστα μέχρι το 1930, όταν ένας τεράστιος κύκλος εργατικών αγώνων συγκέντρωσε τη δύναμη να την εξαφανίσει για ένα διάστημα (Σ.τ.Μ. εννοεί την εποχή του Κεϋνσιανισμού και της πλήρους απασχόλησης μετά το ΄30). Οι αγώνες τους πίεσαν προς την γενικευμένη υιοθέτηση του Κεϋνσιανισμού  στον οποίο η ανεργία υποβιβάστηκε σε δευτερεύουσα τακτική, τουλάχιστον στο Βορρά. Αυτό διατηρήθηκε μέχρι που ξέσπασε η παρούσα κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 –κρίση μεταξύ άλλων και του Κεϋνσιανισμού. Δυστυχώς, ο τρόπος εξέλιξης της κρίσης ήταν τέτοιος που η εργατική τάξη δεν είχε την δύναμη να εμποδίσει τη χρήση της ανεργίας σαν όπλο. Αλλά τι είδους όπλο είναι;

Δεν είναι μια έλλειψη εργασίας! Όταν οι εργάτες στην Crotone λένε «Αυτό που θέλουμε είναι τη δυνατότητα να εργαστούμε, για τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας», απαντούν στο γεγονός της μείωσης του εισοδήματός τους, καθώς περνούν από το μισθό στο επίδομα ανεργίας, και το ρίσκο της μελλοντικής μείωσης των εισοδημάτων τους έχει ξαφνικά πολλαπλασιαστεί. Όταν οι εργάτες χάνουν τη μισθωτή εργασία τους περνούν από τον ενεργό στον εφεδρικό εργατικό στρατό. Αλλά και ο εφεδρικός στρατός δουλεύει επίσης –υποτίθεται ότι συνεχίζει να αναπαράγει την εργατική δύναμη και να κάνει την αγορά εργασίας να λειτουργεί ψάχνοντας για μισθωτή εργασία. Αυτό είναι ένα παλιό και σύνηθες φαινόμενο στη Calabria και γνωρίζουμε ότι το «να κάνεις την αγορά εργασίας να λειτουργεί» συχνά αφορούσε τη μετανάστευση καθώς οι εργάτες αναγκάζονταν να μετακινηθούν προς το Βορρά στην αναζήτηση μισθού. Η εξέγερση στην Crotone, όταν, σύμφωνα με αναφορές στις Η.Π.Α., οι εργάτες κατέλαβαν το χημικό εργοστάσιο που θα έκλεινε σύντομα, ήταν μια εξέγερση ενάντια στον εκφυλισμό των συνθηκών εργασίας, άρα και της ζωής των εργατών που απολύονταν. Η ανεργία είναι ένα όπλο σχεδιασμένο να οδηγήσει τους εργάτες προς την εργασία παρά ενάντιά της, δηλαδή προς μισθωτές θέσεις. Κομμάτι της δικής μας δουλειάς είναι να κάνουμε ξεκάθαρα ορατή τη δυναμική αυτής της κατάστασης έτσι ώστε οι εργάτες να μπορούν να παλέψουν γι’ αυτά που πραγματικά θέλουν, δηλαδή για ασφαλές εισόδημα και λιγότερη δουλειά. Κατά κάποιο τρόπο θα το κάνουν, ούτως ή άλλως, επειδή αν πιάσουν μισθωτές θέσεις θα ξαναγυρίσουν στον αγώνα ενάντια στην εργασία, μολονότι ίσως με λιγότερη ένταση, καθώς τώρα έχουν μεγαλύτερο φόβο μήπως χάσουν και πάλι το μισθό τους. Όπως είπα, είναι ένα παλιό παιχνίδι. Ξέρουμε τους κανόνες. Είναι οχυρωμένοι εναντίων μας, αλλά δεν είναι αδύνατο να τους πολεμήσουμε.

Όταν εξετάζουμε την ιστορία των αγώνων ενάντια στην εργασία, ανακαλύπτουμε διάφορους τρόπους με τους οποίους αυτοί οι αγώνες προχώρησαν. Οι Λουδίτες διέλυσαν τις μηχανές που τις έβλεπαν σαν υπεύθυνες για το χαμό των μισθών τους. Δεν λειτούργησε και πολύ καλά αν και δεν ήταν και τόσο τρελό όσο υποστήριξαν κάποιοι. Αργότερα οι εργάτες συνέδεσαν ρητά τον αγώνα ενάντια στην εργασία με το θέμα της ανεργίας απαιτώντας το μοίρασμα της δουλειάς και των μισθών σε ολόκληρο το εργατικό δυναμικό. Η μείωση της εργάσιμης μέρας (ή εβδομάδας) θα μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για την αύξηση/ μοίρασμα των μισθών ώστε να μοιράζονται ανάμεσα σε όλους. Τέτοια επιχειρήματα εμφανίζονται σήμερα στην Δυτική Ευρώπη, προωθούμενα από ανθρώπους όπως ο Andre Gorz. Πρόσφατα είδα σειρά άρθρων στην Le Monde Diplomatique με αυτή την προσέγγιση, γεγονός που δείχνει ότι είναι ένα επιχείρημα που λαμβάνεται σοβαρά υπ’ όψη σε κάποια καπιταλιστικά αρχηγεία. Το επιχείρημα του Gorz, -που προέρχεται πιθανότατα από Ιταλικά διαβάσματα των Grundrisse και της παρούσης κατάστασης, που υπαινίσσονται ότι το κεφάλαιο έχει φτάσει στο σημείο που προβλέπεται στο «Κομμάτι για τις Μηχανές» όπου έχει αντικαταστήσει με μηχανήματα την εργασία σε τέτοιο βαθμό ώστε απλά δεν μπορεί να δημιουργήσει αρκετές δουλειές «πλήρους απασχόλησης» για να δώσει εργασία σε όλους- έχει το πλεονέκτημα, παρ’ όλους τους περιορισμούς του, να αρνείται να ξαναγυρίσει στο παραδοσιακό Αριστερό αίτημα για «εργασία πλήρους απασχόλησης» που απλά επαναλαμβάνει τα θεμελιώδη του καπιταλισμού. Τα επιχειρήματα σχετικά με την ανάγκη «μοιράσματος της εργασίας» έπαιξαν σημαντικό ρόλο στους αγώνες του 19ου αιώνα όπως και σ’ αυτούς της δεκαετίας του 1930 και βοήθησαν στην κινητοποίηση της υποστήριξης για τη μείωση της εργασίας. Τα όρια τους βρίσκονται στη συνεχιζόμενη αποδοχή της νομιμότητας της εργασίας καθ’ αυτής μέσα στον καπιταλισμό, δηλαδή της εργασίας που παίζει το ρόλο της κυριαρχίας παρά της εργασίας που χρησιμοποιείται στο να συναντά τις ανάγκες των ανθρώπων. Επανατοποθετημένα (τα επιχειρήματα για το «μοίρασμα της εργασίας») σε μια πιο συνολική κριτική όλων των μορφών εργασίας, έμμισθων και άμισθων, δηλαδή του καπιταλισμού και της υποτέλειας της επιθυμίας και των αναγκών μας για τη δόμηση μιας ζωής γύρω από την εργασία, τέτοια αιτήματα τείνουν να εξασθενίζουν παρά να δυναμώνουν το κεφάλαιο.

