Επανεξετάζοντας τις Περιφράξεις: Χώρος, Υποκειμενικότητα και Κοινά

Επανεξετάζοντας τις Περιφράξεις: Χώρος, Υποκειμενικότητα και Κοινά

Antipode Vol. 00 No. 00 2011 ISSN 0066-4812, pp 1–21

Alex Jeffrey

School of Geography, Politics and Sociology, Newcastle University, Newcastle-upon-Tyne, UK; alex.jeffrey@ncl.ac.uk

Colin McFarlane

Department of Geography, Durham University, Durham, UK; colin.mcfarlane@durham.ac.uk

Alex Vasudevan

School of Geography, University of Nottingham, Nottingham, UK; alexander.vasudevan@nottingham.ac.uk

Περίληψη

Ενώ οι έννοιες των «περιφράξεων» και των «κοινών» γίνονται όλο και πιο δημοφιλής στην κριτική γεωγραφία, έχουν γίνει παρόλα αυτά λίγες προσπάθειες για να τις σκεφτούμε μαζί. Αυτό λοιπόν το κείμενο καθορίζει μια διαλεκτική των περιφράξεων-κοινών ως τρόπο σκέψης μέσω των σύγχρονων διαδικασιών αποκλεισμού, βίας και ετερότητας. Εμείς, εξετάζουμε τι διακυβεύεται μέσω μιας γεωγραφικής ανάγνωσης των περιφράξεων, που σημαίνει ότι αναζητουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας ο νεοφιλελευθερισμός λειτουργεί μέσω συγκεκριμένων  μορφών χωρικότητας και υποκειμενικότητας. Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζουμε τις χωρικότητες της περιφράξεις των «άλλων»: στρατηγικές και πρακτικές των σχέσεων που παράγουν τα κοινά (commoning), οι οποίες συναρθρώνουν πιο περιεκτικούς, δίκαιους και βιώσιμους χώρους. Εξετάζουμε την υλικότητα των περιφράξεων σε ένα ευρύ φάσμα χώρων, από τις διαδικασίες εγκατάστασης τειχών έως σε μια πιο ουσιαστική εκτίμηση των ποικίλων συναρθρώσεων των περιφράξεων τόσο σε υλικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των υποκειμενικοτήτων. Συνεχίζουμε, εξερευνώντας τις καταγραφές των περιφράξεων στο ανθρώπινο σώμα, εξετάζοντας το δίκαιο και τη βιοπολιτική. Ως συμπέρασμα, εξερευνούμε τις εφαρμογές αυτών των ισχυρισμών στην κριτική γεωγραφία.

Λέξεις κλειδιά: περίφραξη, κοινά, συνάθροιση, πολιτότητα, βιοπολιτική

 

«η πτώση του τείχους του Βερολίνου υποτίθεται ότι θα σηματοδοτούσε την έλευση του ενιαίου κόσμου της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Είκοσι χρονιά αργότερα, είναι ξεκάθαρο ότι τα τείχη στο κόσμου έχουν απλώς μεταφερθεί… Νέα τείχη κατασκευάζονται σε ολόκληρο τον κόσμο: μεταξύ Παλαιστινίων και Ισραηλινών, μεταξύ του Μεξικού και των ΗΠΑ, μεταξύ της Αφρικής και των Ισπανικών θυλάκων, μεταξύ των απολαύσεων των πλουσίων και των επιθυμιών των φτωχών, είτε πρόκειται για αγρότες σε χωριά είτε για αστικό πληθυσμό σε φαβέλες, μπανλιέ, εστάτες, χόστελ, καταλήψεις και παραγκουπόλεις. Το κόστος του δήθεν ενιαίου κόσμου του κεφαλαίου είναι η βίαιη διαίρεση της ανθρώπινης ύπαρξης σε περιοχές διαχωρισμένες με αστυνομικούς σκύλους, γραφειοκρατικούς ελέγχους, ναυτικές περιπόλους, αγκαθωτά συρματοπλέγματα και απελάσεις» (Badiou 2008:38).

Έτσι χρωματίζει ο Μπαντιού τη ζωντανή και ζοφερή εικόνα της υλικότητας των σύγχρονων περιφράξεων. Ενώ η παραδοσιακή έννοια των περιφράξεων ήταν ο μετασχηματισμός των κοινών γαιών σε ιδιωτικής ιδιοκτησίας, και η ταυτόχρονη εξαφάνιση των κοινών δικαιωμάτων στη γη και τους πόρους, τα τελευταία χρόνια οι περιφράξεις έχουν αναδυθεί ως η διαδικασία κλειδί για την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση (Blomley 2007, 2008a, 2008b; Ferguson 2006; Retort 2005; Vasudevan, McFarlane and Jeffrey 2008). Όπως έχει πρόσφατα επισημάνει ο Nick Blomley (2008a, 2008b), υπάρχει πλέον ένα πλούσιο σώμα επιστημονικών μελετών το οποίο μελετάει τις διάφορες ιστορικές γεωγραφίες των περιφράξεων με σκοπό να παρακολουθήσει τις πολλές συσκευές αναπαράστασης μέσω των οποίων η ίδια η πράξη της περίφραξης τεκμηριώθηκε και νομιμοποιήθηκε (η χαρτογράφηση μπορεί να είναι μονό η πιο προφανής περίπτωση). Ωστόσο όπως και ο Blomley (2007:1), εμείς πιστεύουμε ότι είναι εξίσου σημαντικό να επιστείσουμε την προσοχή στον «επακόλουθο – σοβαροφανή και συχνά αντιφατικό ρόλο των υλικών αντικειμένων στην παραγωγή των περιφράξεων». Σήμερα, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε, για παράδειγμα, το διαχωριστικό τείχος του Ισραήλ, το τείχος που εκτείνεται στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού, ή την μετά-απαρτχάιντ εγκατάσταση τειχών στην Νότια Αφρική (Brown 2010) – διαδικασίες που ο Slavoj Zizek (2009) έχει πρόσφατα περιγράψει ως «κοινωνικό απαρτχάιντ» σε παγκόσμια κλίμακα. Για εμάς, το κινητήριο ερώτημα αφορά στο πως διαφορετικές υλικότητες και τεχνολογίες εισέρχονται στην συγκρότηση των περιφράξεων. Εδώ, οι περιφράξεις πρέπει να επανεξεταστούν και να διευρυνθούν από την μαρξιστική τους προέλευση ως η βάση για την εξέταση τόσο της άρθρωσης των νεοφιλελεύθερων κανόνων όσο και ως η ανακάμπτουσα και βίαιη μορφή της γεωπολιτικής. Η μελέτη μας έχει ως κίνητρο την επιθυμία να εκθέσουμε και να αντιμετωπίσουμε τις υλικότητες των περιφράξεων. Μας ενδιαφέρει το πώς η κατάσχεση των κοινών ενεργά συναρθρώνεται μέσω των πορώδων, κοινωνικο-υλικών και διαστατικών μορφών περιφράξεων - μέσω σχέσεων σταθερότητας και ρευστότητας, στερεοποίησης και κίνησης. Με αυτόν τον τρόπο εξίσου ασχολούμαστε με το πώς θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τις περιφράξεις των άλλων: στρατηγικές και πρακτικές των σχέσεων δημιουργίας κοινών (commoning), οι οποίες δεν αποφεύγουν απαραίτητα την εγκατάσταση τειχών, τα οποία όμως συναρθρώνουν πιο περιεκτικούς, δίκαιους και βιώσιμους χώρους. Ενώ τα τελευταία χρονιά έχουμε δει μια αύξηση των συζητήσεων τόσο των περιφράξεων όσο και των κοινών, ωστόσο στην Γεωγραφία και στην κριτική κοινωνική επιστήμη γενικά, έχουν γίνει πολύ λίγες προσπάθειες για να τις σκεφτούμε από κοινού (δείτε, για μερικές εξαιρέσεις Blomley 2008a; McCarthy 2005).

Η πρωταρχική συσσώρευση, ή αυτό που αποκαλεί ο David Harvey (2003) ως «συσσώρευση μέσω της αποστέρησης-εκτόπισης», δεν είναι σαφώς μια περασμένη εποχή στον καπιταλισμό, αλλά είναι κεντρική στο πως λειτουργεί ο καπιταλισμός. Είτε με την μορφή των πολέμων για πόρους, τη συχνά βίαιη κατάσχεση της δημοσιάς γης από το ιδιωτικό κεφάλαιο, στην βίο-πειρατεία, στην καταστροφή των παγκοσμίων περιβαλλοντικών κοινών, ή η ρεβανσιστική επίθεση στις δημόσιες υπηρεσίες σε ολόκληρο τον παγκόσμιο Βορρά, ο καπιταλισμός βασίζεται στην διαίρεση, στη μετατροπή και κατεδάφιση των διαφόρων μορφών δημόσιας ζωής. Ποιες είναι οι γεωγραφίες αυτών των σύγχρονων ποικιλόμορφων διαδικασιών περίφραξης και αυτή η γεωγραφική ανάγνωση σε τι μπορεί να συνεισφέρει στην κατανόηση των περιφράξεων; Αυτό, για να είστε σίγουροι, είναι ένα φιλόδοξο ερώτημα, αλλά για εμάς είναι σημαντικό ότι οι γεωγράφοι δεν διαστίζουν να αναζητούν «μεγάλα ερωτήματα». Ο καπιταλισμός είναι ένα ανομοιογενές και εκτεταμένο σύνολο διαδικασιών εκμετάλλευσης, αλλοτρίωσης και εκτοπισμού, και οι περιφράξεις είναι μια από τις ρούμπρικές του, και όμως, εμείς πρέπει να επιχειρήσουμε να χαρτογραφήσουμε τη διαφοροποιημένη παρουσία του κεφαλαίου ακριβώς επειδή ο καπιταλισμός συνεχίζει την αδυσώπητη επέκτασή του, αναπαράγεται, εντείνεται και συνδέει τους διαφορετικούς τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, του πολιτισμού και της οικολογίας. Υπάρχουν πάντα συγκεκριμένα ρίσκα σε μια μορφή γραφής προσανατολισμένη σε μεγάλες αφηγήσεις, καθώς και της δυνατότητας συγκέντρωσης τόσο πολλών πραγμάτων κάτω από τον τίτλο «περιφράξεις», που υπονομεύει την ετερογένεια και την διαφορά, ή υπονοεί ότι η εστίαση σε «ευρύτερες» και «μεγαλύτερες» διαδικασίες αποκαλύπτουν κατ’ανάγκη περισσότερα για την ανισότητα και τις πολιτικοοικονομικές αλλαγές από ότι «μικρότερες» διαδικασίες ή τοποθεσίες. Αλλά αυτά τα ερώτημα δεν θα πρέπει να απονομιμοποιήσουν το καθήκον της γραφής σε πολλαπλές τοποθεσίες και διαδικασίες. Πράγματι, εμείς βλέπουμε την χαρτογράφηση των περιφράξεων ως ταυτόχρονα διανοητική και πολιτική, και για αυτό τον λόγο, αναγκαία και επείγουσα.

Πράγματι, αυτό συμβαίνει λόγω της δέσμευσής μας για την πολιτική των μεγάλων αφηγήσεων ότι εμείς στοχεύουμε να σκεφτόμαστε τις περιφράξεις και τα κοινά μαζί, ως μια επιμονή, όχι απλώς για την χαρτογράφηση και απομυθοποίηση, αλλά για την παραγωγή νέων φαντασιακών, δυνατοτήτων και ενώσεων μέσω των κοινών. Τα κοινά, μετά από όλα αυτά, είναι το όνομα για ένα ανομοιογενές σύνολο πρακτικών και συγκρούσεων σε ολόκληρο τον κόσμο -που συνδέονται μερικές φορές άμεσα- από μια δέσμευση για ζωή πέρα από την αγοραιοποίηση, ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίηση, συμπεριλαμβανομένου : «… κινημάτων όπως οι διαμαρτυρίες ενάντια στα σχέδια κατασκευής φραγμάτων στην Ινδία, η ιθαγενική αντίσταση απέναντι στις εταιρείες ξυλείας που αναζητούν πρόσβαση στις παραδοσιακές επικράτειες, πολιτικές οργανώσεις ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών κατοικιών και της υγειονομικής περίθαλψης και καμπάνιες ενάντια στην βιο-πειρατεία» (Blomley 2008a:324). Οι Hardt και Negri (2009) εμβαθύνουν με χρήσιμο τρόπο αυτή την προοπτική τοποθετώντας τα κοινά ως ένα ιδανικό το οποίο δεν είναι απλώς υπερασπίσιμο, αλλά το οποίο παράγει νέες μορφές ζωής. Για αυτούς, τα κοινά είναι μια συλλογή πολλαπλών γνώσεων και τρόπων ύπαρξης. Δεν είναι μια κατηγορία ομοιότητας, αλλά μια «επιβεβαίωση των μοναδικοτήτων» (Hardt and Negri 2009:124), που σημαίνει, ότι αντηχούν την πρότερη (2004) αντίληψή τους για το «πλήθος», σε αυτές τις μοναδικότητες οι οποίες δεν είναι υποχρεωμένες να αποβάλουν τις διαφορές τους προκειμένου να σχηματοποιήσουν τα κοινά, αλλά προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα από την πολιτική των πρωτοποριών που ανιχνεύεται στο πλήθος. Οι περιφράξεις δεν στηρίζονται μόνο στην εκτόπιση και στην αρπαγή γης, ούτε στην ταξική εκμετάλλευση, αλλά στον σφετερισμό του πλούτου που παράγεται από κοινού, από τις συναισθηματικές σχέσεις και τη συνεργατική φροντίδα που χαρακτηρίζει την αποκαλούμενη «γνώση» ή τις «δημιουργικές» βιομηχανίες, έως την εστίαση στην επικοινωνία, στη συλλογικότητα και εγκόλπωση σε μορφές αγοραιοποίησης, διαφήμισης και διανοητικής εργασίας. Αυτό που διακυβεύεται στα κοινά δεν είναι μόνο η πρόσβαση σε πόρους, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησης των υφιστάμενων μορφών συλλοκοποιήσεων για πιο κοινωνικούς και οικολογικούς δίκαιους σκοπούς (δείτε, για παράδειγμα Reid and Taylor, 2010).

Αυτό το άρθρο καθορίζει τρεις προσεγγίσεις στη διαλεκτική των περιφράξεων-κοινών οι οποίες αξιοποιούν τα αντίστοιχα ερευνητικά μας project, και με τα οποία εμείς πιστεύουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικά την τρέχουσα εποχή: υλικότητα, δίκαιο και βιοπολιτική. Με δεδομένο το ενδιαφέρον μας για τις εντάσεις και τις αντιφάσεις, ο τρόπος επιχειρηματολογίας είναι διαλεκτικός. Το άρθρο είναι προϊόν μιας επαναλαμβανόμενης συνάντησης στα τρία αντίστοιχα ερευνητικά μας project μεταξύ των περιφράξεων και των κοινών, μια μεθοδολογική εργασία μέσω των αντιθέσεων και των παράδοξων μεταξύ και εντός αυτών των δυο πεδίων θέασης. Κατά την ανάπτυξη του διαλεκτικού επιχειρήματος, δεν προτείνουμε ότι το σχήμα περιφράξεις-κοινά αποτελούν ένα είδος ολότητας ή ακόμα μια συνάρθρωση, ούτε υπονοούμε ότι καθορίζουν ευθέως το ένα το άλλο. Αντ’αυτού, από τη δική μας προοπτική, οι μετασχηματισμοί τους εξαρτώνται από το πώς περιπλέκονται και αμφισβητούνται. Εάν οι περιφράξεις είναι η κατάσχεση των κοινών, τα κοινά είναι μια παραγωγική χωρικότητα, η οποία δεν ανάγεται απλώς στις περιφράξεις αλλά ποικιλοτρόπως προηγείται, ανταποκρίνεται και υπερβαίνει τις περιφράξεις (Blomley 2008a:320). Κρατάμε την ένταση της διαλεκτικής των περιφράξεων-κοινών αναγνωρίζοντας πως παράγει συγκεκριμένες υλικότητες, χωρικότητας και υποκειμενικότητες. Μέρος της έμπνευσής μας έρχεται από την μακρά ιστορία της διαλεκτικής σκέψης στη γεωγραφία, κυρίως στο έργο του David Harvey (1989:11), ο οποίος έχει ισχυριστεί ότι «επιδιώκοντας να επιχειρηματολογεί με αυτόν τον τρόπο μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε πως επιλύονται οι ανταγωνισμοί στον καπιταλισμό και πως κάθε αντιπαράθεση ενσωματώνεται σε νέες σφαίρες». Ή όπως ο ίδιος (1973:130),  είχε υποστηρίξει παλαιοτέρα, «η διαλεκτική μέθοδος μας επιτρέπει να αντιστρέψουμε τις αναλύσεις εάν αυτό είναι απαραίτητο, να προσεγγίσουμε τις λύσεις ως προβλήματα, να προσεγγίσουμε τα ερωτήματα ως λύσεις» (στο Dixon, Woodward and Jones 2008; Doel 2006). Εμείς με τη χρήση της διαλεκτικής μεθόδου αποφεύγουμε τον φορμαλισμό και την πρόωρη κλειστότητα. Ο διαλεκτικός υλισμός όπως έχει υποστήριξε ο Henri Lefebvre (2009) είναι πάντοτε σε κίνηση, αρνείται να περιφράξει την γνώση και την πρακτική.

 

Συναρθρώσεις Περιφράξεων

Τα φυσικά τείχη και σύνορα αποτελούν τις πιο στοιχειώδεις και γεωγραφικές προφανείς μορφές των περιφράξεων. Στο σημαντικό του έργο για τη σύγχρονη εξάπλωση του χτισίματος τειχών, ο Wendy Brown (2010) αναγνωρίζει τουλάχιστον τρία σημεία αφετηρίας για να σκεφτούμε τους τοίχους. Πρώτον, όπως ορισμένοι σχολιαστές έχουν επισημάνει, το χτίσιμο τειχών, αν μη τι άλλο είναι μια απάντηση στην αποδυνάμωση της κυριαρχίας του έθνους-κράτους. Δεν υπάρχει ο χώρος εδώ για να προβάλουμε αυτή τη σημαντική συζήτηση (Hardt and Negri 2004; Ong 2007), αλλά η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έχει αναμφισβήτητα προκαλέσει μια στροφή στον τρόπο με τον οποίο χωρικοποιείται η κυριαρχία. Η άσκηση της κυριαρχίας εξαρτάται από μια όλο και περισσότερο περίπλοκη γεωγραφία διακρατικών συναρθρώσεων, ροών και θυλάκων. Η κατασκευή τειχών, και αυτό είναι το επιχείρημα του Brown, είναι μια ανήσυχη-αγχώδης, μερικές φορές απεγνωσμένη εικόνα αυτής της νέας δυσάρεστης κατάστασης. Δεύτερον, και ως εκ τούτου, αυτό που μας ενδιαφέρει σε σχέση με την κατασκευή τειχών ως περιφράξεις είναι η επίμονη επιτελεστικότητα. Τα τείχη συχνά δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Αν μη τι άλλο, μπορούν να χρησιμεύσουν ως σημαντικές θεατρικές κατασκευές που επιτελούν και ενοχλούν την κυριαρχία της κρατικής εξουσίας. Ως επιστέγασμα, για να αποσυμπιέσουμε τους μηχανισμούς των θεαματικών επιδράσεων που συνδέονται με την κατασκευή τειχών, επιστήσουμε την προσοχή στην τρωτότητα της κρατικής εξουσίας, και όχι στην αναζωπύρωσή της. Τρίτον, ενώ μπορεί να φαίνεται εύκολο να επικεντρωθούμε στην πεισματική υλικότητα των τειχών, όπως έχει προτείνει ο Eyal Weizman’s (2007) στη δουλειά του πάνω στο ισραηλινό τείχος της Παλαιστίνης, εμείς χρειάζεται να είμαστε εξίσου προσεκτικοί στο πως τα τείχη επιτρέπουν συγκεκριμένες μορφές πορότητας, ελαστικότητας όπως επίσης και διαχωρισμού.

Εάν πολλαπλασιάζεται η κατασκευή τειχών, η μια οπτική γωνία είναι να ειδωθεί η κατασκευή τειχών ως ζωντανή απεικόνιση της σύγχρονης πόλης, ως μέρος της αρχιτεκτονικής της ελίτ του καπιταλισμού. Οι πόλεις στις οποίες οδηγήθηκαν οι αγρότες μετανάστες μέσω των διαρθρωτικών προσαρμογών, ξεκίνησε για τα καλά τη δεκαετία του 1980, και διευκολύνθηκε σε διάφορες χώρες από την ανάπτυξη μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων και την συνεπακόλουθη πτώχευση των μικρών αγροτών και εργατών, έγινε όλο και πιο πολωμένη και κατακερματισμένη, σχηματίζοντας ένα αταίριαστο και κακόηχο αρχιπέλαγος πλούτου και φτώχειας. Η ίδια διαρθρωτική προσαρμογή που έφερε την πάλη και την φτώχεια για τους πολλούς, έφερε για την ελίτ αυξημένες ευκαιρίες  συμπεριλαμβανομένου μεγαλύτερες χρηματοοικονομικές ροές, παγκόσμια αγαθά και συχνά ευνοϊκά ρυθμιστικά περιβάλλοντα για νέας - τελευταίας τεχνολογίας και έντασης καπιταλιστικές αναπτύξεις κατοικιών και υπηρεσιών.

Όπως υποστηρίζουν οι Graham και Marvin (2001) στο Θρυμματισμένη Πολεοδομία (Splintering Urbanism), ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός έχει χρησιμεύσει για να εντείνει τον κατακερματισμό του αστικού τοπίου καθώς οι νέες ιδιωτικοποιήσεις, οι αποσχιστικοί θύλακες των υποδομών και υπηρεσιών θρυμματίζουν την πόλη, οι ίδιοι σχίζονται από την πόλη και στη διαδικασία, διακόπτουν οποιαδήποτε δυνατότητα για μια σύγχρονη, ενιαία δικτυωμένη πολεοδομία. Για παράδειγμα, ο Ravi Sundaram (2004:64) έχει ισχυριστεί σε σχέση με τις πόλεις στην Ινδία ότι αυτός ο θρυμματισμός και το σχίσιμο είναι η ευθυγράμμιση για τις πολλαπλές υλικότητες των περιφράξεων

«τα πολεοδομικά σχέδια βασίζουν τώρα την στρατηγική τους σε μικρότερα σχέδια παρά σε ενιαία οράματα, πιέζουν για ιδιωτικοποίηση των υποδομών, τα σχέδια μεταφορών πριμοδοτούν την αυτοκίνηση και τους ιδιωτικούς αυτοκινητόδρομους για να διευκολυνθεί η γρήγορη πρόσβαση στα προάστια, η κατασκευή ιδιωτικών κατοικιών παίρνει την σκυτάλη από την παλαιότερη αν και περιορισμένη κοινωνική κατοικία.»

Από το Μουμπάι έως το Σάο Πάολο, τη Νέα Υόρκη και τη Γλασκόβη, γινόμαστε μάρτυρες της περιχαράκωσης-οχύρωσης της ανισότητας στις πόλεις και της αύξησης του κατακερματισμού των αστικών τοπίων. Ο εξευγενισμός (gentrification), εν προκειμένου, έχει γίνει η παγκόσμια αναπτυξιακή στρατηγική για τις πόλεις, έστω και με διαφορετικές λογικές, ιστορίες, και επίπεδα επενδύσεων real estate (Smith 2002). Αλλά αυτό δεν είναι μια απλή εξαγωγή των αστικών μορφών και αναπτυξιακών μοντέλων από τον παγκόσμιο Βορρά στον Παγκόσμιο Νότο. Πράγματι, όπως επισημαίνει ο Smith (2002:436) πόλεις όπως το Μουμπάι και το Λάγος όλο και περισσότερο εμφανίζονται ως «ηγετικές θερμοκοιτίδες-εκκολαπτήρια της παγκόσμιας οικονομίας, πρόγονοι των νέων αστικών μορφών, διαδικασιών και ταυτοτήτων». Αυτές οι πόλεις, λοιπόν, είναι οι καθοδηγητικές αρένες μιας πιο γενικότερης νεοφιλελεύθερης αναμόρφωσης των πόλεων, από την κατεδάφιση και ανάπλαση των άτυπων οικισμών – για παράδειγμα, η τεράστια σημερινή προσπάθεια να μετατραπεί το Dharavi, μια από τις μεγαλύτερες ασιατικές παραγκουπόλεις (slum), που βρίσκεται στο κέντρο του Μουμπαι, σε «παγκόσμιο κέντρο κουλτούρας, γνώσης, επιχειρηματικότητας και υγείας» -  στη ανάπτυξη των ειδικών οικονομικών ζωνών (special economic zones – SEZs). Ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των περιφραγμένων αστικών θυλάκων έχει τη μορφή κατοικιών και εμπορικών κέντρων για τη μεσαία και ανώτερη τάξη –για παράδειγμα στη Βραζιλία στις αστικές περιοχές υψηλής αρχιτεκτονικής απόδρασης οι οχυρώσεις τους βασίζονται στην πολιτική του αστικού φόβου και της συμφόρησης (Caldeira 2000)– αυτές οι εξελίξεις φθάνουν στο απόγειό τους στα πλαίσια του στραγγαλισμού της δημοκρατικής ευθύνης και σε συνδυασμό με τις φουσκωμένες και διαφθαρμένες χρηματοοικονομικές ροές, δεν συνιστούν τίποτα παραπάνω από αυτό οι Davis και Monk έχουν περιγράψει ως τα θεαματικά φανταστικά περιβάλλοντα της εικονικής πολεοδομίας του Ντουμπάι (Davis and Monk 2007). Δεδομένου ότι οι τιμές των ακινήτων σε πολλές πόλεις κλιμακώνονται με βάση το σπεκουλάρισμα και τις κατασκευές διαφυγής ή συμφόρησης των ελίτ, το καθάρισμα της γης για το κεφάλαιο γίνεται πιο σημαντικό, συχνά συνοδεύεται από βία, εκφοβισμό και κατεδάφιση των άτυπων οικισμών. Γράφοντας σχετικά με τις πόλεις στην Ινδία, η Verma (2002) έχει περιγράψει την κατάσχεση της γης για το κεφάλαιο ως μια «μεγάλη εδαφική ληστεία» η οποία είχε ως αποτέλεσμα τη «δημιουργία μαζικών παραγκουπόλεων» (mass slumming) καθώς οι καταληψίες οδηγούνται σε ακόμα μεγαλύτερα, ακόμα πιο πυκνούς άτυπους οικισμούς. Η σταθερή και συχνά απρόβλεπτη κατεδάφιση που απειλεί τόσες πολλές γειτονιές, στην πραγματικότητα αποτελεί την εξόντωση, τον αφανισμό του χώρου από το κράτος για (και συχνά μαζί) με το κεφάλαιο – ή, σύμφωνα με τους όρους του Loic Wacquant’s (2008) την στρατιωτικοποιηση της περιθωριοποίησης από το νεοφιλελεύθερο ποινικό κράτος. Αλλά αυτό που διακυβεύεται στη περίφραξη των gated cities δεν είναι μόνο οι απαγορευτικές τιμές των ακίνητων και η συχνά βίαιη εκτόπιση, αλλά μια βιοπολιτική απόδοση των περιφράξεων. Το κράτος και η αστική ελίτ συχνά επιδιώκει ενεργά μια στρατηγική επένδυσης των πλούσιων επάνω στους φτωχούς, ακόμη και εάν οι φτωχοί αποτελούν την οικιακή εργασία από την οποία εξαρτώνται οι θύλακες της ελίτ. