Κάλεσμα

Προβολή κειμένου

Ένα κίνημα χωρίς αιτήματα;

Ένα κίνημα χωρίς αιτήματα;

MarcoDeseriisκαι JodiDean

Τις πρώτες εβδομάδες και μήνες του OccupyWallStreet, το ζήτημα των αιτημάτων ενέπνευσε το απέραντο άνοιγμα της επιθυμίας. Η σχεδόν αφόρητη απουσία αιτημάτων συγκέντρωσε το ενδιαφέρον, το φόβο, τις προσδοκίες και τις ελπίδες στο κίνημα. Τι ήθελαν; Τι θα μπορούσαν να θέλουν; Οι σχολιαστές ήταν υστερικοί στην απαίτησή τους για αιτήματα: κάποιος πρέπει να μας πει τι θέλει το Occupy Wall Street! Εν μέρει διότι με τον ενθουσιασμό που συσσωρευόταν γύρω από το κενό που δημιούργησε το κίνημα στην αδιέξοδη πολιτική σκηνή των ΗΠΑ, έχοντας κάνει το αδύνατο δυνατό με τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής δύναμης, φάνηκε ότι το κίνημα μπορούσε να απαιτήσει ακόμη και το αδύνατο. Πολλοί από αυτούς πού ήταν μέσα και γύρω από το Occupy Wall Street αντιμετώπισαν επίσης την απουσία αιτημάτων ως όφελος, ως δύναμη. Τόσο οι σχολιαστές όσο και οι διαδηλωτές δίνουν την εντύπωση ότι η αδυναμία του κινήματος να συμφωνήσει πάνω στα αιτήματα και σε μια κοινή πολιτική γραμμή αποτελεί μια συνειδητή επιλογή.

Όποιος είναι εξοικειωμένος με την εσωτερική δυναμική του κινήματος γνωρίζει ότι αυτό δεν ισχύει. Ακόμη και αν ορισμένα Occupyέχουν φτιάξει μια λίστα αιτημάτων, το ζήτημα στο σύνολο του αμφισβητείται έντονα στη Νέα Υόρκη, όπου μόνο οι ανεξάρτητες οργανώσεις, όπως είναι τα εργατικά συνδικάτα έχουν προβάλει τα αιτήματα τους. Σ’ αυτό το άρθρο, υποστηρίζουμε ότι η απουσία αιτημάτων πολύ απέχει από το να είναι μια δύναμη και αντικατοπτρίζει τον αδύναμο ιδεολογικό πυρήνα του κινήματος. Επίσης, υποστηρίζουμε ότι τα αιτήματα δεν πρέπει να προσεγγίζονται τακτικά αλλά στρατηγικά, δηλαδή, θα πρέπει να βασίζονται σε μια μακροπρόθεσμη θεώρηση των πολιτικών στόχων του κινήματος, μια άποψη που απουσιάζει σήμερα. Κατά συνέπεια, στο δεύτερο μέρος του κειμένου, υποστηρίζουμε ότι αυτή η στρατηγική άποψη θα πρέπει να στηρίζεται σε μια πολιτική των κοινών. Ωστόσο, πριν από την εξέταση της πολιτικής των κοινών, διαλύουμε τρεις συνηθισμένες αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν εναντίον των αιτημάτων κατά τη διάρκεια των γενικών συνελεύσεων, των συναντήσεων και των συζητήσεων που είχαν οι άνθρωποι για το κίνημα Occupy.

Πρώτον, λέγεται ότι τα αιτήματα είναι εν δυνάμει διχαστικά, καθώς μπορεί να αποξενώσουν όσους διαφωνούν με αυτά και να αποθαρρύνουν τους νεοεισερχόμενους που προέρχονται από διαφορετικό περιβάλλον να ενταχθούν. Το επιχείρημα αυτό υποστηρίζει ότι στο βαθμό που το Occupy φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα κίνημα που εκφράζει τις απόψεις και τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του κοινωνικού σώματος, κάθε προσπάθεια να προσδιοριστεί μέσα από μια πολιτική αιτημάτων συνεπάγεται μείωση αυτής της δυνατότητας. Την αποκαλούμε η αντίρρηση της αντι-εκπροσώπησης. Δεύτερο, υποστηρίζεται ότι τα αιτήματα αποδυναμώνουν την αυτονομία του κινήματος εφόσον αποκτήσει έναν εξωτερικό παράγοντα, κυρίως την κυβέρνηση ή κάποια άλλη αρχή, που έχει ως καθήκον την επίλυση προβλημάτων που το κίνημα δεν μπορεί να λύσει από μόνο του. Η δεύτερη αντίρρηση συνοδεύεται συνήθως από το επιχείρημα ότι το κίνημα θα πρέπει να επικεντρώνεται σε «αυτόνομες λύσεις» και όχι σε αιτήματα. Αποκαλούμε την άποψη αυτή, η αντίρρηση της αυτονομίας. Η τρίτη συνηθισμένη αντίρρηση, η οποία απορρέει από τη δεύτερη, είναι ότι με την κάλυψη ορισμένων αιτημάτων, η κυβέρνηση θα είναι σε θέση να χωρίσει και να ενσωματώσει (ένα κομμάτι) του κινήματος στο υπάρχον πολιτικό τοπίο, υπονομεύοντας έτσι το λόγο ύπαρξης του κινήματος. Αποκαλούμε αυτή την αντίρρηση, αντίρρηση της ενσωμάτωσης. Κάποιοι αντιμετωπίζουν αυτήν την αντίρρηση με την ιδέα της απελευθέρωσης «απίθανων αιτημάτων», δηλαδή αιτημάτων που δεν μπορούν να επιτευχθούν χωρίς την ανάφλεξη μιας ριζικής μεταμόρφωσης του συστήματος. Η ίδια η αδυναμία υλοποίησης των αιτημάτων αυτών λέγεται ότι αναδεικνύει την ακαμψία του συστήματος, την αδυναμία του να ενσωματώσει τις απαιτούμενες αλλαγές. Επομένως, τα αιτήματα αυτά δεν μπορούν να ενσωματωθούν. Αυτή η πρόταση, με τη σειρά της, απορρίπτεται από τους πραγματιστές, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι αν τα αιτήματα πρόκειται να δημοσιοποιηθούν, θα πρέπει να επικεντρωθούν σε εφικτούς στόχους έτσι ώστε να δείχνουν ότι το κίνημα μπορεί να επιτύχει συγκεκριμένες και μετρήσιμες αλλαγές.

Ας εξετάσουμε πρώτα την αντίρρηση της αντι-εκπροσώπησης. Η αντίρρηση ξεκινά από μια βασική και σιωπηλή παραδοχή για το OccupyWallStreet, δηλαδή, ότι το κίνημα είναι ένα οργανικό και αδιαφοροποίητο μπλοκ που αποτελείται από ανθρώπους από όλα τα κοινωνικά στρώματα και από διαφορετικά φυλετικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και κοινωνικοοικονομικά περιβάλλοντα. Από αυτή την άποψη, το σύνθημα, «είμαστε το 99 τοις εκατό», δεν θεωρείται ότι είναι ρητορική στρατηγική και πολιτική μυθοπλασία, αλλά η ονομασία της υπάρχουσας κοινωνικοπολιτικής οντότητας που προσδιορίζεται σε σχέση με το ένα τοις εκατό.

Η αντι-εκπροσώπηση έχει δύο κύριες μορφές. Η πρώτη, επιμένει ότι είναι πολύ νωρίς για αιτήματα. Επειδή το κίνημα είναι ακόμα νέο, δεν έχει υπάρξει επαρκής χρόνος ώστε το 99 τοις εκατό να επιτύχει τη συναίνεση σε ζητήματα που είναι τα πιο σημαντικά για αυτό. Η παρουσίαση των αιτημάτων θα αποτελούσε τροχοπέδη στην οργανική εξέλιξη μιας συλλογικής συζήτησης με την οποία το κίνημα θα μπορούσε να αρθρώσει τα δικά του συμφέροντα και τις δικές του επιθυμίες. Στη δεύτερη (και πιο ριζοσπαστική) μορφή, η αντι-εκπροσώπηση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή για αιτήματα. Τα αιτήματα πάντοτε και αναγκαστικά ενεργοποιούν ένα κρατικό μηχανισμό, έξω και πάνω και εναντίον της κοινωνίας. Για παράδειγμα, οι αναρχικοί και ελευθεριακοί στο κίνημα έχουν επανειλημμένα εμποδίσει προτάσεις για την εισαγωγή φόρων επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών και την ενίσχυση της εποπτείας του τραπεζικού τομέα με το επιχείρημα ότι οι προτάσεις αυτές θα διευρύνουν τη δύναμη της κυβέρνησης και το πεδίο παρέμβασης της.

Οι εκδοχές του όχι τώρα και του ποτέ της αντι-εκπροσώπησης θολώνουν το γεγονός ότι το 99 τοις εκατό δεν είναι ένα πραγματικό κοινωνικό μπλοκ. Είναι μάλλον ένα σύνολο διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών υποκειμένων. Η άρνηση να εκπροσωπούνται με αιτήματα στην πραγματικότητα αποτελεί άρνηση ή αδυναμία να κάνουν μια ειλικρινή εκτίμηση της κοινωνικής σύνθεσης του κινήματος, έτσι ώστε να αναπτυχθεί μια πολιτική στην οποία οι διαφορετικές δυνάμεις και προοπτικές δεν θα εξουδετερώνουν απλώς η μία την άλλη. Μια τέτοια αδυναμία συσκοτίζεται ακόμα περισσότερο από την έμφαση στις δημοκρατικές διαδικασίες και τη συμμετοχή. Για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις και για να συνεχιστεί ο μύθος της συναίνεσης, το κίνημα παράγει στο εσωτερικό του ομάδες, επιτροπές και πυρήνες που λειτουργούν αυτόνομα. Οι ομάδες αυτές συγκεντρώνονται μέσω των δομών διαμεσολάβησης, όπως είναι η Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο, τα οποία αγωνίζονται να βρουν κοινό έδαφος ανάμεσα στις διαφορετικές πολιτικές και οικονομικές θέσεις των μελών των ομάδων. Με άλλα λόγια, η έμφαση στη συναίνεση, η απόρριψη των αιτημάτων και η άρνηση εκπροσώπησης μπορούν κάλλιστα να έχουν υπηρετήσει το σκοπό της υποκίνησης της πολιτικής βούλησης και τη διεύρυνση της κοινωνικής βάσης του κινήματος σε πρώτη φάση. Παρόλα αυτά, έχει δημιουργηθεί στο κίνημα μια σοβαρή δυσκολία σε σχέση με τις πραγματικές αποκλίσεις, μια δυσκολία που έχει υψηλό κόστος όσον αφορά την πολιτική αποτελεσματικότητα καθώς οι σοβαρές προτάσεις αποδυναμώνονται προκειμένου να υπάρξει συμφωνία με εκείνους που απορρίπτουν τις βασικές τους αρχές.

Ωστόσο, υπάρχει μια αλήθεια στην αντίρρηση της αντι-εκπροσώπησης: τα αιτήματα είναι διχαστικά. Δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ αυτών που είναι «υπέρ» και αυτών που είναι «κατά», μεταξύ του «εμείς» και «αυτοί». Αυτή είναι η πηγή της δύναμης της κινητοποίησης, στο βαθμό που η έκφραση των αιτημάτων δεν προσφέρει κάτι που οι άνθρωποι θα υποστηρίξουν, αλλά κάτι που πρέπει να υποστηρίξουν εάν οι ίδιοι αποτελούν μέρος ενός κινήματος ή βρίσκονται στην ίδια πλευρά του αγώνα.

Η αντίρρηση της αυτονομίας είναι ασφαλώς πιο καλά θεμελιωμένη από αυτήν της αντι-εκπροσώπησης. Για τους αυτόνομους (και τους αναρχικούς), η πρακτική των καταλήψεων και ο ίδιος τρόπος ύπαρξης του κινήματος αποτελεί προεικόνιση ενός νέου, πιο δημοκρατικού και πιο δίκαιου κόσμου. Οι τρόποι δράσης και αλληλεπίδρασης συνδέονται με την προσπάθεια των occupy να «είναι η αλλαγή που θέλουν να δουν στον κόσμο». Οι συμμετέχοντες εργάζονται σύμφωνα με τα ιδεώδη της αμοιβαιότητας και της ισότητας εμψυχώνοντας το κίνημα εναντίον της εκμετάλλευσης και της ανισότητας. Η προσέγγιση της αυτονομίας, στη συνέχεια, δίνει έμφαση στη δημιουργία αυτόνομων δομών και νέων πολιτικών οργανώσεων και πρακτικών. Από αυτή την άποψη, το πρόβλημα με τα αιτήματα δεν είναι μόνο ότι παρέχουν υποστήριξη ζωής σε έναν ετοιμοθάνατο σύστημα, αλλά ότι απομακρύνουν ζωτική ενέργεια από το να οικοδομήσουμε εμείς οι ίδιοι νέες μορφές συλλογικότητας. Τα αιτήματα εστιάζουν την προσοχή του κινήματος προς τα έξω όταν θα έπρεπε να επικεντρώνονται προς τα μέσα.

Η αυτονομία, όπως και η αντι-εκπροσώπηση, προχωρά σαν η πολλαπλότητα των πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων του 99 τοις εκατό να μπορούσε να συγκλίνει από μόνη της. Ωστόσο, εκεί που η αντι-εκπροσώπηση παραβλέπει τις πολιτικές διαφορές, η αυτονομία παραβλέπει τις οικονομικές διαφορές. Η πρακτική των occupy που φαντάζονται οι αυτόνομοι είναι πλήρους απασχόλησης. Απαιτεί συνολική δέσμευση - να ζεις, να αναπνέεις και να είσαι το κίνημα. Η πολιτική της επαναδημιουργίας του κόσμου βρίσκεται στην υποστήριξη του occupy, κυρίως στο οργανωτικό. Πολλές από τις δραστηριότητες της υλικοτεχνικής υποστήριξης, όμως, δεν προεικονίζουν κατ’ ανάγκη αλλά μάλλον απαιτούν την αλληλεπίδραση με τις κυρίαρχες μορφές της εξουσίας. Η νομική υποστήριξη περιλαμβάνει δικηγόρους, άδειες, διαταγές. Κάποιος πρέπει να πληρώσει και κάποιος πρέπει να στήσει τις σκηνές και να ετοιμάσει τους υπνόσακους. Κάποιος πρέπει να καλλιεργήσει και να ετοιμάσει τα τρόφιμα. Έτσι, οι ίδιες οι πρακτικές της προεικόνισης στην πραγματικότητα βασίζονται σε υποδομές, αγαθά και υπηρεσίες που σε μεγάλο βαθμό παρέχονται, συντηρούνται και διανέμονται μέσω των καπιταλιστικών μέσων και σχέσεων. Επιπλέον, πολλοί που θα ήθελαν να υποστηρίξουν το κίνημα δουλεύουν για να βγάλουν το ψωμί τους. Έχοντας ανάγκες, χρέη και ευθύνες, θέλουν να συμμετέχουν στο κίνημα χωρίς να παραιτηθούν από τη δουλειά τους. Για να το πούμε καθαρά, η οικονομική τους κατάσταση δεν τους αφήνει το χρόνο που απαιτείται για τη μόνιμη συμμετοχή στooccupy.

Τόσο οι αντιρρήσεις της αντι-εκπροσώπησης όσο και της αυτονομίας αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν τα δύο βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των αιτημάτων. Πρώτον, μπορούμε να έχουμε και εμείς αιτήματα. Δεύτερον, τα αιτήματα αποτελούν μέσο και όχι σκοπό. Τα αιτήματα μπορούν να αποτελέσουν το μέσο για την επίτευξη αυτόνομων λύσεων. Όταν τα αιτήματα τα θέτουμε στον εαυτό μας, η διαδικασία της άρθρωσης των αιτημάτων γίνεται μια διαδικασία υποκειμενοποίησης ή διαμόρφωσης της βούλησης, δηλαδή, μια διαδικασία μέσω της οποίας μια κοινή βούληση παράγεται από παλιότερες αποκλίνουσες θέσεις. Αντί να θεωρείται ένα πρόβλημα που πρέπει να το αρνιόμαστε ή να το αποφεύγουμε, η διαίρεση γίνεται δύναμη, ένας τρόπος που το κίνημα γίνεται ισχυρό ως το δικό μας κίνημα, το κίνημά μας προς έναν κοινό σκοπό.

Αν η αλήθεια της αντι-εκπροσώπησης βρίσκεται στη θεώρηση της για το διχαστικό χαρακτήρα των αιτημάτων και η αλήθεια της αυτονομίας βρίσκεται στην έμφαση που δίνει στη δημιουργία του κόσμου που θέλουμε να ζούμε, η αλήθεια της αντίρρησης της ενσωμάτωσης είναι η αναγνώριση του ανταγωνισμού και της διαίρεσης. Το πρόβλημα είναι ότι η αντίρρηση αυτή όπως έχει τεθεί στο κίνημα δεν λαμβάνει υπόψη τη θέση της διαίρεσης που έχει σημασία. Η αντίρρηση της ενσωμάτωσης παρουσιάζει το πρόβλημα σαν να είναι μεταξύ του κράτους και του κινήματος και όχι ως μια διαίρεση ήδη μέσα στο ίδιο το κίνημα και μάλιστα, συστατικό στοιχείο του ίδιου του κινήματος.

Αντί να αντιμετωπίζει την πολλαπλότητα των διαφορετικών θέσεων λαμβάνοντας υπόψη την πραγματικότητα των οικονομικών συνθηκών, η αντι-ενσωμάτωση υποστηρίζει ότι η δύναμη του κινήματος προέρχεται από ένα είδος ενότητας της οργής και της δυσαρέσκειας που θα διαλυθεί με κάποια συγκεκριμένη επιτυχία του κινήματος. Έτσι, η αντι-ενσωμάτωση προκαλεί μια συζήτηση σχετικά με συγκεκριμένες προτάσεις, που αναδεικνύουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα. Το αίτημα για ένα εθνικό σχέδιο απασχόλησης σημαίνει ότι το κίνημα έχει ενσωματωθεί από τα συνδικάτα; Μπορεί η πίεση για τροποποίηση του συντάγματος ώστε να εξαλειφθεί η έννοια της εταιρικής προσωπικότητας να ενσωματώσει το κίνημα στο Δημοκρατικό Κόμμα; Και δεν αποτελεί η υποστήριξη κομματικών οργανώσεων, όπως το MoveOn ένα σύμπτωμα ότι η ενσωμάτωση αυτή βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη; Με την επιδίωξη μιας τέτοιας συζήτησης, η αντι-ενσωμάτωση συσκοτίζει τις πραγματικές και πιθανές συνδέσεις μεταξύ των διαφορετικών προτάσεων. Στην προσπάθεια της να εμποδίσει την ενσωμάτωση, ουσιαστικά ενισχύει τον ίδιο τον κατακερματισμό που μαστίζει εδώ και χρόνια τη σύγχρονη Αριστερά.

Το πρόβλημα που διαπέρνα όλες τις αντιρρήσεις όσον αφορά τα αιτήματα είναι η αδυναμία του κινήματος να ασχοληθεί με τον ανταγωνισμό. Έτσι, το ίδιο το ζήτημα των αιτημάτων φέρνει στο προσκήνιο το γεγονός της διαίρεσης μέσα στο κίνημα, μια διαίρεση που πολλοί, αλλά όχι όλοι, δεν δέχονται την ύπαρξη του.

Ευτυχώς, οι αλήθειες που κινητοποιούν καθεμία από τις αντιρρήσεις προτείνουν κι ένα δρόμο προς τα εμπρός. Για να μεταμορφωθεί ένα κίνημα διαμαρτυρίας όπως το Occupy σ’ ένα επαναστατικό κίνημα, θα πρέπει να αναγνωρίσει το διαχωρισμό αυτό, να δημιουργήσει εναλλακτικές πρακτικές και οργανώσεις και να επιβεβαιώσει την ύπαρξη των κοινών. Το σύνολο των ιδεών και πρακτικών που δημιουργήθηκε γύρω από την έννοια των κοινών εκπληρώνει αυτή τη λειτουργία. Τα κοινά αποτελούν πεπερασμένους πόρους των οποίων ο τρόπος διάθεσης και χρήσης προσδιορίζεται από την κοινότητα των χρηστών και των παραγωγών του. Η περατότητα των κοινών, μας δίνει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε την κοινωνική ανισότητα και τα περιβαλλοντικά όρια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην διαλεκτική τους ενότητα.

Η ιδέα των κοινών επιβεβαιώνει την υπεροχή της συλλογικότητας και του γενικού συμφέροντος εναντίον όσων υποστηρίζουν τα ιδιωτικά δικαιώματα και τα ιδιαίτερα συμφέροντα, μια ιδέα που απαντάται στον Αριστοτέλη για το κοινό καλό καθώς και στα έργο σύγχρονων θεωρητικών όπως είναι ο Michael Hardt και ο Antonio Negri, η Silvia Federici, ο George Caffentzis, ο Iain Boal, η Elinor Ostrom, ο Eben Moglen, ο Slavoj Žižek, και άλλοι.

Μια πολιτική των κοινών αναγνωρίζει το διαχωρισμό από το γεγονός ότι ξεκινάει από τη συγκλονιστική αποδοχή ότι τα κοινά δεν υπάρχουν. Κατεστραμμένα και ιδιωτικοποιημένα για πάνω από δύο αιώνες καπιταλιστικής περίφραξης και «συσσώρευσης μέσω της εκποίησης»,[1] αυτό που η Elinor Ostrom αποκαλεί «πόρους της κοινής δεξαμενής»[2] έχουν μειωθεί σε μικροσκοπικούς θύλακες της παγκόσμιας οικονομίας. Αναμφίβολα, οι άτυπες οικονομίες και οι κοινοτικές πρακτικές όπως είναι οι συνεταιρισμοί των εργαζομένων, η στήριξη της γεωργίας από την κοινότητα, οι κοινοτικοί κήποι, τα υπό κατάληψη και αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα και σπίτια, το δωρεάν λογισμικό και το λογισμικό ανοικτού κώδικα, διαχέονται, σε μοριακό επίπεδο, παντού. Ωστόσο, οι πρακτικές αυτές κινητοποιούν φυσικούς και κοινωνικούς πόρους που είναι ποσοτικά ασήμαντοι όταν συγκριθούν με αυτούς που έχουν ιδιοποιηθεί και αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο. Για παράδειγμα, ενώ οι κυβερνο-ενθουσιώδεις όπως είναι ο Yochai Benkler θεωρούν το διαδίκτυο ως μια τεράστια αποθήκη γνώσης, προσβάσιμη σε όλους την οποία συχνά διαχειρίζονται από κοινού οι ίδιοι οι χρήστες[3] του διαδικτύου, αυτοί οι ίδιοι φίλοι της τεχνολογίας παραβλέπουν το γεγονός ότι η βιομηχανική παραγωγή και η αγροτική παραγωγή βρίσκονται σε μεγάλο βαθμό σε ιδιωτικά χέρια. Επιπλέον, οι υποστηρικτές των κοινών της πληροφορίας συχνά αδυνατούν να αναγνωρίσουν ότι αυτά τα κοινά μπορεί να αποτελέσουν και αποτελούν στην πραγματικότητα λειτουργικό στοιχείο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, εφόσον οι καρποί τους επανεντάσσονται παραγωγικά στον καπιταλιστικό κύκλο. (Κάποιος μπορεί να σκεφτεί τη χρήση του Linux στη δημόσια διοίκηση πολλών αναπτυσσόμενων χωρών και την αποδοχή του λογισμικού ανοικτού κώδικα από τις εταιρείες και το στρατό).

Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε η πρώτη ερώτηση που πηγάζει από μια ριζοσπαστική πολιτική των κοινών είναι «πώς μπορούν να δημιουργηθούν, να αναδημιουργηθούν και να επεκταθούν τα αντι-καπιταλιστικά κοινά;» Είναι αυτονόητο ότι ένα τέτοιο ερώτημα οδηγεί απευθείας στην κεντρικότητα τόσο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας όσο και της καπιταλιστικής συσσώρευσης, ένα θέμα τόσο μεγάλο που οι περισσότεροι ακτιβιστές προτιμούν να το αποφεύγουν εντελώς. Η απαίτηση δημιουργίας και επέκτασης των κοινών που δεν υπόκειται στην επιτακτική ανάγκη της συσσώρευσης και του κέρδους θα καταστήσει εμφανές στο 99 τοις εκατό του πληθυσμού τις διαιρέσεις που βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση. Κουρασμένοι από την ιστορική αποτυχία του υπαρκτού σοσιαλισμού και την έλλειψη μεγάλης κλίμακας μοντέλων εναλλακτικής ανάπτυξης, οι περισσότεροι υποστηρικτές του Occupyφαίνεται να αρκούνται σε μια νεο-κεϋνσιανή πολιτική που ξεκινά και συνήθως τελειώνει με αιτήματα για φορολογική μεταρρύθμιση και για δημόσιες επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς όπως είναι η υποδομή, οι πράσινες τεχνολογίες, η εκπαίδευση και η υγειονομική περίθαλψη. Ωστόσο, όπως σημειώσαμε παραπάνω, τα αιτήματα αυτά δεν μπορούν να παρουσιαστούν σωστά καθώς συναντούν την αντίθεση των αναρχικών και των αυτόνομων που απορρίπτουν τα αιτήματα και επικεντρώνονται στις κοινοτικές διαδικασίες της αυτο-αξιοποίησης και της αυτο-οργάνωσης. Για τους αυτόνομους, οι οργανωτικές μορφές του κινήματος ήδη λειτουργούν, με πολλούς τρόπους, ως θεσμοί των κοινών. Μια τέτοια προοπτική αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η συντριπτική πλειοψηφία των πόρων που διαχειρίζεται το κίνημα παράγονται και διανέμονται σύμφωνα με την καπιταλιστική λογική.

Από την άποψη αυτή, ενώ οι νεο-κεϋνσιανές και σοσιαλιστικές θέσεις υποβαθμίζουν και παραβλέπουν τις υφιστάμενες διαδικασίες αυτο-οργάνωσης, η άποψη της αυτονομίας δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του κινήματος στο βαθμό που αποτυγχάνει να αναγνωρίσει ότι η μαζική συσσώρευση πλούτου στον ιδιωτικό τομέα αποτελεί ένα σημαντικό εμπόδιο για την επεκτατική πολιτική των κοινών. Κατά την άποψή μας, η αυτόνομη οργάνωση του κινήματος και μια πολιτική με βάση τα ριζοσπαστικά αιτήματα πρέπει να πάνε χέρι-χέρι, αν πρόκειται να επιτευχθούν μετασχηματισμοί που θα αντέξουν. Μόλις υιοθετηθεί μια επεκτατική πολιτική των κοινών ως το κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής του κινήματος, τα αιτήματα γίνονται τακτικές στην υπηρεσία της εν λόγω στρατηγικής και όχι σημαίνοντα που μπορεί να χρησιμοποιεί η εξουσία στη λογική του διαίρει και βασίλευε. Από αυτή την άποψη, κάθε προσπάθεια που κάνει το κράτος να ενσωματώσει το κίνημα μέσω παραχωρήσεων επιτρέπει την επέκταση της κοινοτικής διαχείρισης των πόρων της κοινής δεξαμενής, θέτοντας σε κίνηση θεσμικές μεταρρυθμίσεις των οποίων η πολιτική και συμβολική ισχύς δεν πρέπει να υποτιμάται.

Επειδή μια ευρεία πολιτική των κοινών, δεν υπάρχει ακόμη (αν και οι συνθήκες είναι ώριμες για αυτό) και δεν θα εμφανιστεί εν μία νυκτί, η τακτική χρήση των αιτημάτων δημιουργεί ευκαιρίες για να δοκιμάσουμε και να μάθουμε από πειράματα στη διαχείριση του κοινών. Για παράδειγμα, τι θα γινόταν εάν το περιβαλλοντικό κίνημα που είναι εναντίον της υδραυλικής ρωγμάτωσης οραματιζόταν μια εθνική εκστρατεία για να υποστηρίξει ότι τα υπόγεια νερά αποτελούν μέρος των κοινών; Αυτό όχι μόνο θα απέτρεπε τις εταιρείες φυσικού αερίου από το να θέτουν σε κίνδυνο τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, αλλά θα ενδυνάμωνε αμέσως τα συμβούλια διαχείρισης των υδάτων που εκλέγονται από τις τοπικές κοινότητες με πρωτοφανείς εξουσίες. Πώς θα συγκροτούνταν τα διοικητικά όργανα και πώς θα λειτουργούσαν; Ακολουθώντας αυτή τη λογική, μπορούμε επίσης να κάνουμε παρόμοιες ερωτήσεις σε σχέση με την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη καθώς και την παραγωγή ενέργειας. Σε κάθε ένα από τους τομείς αυτούς, μπορεί να χρειαστεί να σχεδιάσουμε λύσεις για τη διαχείριση των πόρων αυτών όχι ως εμπορεύματα, αλλά ως αγαθά των οποίων ο τρόπος διάθεσης και χρήσης προσδιορίζεται από την κοινότητα των χρηστών και των παραγωγών τους.

Τέτοιες ζητήματα αποτελούν μόνο την αρχή μιας ευρύτερης έρευνας που θεωρεί τα κοινά όχι ως λύση σε όλα τα προβλήματα, αλλά ως μια αντίληψη που μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει σε διαφορετικά επίπεδα ανάλυσης και σε διαφορετικούς χρόνους. Ως προκαταρκτική διερεύνηση, προτείνουμε μια πολιτική των κοινών που θα πρέπει να λειτουργεί σε τρία επίπεδα: 1) τη διαχείριση της γης και των φυσικών πόρων 2) η παραγωγή και αναπαραγωγή της κοινωνικής ζωής (συμπεριλαμβανομένης της περίθαλψης, της στέγασης, της εκπαίδευσης και της εργασίας) 3) η παραγωγή και η κατανομή της ενέργειας, της γνώσης και των πληροφοριών. Επειδή αυτά τα τρία επίπεδα επιδρούν το ένα στο άλλο, προκύπτουν πολλαπλές συγκρούσεις μόλις κάποιος προσπαθήσει να θέσει προτεραιότητες. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι υπάρχουν στοιχεία που τέμνουν εγκάρσια αυτούς τους τομείς, δηλαδή, κατανοούμε ότι τα κοινά αποτελούν πεπερασμένους πόρους που όχι μόνο μπορούν να εξαχθούν, αλλά πρέπει να αναπαράγονται ενεργά. Μια τέτοια αντίληψη, πιστεύουμε ότι σηματοδοτεί μια αποφασιστική ρήξη με το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής. Tο σύστημα αυτό ευημερεί με τη συνεχή υπέρβαση των ορίων της δικής του επέκτασης, με αποτέλεσμα να παράγει μια πρωτοφανή δημογραφική έκρηξη, ενώ την ίδια στιγμή φέρνει στα πρόθυρα της ολικής κατάρρευσης τα συστήματα υποστήριξης της ζωής. Το κίνημα Occupy αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία για να επανεξετάσουμε αυτό το μοντέλο. Αλλά για να γίνει αυτό, το κίνημα πρέπει να διαλύσει την ψευδαίσθηση ότι όλες οι προτάσεις και τα οράματα είναι ισοδύναμα, αρκεί να υπάρχει δημοκρατική συζήτηση, και να αρχίσει να θέτει προτεραιότητες στην κατεύθυνση για μια πραγματικά πολιτική μετασχηματισμού και οράματος.

http://interactivist.autonomedia.org/node/39512

[1] David Harvey, The New Imperialism (Oxford: Oxford University Press, 2003).

Στα ελληνικά: Ντέιβιντ Χάρβεϊ Ο νέος ιμπεριαλισμός, μετάφραση Ελένη Αστερίου, επιμέλεια: Νίκος Κοτζιάς. ΕκδόσειςΚαστανιώτη, Αθήνα, 2006

[2] Elinor Ostrom, Governing the Commons: The Evolution of Institutions for Collective Action (Cambridge, MA: Cambridge University Press, 1990).

Στα ελληνικά ElinorOstrom, Η διαχείριση των κοινών πόρων, μετάφραση: Γιώργος Άρχοντας, επιμέλεια: Δημήτρης Ποταμιάνος. ΕκδόσειςΚαστανιώτη, Αθήνα, 2002.

[3] Yochai Benkler, The Wealth of Networks: How Social Production Transforms Markets and Freedom (New Haven and London: Yale University Press, 2006).

ενότητες

τελευταίες μεταφράσεις

προς μετάφραση

Τα κείμενα με το προς μετάφραση είναι σε διαδικασία μετάφρασης