Δεύτερον, με όρους στρατηγικής της εργατικής τάξης, ο αγώνας ενάντια στην εργασία πρέπει να βρει μορφές κατάλληλες με την σύνθεση της τάξης, όπως είπα παραπάνω. Το ξέσπασμα των εργατών της Crotone πρέπει να προέρχεται, εν μέρει, από το γεγονός ότι το εργοστάσιο που κλείνει είναι ένα ακόμη δείγμα της μακράς άρνησης του κεφαλαίου να εγκαθιστά τις δουλειές εκεί που ζουν οι άνθρωποι. Για τους Ιταλούς του Νότου, αυτή υπήρξε μια από τις προφανέστερες και επαχθείς όψεις της υποτέλειας της επιθυμίας στην εργασία/στο κεφάλαιο  –ο τρόπος με τον οποίο γενιές και γενιές εξαναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους, τις κοινότητές τους και τις οικογένειές τους για να βρουν δουλειές στο Βορρά, ή ακόμα και σε άλλες χώρες. Η επανεγκατάσταση των δουλειών κοντά στους ανθρώπους αντί των ανθρώπων κοντά στις δουλειές, είναι ένα λογικό και κατανοητό αίτημα. Βρίσκει απήχηση τόσο στην «σκουριασμένη ζώνη» των Αμερικάνικων μεσοδυτικών πολιτειών όσο και στους λόφους της Calabria. Είναι επίσης, προφανώς, ένας αγώνας που δεν μπορεί να κερδηθεί τοπικά. Στην καλύτερη, το κράτος θα παραχωρήσει κάποιες δουλειές που απλά θα κρατούν τους ανθρώπους σε απασχόληση και δεν θα καλύπτουν τις ανάγκες κανενός, όπως στο παρελθόν τα μπαλώματα των προγραμμάτων δημοσίων έργων. Αλλά σήμερα, το ζήτημα δεν είναι καθαρά τοπικό. Σ’ αυτή την περίοδο της παγκόσμιας αναδόμησης, μετατράπηκε σε ένα αίτημα που το νιώθουν οι εργάτες σε πάρα πολλές περιοχές πολλών χωρών. Παρ’ όλα αυτά, τα αιτήματα «κρατήστε τις δουλειές εδώ στο σπίτι τους» ή «φτιάξτε νέες δουλειές εδώ που τις χρειαζόμαστε» δεν είναι ικανοποιητικά και στέκουν απομονωμένα από σχετικές κριτικές της φύσης της εργασίας, της διάρκειάς της, της ανταμοιβής της, του ρόλου της στην παγκόσμια διαίρεση της εργασίας κλπ. Έτσι, εμείς μπορούμε να δούμε τουλάχιστον ένα είδος οργανωτικής δουλειάς που χρειάζεται να γίνει: την επεξεργασία και την κυκλοφορία της κατανόησης όλων των ζητημάτων που διακυβεύονται σε μια τέτοια κατάσταση, αυτήν την περίοδο. Ξεκάθαρα, γνωρίζουμε πολλά για όλα αυτά τα πράγματα. Το πρόβλημα είναι η κυκλοφορία της γνώσης και της κατανόησης σαν μια στιγμή στην επιτάχυνση της κυκλοφορίας του αγώνα.

Στη Βόρεια Αμερική, σε αυτό το σημείο, η διαδικασία επανεγκατάστασης εργοστασίων/ δουλειών/ μισθών και η απειλή της επιτάχυνσής της με τη εφαρμογή της Συμφωνίας Ελευθέρου Εμπορίου Βορείου Αμερικής, έχει επιταχύνει την κυκλοφορία τέτοιων πληροφοριών, συζητήσεων και αντιπαραθέσεων. Οι εργάτες που χάνουν τις δουλειές τους και συμμετέχουν πλέον στην αυξανόμενη ανεργία, μαθαίνουν πολύ γρήγορα ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί τοπικά. Έτσι, συνδέονται με τους εργάτες στα εργοστάσια και τις κοινότητες όπου έχουν μεταφερθεί οι δουλειές, για να υποστηρίξουν τους αγώνες τους. Όλο και περισσότερο, η απάντηση της εργατικής τάξης στις προσπάθειες του κεφαλαίου να υποβιβάσει τους πιο ευκατάστατους εργάτες στο επίπεδο των φτωχότερων, είναι η υποστήριξη των αγώνων των φτωχότερων ως ο καλύτερος τρόπος υποστήριξης των αγώνων των πιο ευκατάστατων –μια προς τα πάνω «ισορρόπηση» της τάξης συνολικά. Μια τέτοια εθνική και διεθνής κυκλοφορία του αγώνα είναι ζωτική, όπως έχω υποστηρίξει, για τους αγώνες μας σήμερα, και ένα θεμελιώδες στοιχείο σε τέτοιους αγώνες είναι ο αγώνας για την αποφυγή των προσπαθειών του κεφαλαίου να μεταφέρει την πάλη ενάντια στην εργασία σε μια πάλη για την εργασία.

Μέρος 4ο : Αυτό-αξιοποίηση

  • Η άρνηση της εργασίας μας οδηγεί αναγκαστικά στο να μιλήσουμε για τις συντακτικές πρακτικές πέρα από το κεφάλαιο. Στη δουλειά σας χρησιμοποιείτε την κατηγορία αυτό-αξιοποίηση, που εισάχθηκε αρχικά από το Νέγκρι πριν μερικά χρόνια. Τι εννοείται με την αυτό-αξιοποίηση;

Ο Τόνι Νέγκρι πήρε έναν σχετικά ασαφή όρο, που είχε αρχικά χρησιμοποιηθεί από τον Μαρξ (αλλά από λίγους συνεχιστές του) για να μιλήσει για την αυτό-αναπαραγωγή του κεφαλαίου, και του έδωσε ένα νέο νόημα: αυτό της αυτό-ανάπτυξης της εργατικής τάξης. Υπάρχουν προβλήματα με αυτό τον όρο— η αυτό-αξιοποίηση της εργατικής τάξης δεν είναι ομόλογη με αυτή του κεφαλαίου—και (ο Νέγκρι) θα μπορούσε να διαλέξει έναν άλλο, αλλά και αυτός εξυπηρετεί αρκετά καλά. Ο στόχος ήταν να δοθεί προσοχή στην ύπαρξη αυτονομίας στην αυτό-ανάπτυξη των εργατών/εργατριών απέναντι στο κεφαλαίο. Για πολύ καιρό οι Μαρξιστές έβλεπαν την ανάπτυξη της εργατικής τάξης ως παραγόμενη από την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Προηγούμενοι αυτόνομοι Μαρξιστές, ειδικά ο Μάριο Τρόντι, μας είχαν υπενθυμίσει πως για τον Μαρξ το κεφάλαιο (νεκρή εργασία) ήταν ουσιαστικά  ένας περιορισμός στην εργατική τάξη (ζωντανή εργασία), όχι το ανάποδο. Η ζωντανή, δημιουργική δύναμη στην εργασία είναι η φαντασία και η αυτό-δραστηριότητα των εργατών / εργατριών, όχι του κεφαλαίου.  Μολαταύτα, καθώς οι αγώνες του εργάτη–μάζα πήραν τη μορφή της άρνηση της εργασίας, αναπτύχθηκε μια τάση να παραβλεφθεί αυτή η ουσιαστική, δημιουργική αυτό-δραστηριότητα. Τον ίδιο καιρό, στην Ιταλία στο τέλος του ’60 και στις αρχές του ’70, αυτή η δημιουργική αυτό-δραστηριότητα εκτινάχθηκε σε όλο το κοινωνικό εργοστάσιο σε μια μυριάδα κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών  επινοήσεων. Ο όρος του Νέγκρι “αυτό-αξιοποίηση” έδωσε ένα όνομα στο θετικό περιεχόμενο αυτής της έκρηξης και επανάφερε την προσοχή μας στους τρόπους με τους οποίους οι εργάτες/εργάτριες όχι μόνο παλεύουν ενάντια στο κεφάλαιο αλλά και για μια διαφορετική ποικιλία  νέων τρόπων ύπαρξης. Παρείχε ένα σημείο αφετηρίας για να ξανασκεφτούμε, όχι μόνο το περιεχόμενο του αγώνα της εργατικής τάξης, αλλά επίσης μερικά θεμελιακά ζητήματα όπως η φύση της επανάστασης και η “μετάβαση” σε μετά-καπιταλιστική κοινωνία. Όπως ο Νέγκρι επισήμανε τόσο καλά στις διαλέξεις του για τα Grundrisse, δημοσιευμένα (σε βιβλίο) ως «ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ», η δημιουργία του κομμουνισμού δεν είναι κάτι που έρχεται αργότερα αλλά είναι κάτι που επαναλαμβανόμενα προωθείται από τρέχων εξελίξεις νέων μορφών αυτό-δραστηριότητας της εργατικής τάξης. Ο Μαρξ φυσικά το είχε πει αυτό προηγουμένως, όπως και κάποιοι άλλοι, παλιότεροι αυτόνομοι Μαρξιστές (π.χ. ο C.L.R. James και οι σύντροφοι / συντρόφισσες του το ’50) αλλά η θεωρητική δουλειά του Νέγκρι έφερε την ιδέα ξανά στο φως με ένα, επιμελώς εδραιωμένο, θεωρητικό τρόπο.

  • Πως  η ιδέα της αυτό-αξιοποίησης επηρέασε την ανάπτυξη μιας πολιτικής ατζέντας;

Ένα αποτέλεσμα αυτής της επανα-συγκέντρωσης της προσοχής σε αυτό που θα ονόμαζα το θετικό περιεχόμενο των εργατικών αγώνων ήταν μια στροφή στην πολιτική ατζέντα για πολλούς από εμάς. Μαζί με τις προσπάθειες μας να καταλάβουμε πως η δύναμη της εργατικής τάξης είχε δημιουργήσει και διατηρήσει την κρίση του καπιταλισμού το ’70 και το ’80, αρχίσαμε επίσης να εξερευνούμε τις ιστορικές διαδικασίες της αυτό-αξιοποίησης, που επίσης είχαν υπάρξει ένα εσωτερικό μέρος της κρίσης του κεφαλαίου, και που μπορούσαν να παρέχουν ένα σημείο αφετηρίας για την επεξεργασία του κομμουνισμού στο παρόν. Εκεί που το έργο του Νέγκρι είχε παραμείνει πρωταρχικά θεωρητικό και η μικρή εμπειρική δουλειά του περιοριζόταν σε λίγες κρίσιμες βιομηχανίες, άλλοι συνέχισαν την εξερεύνηση της αυτό-αξιοποίησης, από την επανεξέταση των πολιτισμικών επαναστάσεων στις πόλεις του Βορρά στα τέλη του ’60 και κατά το ’70, μέχρι τη μελέτη των αγροτικών/αστικών κοινοτικών αγώνων των χωρικών και ιθαγενών λαών του Νότου. Εκεί που η συγκέντρωση του Νέγκρι ήταν αυξανόμενα πάνω στην αυτό-αξιοποίηση στην εργασία, άλλες έρευνες και μελέτες των δραστηριοτήτων εργασίας και μη-εργασίας γέννησαν πλούσια αποτελέσματα και μας παρείχαν έναν πλούτο κατανόησης σχετικά με τις διαφορετικές εμπειρίες των δημιουργικών αγώνων που είχαν επιμείνει μέσα από την κρίση, άπιαστοι  ή αχαλιναγώγητοι και μη-καταστρεφόμενοι από την καπιταλιστική καταπίεση ή αφομοίωση.

  • Πως βλέπετε τη σχέση μεταξύ της άρνησης της εργασίας και της αυτό-αξιοποίησης;

Νωρίτερα είπα πως το μόνο λογικό σημείο αφετηρίας για την επεξεργασία της πολιτικής στρατηγικής της εργατικής τάξης είναι μια κατανόηση της δική μας δύναμης. Αυτό που κάνει η έννοια της αυτό-αξιοποίησης είναι το να τραβά την προσοχή μας, όχι μόνο στη δύναμη μας να μειώσουμε και να περιορίσουμε την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω μας, αλλά επίσης στις ικανότητες μας και τη δημιουργικότητα να επεξεργαζόμαστε εναλλακτικές. Έτσι όπως η έννοια “άρνηση της εργασίας” μας βοηθά να καταλάβουμε πως μια μεγάλη ποικιλία κοινωνικών αγώνων υποβαθμίζουν την καπιταλιστική συσσώρευση και τη ρίχνουν σε κρίση, έτσι και η έννοια της αυτό-αξιοποίησης μας βοηθά να καταλάβουμε πως η ικανότητα μας να επεξεργαζόμαστε και να υπερασπιζόμαστε νέους τρόπους ύπαρξης, όχι μόνο ενάντια αλλά και πέρα από τον καπιταλισμό, είναι η άλλη πλευρά της κρίσης.

Η δύναμη της άρνησης είναι η δύναμη να χαράξουμε τους χρόνους μας και τους χώρους μας σχετικά ελεύθερα από την καπιταλιστική επιβολή της εργασίας (λέω “σχετικά ελεύθερα” γιατί τέτοιοι χρόνοι και χώροι είναι πάντα περιορισμένοι και στραπατσαρισμένοι από την καπιταλιστική δύναμη.) Η δύναμη της αυτό-αξιοποίησης είναι η δύναμη του να γεμίσουμε αυτούς τους χώρους με εναλλακτικές δραστηριότητες και νέες μορφές κοινωνικότητας—να επεξεργαστούμε το κομμουνιστικό μέλλον στο παρόν.

Αυτή η οπτική μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε και να καταλάβουμε, μέσα σε ένα Μαρξιστικό θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία που λαμβάνει χώρα μέσα στο επονομαζόμενα “νέα κοινωνικά κινήματα” που πολλοί παραδοσιακοί μαρξιστές και πολλοί μετά-Μαρξιστές, μετά-μοντέρνοι, βλέπουν ή ισχυρίζονται ότι είναι πέρα από το πεδίο της Μαρξιστικής θεωρίας. Αλλά τέτοια νέα κοινωνικά κινήματα ήταν πάντα κινήματα ενάντια στους περιορισμούς του καπιταλιστικού κοινωνικού εργοστασίου—είτε άρθρωσαν τις ιδέες τους έτσι είτε όχι—και είναι πρωταρχικά νέα στη δύναμη τους και τη φαντασία τους. Για παράδειγμα, τα γυναικεία και γκέι κινήματα δεν αρνήθηκαν μόνο την υποταγή της ζωής σε εργασία αλλά εγκαινίασαν μια μεγάλη ποικιλία πειραμάτων στην ανάπτυξη νέων ειδών οικογενειακών σχέσεων και σχέσεων φύλου, νέων ειδών προσωπικών και κοινωνικών σχέσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ των ανδρών και μεταξύ των γυναικών. Το Πράσινο κίνημα, με έναν παράλληλο τρόπο, δεν επιτέθηκε μόνο στην καπιταλιστική εκμετάλλευση όλης της φύσης αλλά επίσης εξερεύνησε μια μεγάλη ποικιλία εναλλακτικών σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και της υπόλοιπης γης. Στην εξέλιξη τους αυτά τα κινήματα συνέπεσαν και επηρέασαν το ένα το άλλο, έτσι όπως αναζήτησαν έμπνευση και σε μια μεγάλη ποικιλία εναλλακτικών πολιτισμικών πρακτικών π.χ. αυτών των ιθαγενών λαών ή αυτών στην προ-καπιταλιστική Ευρωπαϊκή ιστορία. Παρακαλώ σημειώστε, δεν λέω πως επειδή μπορούμε να συλλάβουμε το χαρακτήρα αυτών των κινημάτων σε Μαρξιστικούς όρους, αυτά δεν είναι αντικείμενο ανάλυσης και πολιτικής κριτικής. Έτσι όπως πιο οικείες στιγμές του εργατικού αγώνα, όπως η συνδικαλιστική δραστηριότητα, μπορούν, πρέπει και έχουν γίνει αντικείμενα της πιο εντατικής έρευνας και κριτικής, έτσι πρέπει και αυτά τα κινήματα. Δεν είναι μόνο η δημιουργικότητα χρήσιμη, ούτε όλη η καινοτομία υπονομεύει αυτόματα τον καπιταλισμό και μας βοηθά να ελευθερωθούμε για πιο ενδιαφέροντες τρόπους ύπαρξης. Υπάρχουν πολλά που είναι καταστρεπτικά στους πολιτικούς χώρους αυτών των κινημάτων—ένα από τα σημαντικά είναι η απόρριψη από κάποιους/κάποιες της Μαρξιστικής ανάλυσης και η τύφλωση τους για τη φύση του εχθρού που παρατάσσεται απέναντι τους. Επίσης μερικές μορφές των “πολιτικών ταυτότητας” (identity politics), μέσω μιας δογματικής υπέρ-επιμονής στη διαφορετικότητα, αποκόβουν κάθε πιθανότητα για πολιτικό διάλογο και πολιτική δράση. ΄Η η μετα-δομιστική γλωσσολογική θεωρία έχει παρέχει σε μερικούς μια βολική δικαιολογία για να αποφύγουν τις δυσκολίες της οργάνωσης. Αλλά, ως κανόνας, έρχεται φυσιολογικό στους Μαρξιστές να δουν τέτοιους περιορισμούς και να διεξάγουν τέτοια κριτική. Αυτό που εμένα ενδιαφέρει περισσότερο, σε αυτό το σημείο της ιστορίας, είναι η άλλη πλευρά: η σημασία του να είσαι ικανός να διακρίνεις το θετικό περιεχόμενο τέτοιων αγώνων, με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να είσαι ικανός να σκεφτείς πως οι κοινωνικές δυνάμεις που περιέχουν μπορούν να συνεισφέρουν στο χτίσιμο του κομμουνισμού.

Μέρος 5ο: Οργάνωση

  • Λοιπόν, ο πάτος του βαρελιού, το ερώτημα της οργάνωσης. Με το να βάζετε την αυτονομία της εργατικής τάξης στο κέντρο της Μαρξιστικής θεωρίας, που όπως λέτε πρέπει να θεωρηθεί ως αυτονομία απέναντι στο κόμμα και αυτονομία του κάθε τμήματος της εργατικής τάξης απέναντι στο άλλο, τείνετε να υπαινίσσεστε το ερώτημα της οργάνωσης με όρους της κυκλοφορίας του αγώνα. Τι εννοείται με αυτό; Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι αυτή η κυκλοφορία μπορεί ή πρέπει να είναι οργανωμένη κυκλοφορία;

Νομίζω πως η έννοια της κυκλοφορίας του αγώνα παρέχει ένα κλειδί στο αναπόφευκτο και θεμελιακό ζήτημα της οργάνωσης. Όλοι ξέρουμε πως οι παλιές Λενινιστικές και σοσιαλδημοκρατικές φόρμουλες οργάνωσης (π.χ. το κόμμα) είναι χειρότερες και από άχρηστες, παγώνουν την αυτό-δραστηριότητα της εργατικής τάξης σε διαχειρίσιμους όρους. Ακόμα και οι πιο ευέλικτοι υποστηρικτές τέτοιων προσεγγίσεων, π.χ. η Ρόζα Λούξεμπουργκ που ήθελε κατά κάποιο τρόπο να προσαρμόσει το κόμμα στην αυτό-δραστηριότητα της τάξης, παρέμειναν φυλακισμένοι από τέτοιες φόρμουλες. Όπως ο Σέρτζιο Μπολόνια υποστήριξε πριν χρόνια, σε αυτό που θα έπρεπε να ήταν ένα διάσημο άρθρο (στο “Ταξική Σύνθεση και Θεωρία του Κόμματος, μεταφρασμένο στο γερμανικό περιοδικό Telos 13, Φθινόπωρο 1972), η κατάλληλη μορφή της οργάνωσης της εργατικής τάξης πρέπει να αλλάζει με την αλλαγή στη ταξική σύνθεση. Καμιά φόρμουλα δεν είναι ποτέ χρήσιμη κατά το μήκος όλης της ταξικής σύνθεσης σε μια χρονική στιγμή, ή μέσα στο χρόνο καθώς η σύνθεση αλλάζει. Με άλλα λόγια, πρέπει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε για την οργάνωση του αγώνα με όρους δημιουργίας συγκεκριμένων οργανώσεων π.χ. θεσμών που πάντα γραφειοκρατικοποιούνται και αντιστέκονται σε αναγκαίες αλλαγές. Αντίθετα, πρέπει να σκεφτόμαστε για το ζήτημα της οργάνωσης της εργατικής τάξης με την πιο βασική της έννοια: την επεξεργασία/ ανάπτυξη της συνεργασίας μεταξύ ανθρώπων που βρίσκονται σε αγώνα.

Ξέρουμε πως η εργατική τάξη είναι, και πάντα υπήρξε, πολυσχιδής. Η ταξική σύνθεση είναι σύνθετη. Το κεφάλαιο κυβερνά μέσω της διαίρεσης και κατάκτησης, έτσι υπάρχει πάντα μια μισθολογική/ εισοδηματική ιεραρχία και μια διάρθρωση σχέσεων δύναμης (power relations) μεταξύ των τμημάτων της τάξης. Μερικοί εργάτες έχουν περισσότερους πόρους από άλλους, μερικοί έχουν περισσότερο χώρο ή περισσότερο χρόνο για αγώνα, μερικοί κυριαρχούν άλλους και πάει λέγοντας. “Διαίρεση” σημαίνει καπιταλιστική διαχείριση των ενδο-ταξικών ανταγωνισμών μεταξύ τμημάτων της εργατικής τάξης, ως ένα μέσο για να μειωθούν οι κίνδυνοι να εκραγεί ο δια-ταξικός ανταγωνισμός. Επιπρόσθετα, η διαφορετικότητα της τάξης παίρνει επίσης τη μορφή της διαφορετικότητας στην αυτό-αξιοποίηση. Στη γλώσσα του Ζιλ Ντελέζ και του Φελίξ Γκουαταρί, οι “γραμμές πτήσεις” της αυτό-αξιοποίησης απογειώνονται σε πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις.

Μόλις απορρίψουμε την ιδέα πως αυτές οι “γραμμές πτήσεις” μπορούν ή πρέπει να εναρμονιστούν σε ένα ενοποιημένο σχέδιο σοσιαλισμού και μόλις απορρίψουμε την ιδέα πως τα διάφορα τμήματα της τάξης πρέπει να υποτάξουν τους αγώνες τους για να συναντήσουν τις ανάγκες και τις επιθυμίες τους με τους αγώνες των άλλων (π.χ. όπως πολλές φορές ειπώθηκε στις γυναίκες να κάνουν), τότε αναγνωρίζουμε και συνάμα δεχόμαστε πως o”  ταξικός αγώνας είναι, αναπόφευκτα, φτιαγμένος από μυριάδες ξεχωριστούς αγώνες που κινούνται σε πολλές κατευθύνσεις με μόνο ένα στοιχείο αναγκαστικά κοινό: την απόρριψη της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Το κεφαλαίο το γνωρίζει αυτό, η πολιτική στρατηγική του είναι να διαχειριστεί τη διαφορετικότητα με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε, η αναταραχή που δεν μπορεί να καταπιεστεί, να μη ξεφύγει τελείως και έτσι να τιθασεύεται (η αναταραχή) στο να τροφοδοτήσει τη δική του ανάπτυξη (του κεφαλαίου). Η πολιτική στρατηγική μας πρέπει να είναι η ανάποδη: οι ενδο-ταξικοί ανταγωνισμοί να τροφοδοτούν τον δια-ταξικό ανταγωνισμό με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε αυτός να γίνεται μη-διαχειρίσιμος, και τα διαφορετικά σχέδια αυτό-αξιοποίησης να βρίσκουν τρόπους να αποφύγουν τον περιορισμό και τη χαλιναγώγηση μέσα στον καπιταλισμό με το να γίνονται συμπληρωματικά ή τουλάχιστον αμοιβαία υποστηρικτικά του. Ανάμεσα σε μας και το κεφάλαιο η μεγιστοποίηση του ανταγωνισμού, ανάμεσα σε μας η προώθηση μιας πολιτικής της διαφοράς που μειώνει ή μηδενίζει τον ανταγωνισμό.

Η δυσκολία είναι πως δεν υπάρχει μονοπάτι, μαγική φόρμουλα, ένα απλό “ενωθείτε και παλέψτε”, ούτε μέσα από μια συγκεκριμένη φόρμα οργάνωσης, ούτε μέσα από μια ιδεολογία, ούτε μέσα από το Μαρξισμό (γιατί ο Μαρξισμός παρέχει μια ανταγωνιστική κατανόηση της καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά όχι μια φόρμουλα για μετα-καπιταλιστικούς τρόπους ύπαρξης). Αυτό που θέλουμε, για τους διαφορετικούς αγώνες μας ενάντια στο κεφάλαιο και για τις εναλλακτικές μας μορφές αυτό-αξιοποίησης, είναι το να αλληλοσυμπληρώνονται και να αλληλοενισχύονται. Το πρόβλημα είναι στο να βρίσκουμε τρόπους για να το πετυχαίνουμε αυτό.

Υποθέτοντας την ακρίβεια του είδους της Μαρξιστικής ανάλυσης που παρουσίασα παραπάνω, ο αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική αναγωγή της ζωής σε εργασία παρέχει ένα σημείο κοινότητας σε όλα τα τμήματα της τάξης και για αυτό μια βάση αμοιβαίας κατανόησης. Φυσικά, επειδή η τάξη είναι πολυσχιδής και ιεραρχική, και η επιβολή της εργασίας βιώνεται διαφορετικά από διαφορετικές ομάδες εργατών, αυτό δεν σημαίνει πως όλα είναι απλά σχετικά με την οργάνωση της άρνησης της εργασίας. Η ιστορία του αγώνα της εργατικής τάξης το έχει δείξει αυτό ξεκάθαρα. Και επίσης έχει δείξει ξεκάθαρα πως παρόλες τις διαφορές, οι εργάτες έχουν καταφέρει να συνδέσουν τους αγώνες τους και να έχουν συλλογικά οφέλη. Μελετώντας το πως έχει γίνει αυτό στο παρελθόν είναι μια χρήσιμη άσκηση για να διεγείρουμε ιδέες για το πώς μπορεί να γίνει στο παρόν—όσο βέβαια κάποιος δεν ψάχνει για μια φόρμουλα αλλά για να πάρει μια αίσθηση του τρόπου με τον οποίο συγκεκριμένες λύσεις αναδύθηκαν από συγκεκριμένες ταξικές συνθέσεις. Το να αναγνωρίζουμε την ποικιλία στους τρόπους με τους οποίους η εργασία επιβάλλεται και τη συνεπαγόμενη ποικιλία στις μορφές άρνησης της—μέσα σε όλη την κοινωνία—είναι επίσης χρήσιμο, για να είμαστε ικανοί να αναγνωρίζουμε τους παραλληλισμούς μεταξύ διαφορετικών ειδών αγώνα στο παρόν.

Όταν στρεφόμαστε από τον αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο σε αγώνες για μια ποικιλία σχεδίων αυτό-αξιοποίησης, έχουμε ένα πιο δύσκολο πρόβλημα: πώς να αναπτύξουμε μια πολιτική της διαφοράς χωρίς ανταγωνισμό. Ξεκάθαρα, με δεδομένο ότι οι ανταγωνισμοί ήδη υπάρχουν, η ανάπτυξη μια τέτοιας πολιτικής πρέπει να περάσει μέσα από τους ανταγωνισμούς για να τους ξεφορτωθεί. Δεν θα εξαφανιστούν ακαριαία επειδή απλά το θέλουμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο ακόμα και αν αναπτύσσουμε προσεγγίσεις για τη διαφορετικότητα βασισμένες, μινιμαλιστικά, στο να ζουν οι διαφορές και να τις αφήνουμε να ζουν και να προτιμούμε τον αμοιβαίο εμπλουτισμό τους. Για παράδειγμα, καθώς οι γυναίκες πάλεψαν για να επεξεργαστούν νέα, πιο ικανοποιητικά είδη σχέσεων φύλου, έπρεπε να περάσουν από πολλά είδη ανταγωνιστικών σχέσεων με τους άνδρες (και μεταξύ τους). Όχι μόνο η κατασκευή τέτοιων νέων σχέσεων ενέπλεκε την καταστροφή των παλιών—μια καταστροφή αντιλαμβανόμενη συχνά από τους άνδρες (με κάποια ίχνη αλήθειας) ως κάτι εις βάρος τους—αλλά οι δημιουργικές στιγμές σε αυτή διαδικασία υπήρξαν πειραματικές και συχνά παραγωγικές νέων, απρόσμενων ειδών ανταγωνισμών. Εκεί που οι γυναίκες επεξεργάστηκαν λεσβιακές σχέσεις μεταξύ τους χωρίς άνδρες, υπήρξε ολοφάνερα μια δύσκολη και συνεχόμενη διαδικασία  να αναπτυχθούν συμπληρωματικές και μη-ανταγωνιστικές μορφές αγώνα μεταξύ αυτών των γυναικών και έτερο-σεξουαλικών ανδρών. Υπήρξε ολοφάνερα κάπως πιο εύκολο, μα με κανένα τρόπο πιο απλό, να εκπονηθούν συμπληρωματικοί αγώνες μεταξύ λεσβιών γυναικών και ομοφυλόφιλων ανδρών. Οι σύνθετες δυναμικές αυτών των σχέσεων εξελίσσονται πίσω από τα μάτια μας στους αγώνες για το AIDS, ενάντια στη διάκριση και για την ελευθερία ανάπτυξης νέων ειδών σεξουαλικών, οικογενειακών σχέσεων και σχέσεων φύλου. Αυτό που μια τέτοια εμπειρία διδάσκει, νομίζω, είναι το ότι οι μορφές οργάνωσης που δουλεύουν καλύτερα είναι εκείνες που διευκολύνουν την κυκλοφορία του αγώνα μεταξύ ομάδων, π.χ. που ενισχύουν την συμπληρωματικότητα των προσπαθειών τους, και αυτές οι μορφές πρέπει να αλλάζουν και να προσαρμόζονται στις αλλαγές διάρθρωσης του αγώνα.

  • Φαίνεται πως εδώ πηγαίνετε πέρα από την παλιά διχοτομία μεταξύ “οργάνωσης” και “αυθορμητισμού”.

Η παλιά διχοτομία μεταξύ οργάνωσης και αυθορμητισμού είναι λάθος. Ακόμα και όταν ένα συλλογικό γεγονός συμβαίνει “αυθόρμητα”, π.χ. χωρίς σχεδιασμό εκ των προτέρων από κανένα, οι άνθρωποι που κάνουν το γεγονός να λάβει χώρα οργανώνουν τους εαυτούς τους για να το φέρουν εις πέρας. Το κεφάλαιο, με την ουσία του στην εντολή, την εξουσία και την κυριαρχία μπορεί μόνο να αντιληφθεί την οργάνωση από τα πάνω προς τα κάτω, με κάποιο είδος “ηγεσίας”, και μπορεί να δει μόνο χάος σε όποιο άλλο είδος τάξης. Εμείς, από την άλλη, χρειάζεται να είμαστε ικανοί στο αντιλαμβανόμαστε και να εκτιμούμε μια μεγάλη ποικιλία ειδών οργάνωσης, καθώς πάντα να αξιολογούμε την καταλληλότητα τους κριτικά. Αρκετή από την καλύτερη “από τα κάτω προς τα πάνω” ιστορία, που αναπτύχθηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, περιλαμβάνει την ανακάλυψη και δημοσιοποίηση τέτοιας οργάνωσης στα λαϊκά κινήματα.

  • Λοιπόν, κυκλοφορία των αγώνων ως οργανωτική μορφή. Αλλά οργανωμένη από ποιόν;

Η γενική απάντηση στη γενική ερώτηση σας “οργανωμένη από ποιόν;” είναι “οργανωμένη από τους ίδιους”, εσωτερική οργάνωση από κάθε αυτό-οριζόμενη ομάδα ανθρώπων σε αγώνα. Παρολαυτά, την ίδια στιγμή, εξαιτίας της διαφορετικότητας που εμπλέκεται, κάθε “εσωτερική” οργάνωση, όπως και να αυτό-διαχειρίζεται, πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τη συλλογική οργάνωση των σχέσεων με άλλες ομάδες, άλλα τμήματα της τάξης, την οργάνωση της κυκλοφορίας του αγώνα. Το ερώτημα “Πως μπορούμε να χτίσουμε τη δική μας δύναμη—να αρνηθούμε την εργασία ή να αυτό-αξιοποιήσουμε με το δικό μας τρόπο;” γίνεται “Πως μπορούμε να συνδεθούμε με τους άλλους έτσι ώστε οι προσπάθειες να αλληλοενισχύονται”;  Όλα τα είδη εσωτερικής, αυστηρής φόρμουλας έχουν επιζήσει μέσα σε αρκετά μικρές ομάδες, αλλά πολύ από την ιστορία της Αριστεράς ήταν πως τέτοιες ομάδες, κατά ένα μέρος λόγω της δικιάς τους ακαμψίας, αποκόψαν τον εαυτό τους και παρέμειναν απομονωμένες από άλλες. Αποτέλεσμα αυτού ήταν το ότι παρέμειναν στάσιμες και μη-σημαντικές σε μεγαλύτερα κοινωνικά κινήματα όπου πιο ευέλικτες και προσαρμοστικές μορφές οργάνωσης διευκόλυναν την κυκλοφορία του αγώνα ανάμεσα σε διαφορετικές ομάδες.

Όλα αυτά είναι αλήθεια σε κάθε επίπεδο. Οπουδήποτε η οργάνωση αποτυγχάνει να πετύχει κυκλοφορία του αγώνα, αποτυγχάνει, είτε είναι ένα μικρό γκρουπούσκουλο σε μια πόλη ή σε μια περιοχή ή σε ένα έθνος. Η δύναμη σχετικά μικρών ομάδων, όπως οι Παλαιστίνιοι, ή τα κινήματα για την ελευθερία των μαύρων στη Νότια Αφρική, ή οι επαναστάτες στη Νικαράγουα ή το Ελ Σαλβαδόρ κτλ., υπήρξε πάντα, σε μεγάλο μέρος, λόγω της ικανότητας τους να κτίσουν δίκτυα συμμαχιών για να κυκλοφορήσουν τους αγώνες τους πέρα από τους συγκεκριμένους τόπους τους σε άλλες ομάδες, σε άλλα μέρη του κόσμου. Το οποίο είναι ακριβώς γιατί σε κάθε περίπτωση η στρατηγική του κεφαλαίου ήταν να τους αποκόψει, με εμπορικά και οικονομικά μποϋκοταζ ή ταξιδιωτικούς περιορισμούς, να τους απομονώσει—έτσι ώστε να μπορούν να καταστραφούν. Δεν μπορούμε να υπερτονίζουμε τη σημασία αυτής της εμπειρίας και δεν πρέπει να αποτύχουμε να πάρουμε το αναγκαίο μάθημα: είναι μόνο μέσα από την όλο και μεγαλύτερη κυκλοφορία του αγώνα όπου μπορούμε κάποτε να ελπίζουμε να πετύχουμε την αναγκαία δύναμη για να καταστρέψουμε τα πολυσχιδή μέσα της καπιταλιστικής κυριαρχίας και να τις αντικαταστήσουμε με νέες κοινωνικές σχέσεις της αρεσκείας μας. Σήμερα, που η ταξική σύγκρουση είναι παγκόσμια, η κυκλοφορία των αγώνων μας πρέπει να οργανωθεί σε όλο τον κόσμο, προς κάθε δυνατό σύνδεσμο. Αν καταλάβουμε τι απαιτείται, χρειάζεται μόνο να βρούμε τα μέσα. Είναι μια διαδικασία ήδη εν κινήσει. Πάντα είναι. Τα πολιτικά προβλήματα είναι: πρώτον, η αξιολόγηση του τι δουλεύει και του τι όχι, ποιες μορφές οργάνωσης διευκολύνουν την κυκλοφορία του αγώνα και ποιες την παρακωλύουν και δεύτερον, να κτίσουμε πάνω σε αυτές που δουλεύουν και να παρατήσουμε ή να αλλάξουμε αυτές που δεν δουλεύουν.



[1] Ο Harry Cleaver είναι συγγραφέας του Reading Capital Politically (Διαβάζοντας το Κεφάλαιο Πολιτικά) που μπορείτε να το βρείτε ελεύθερα στο http://www.eco.utexas.edu/facstaff/Cleaver/387Lautonomistmarxism.html

[2] [Σ.τ.Μ.] Θεωρητικοί της Σχολής της Φρανκφούρτης.

[3] Σ.τ.Μ. Αναφέρεται στις ύστερες αναλύσεις του T.Negri. Δες π.χ. την «Εργασία του Διόνυσου», Τ.Νegri & M. Hardt,  Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα, 2001.

 

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης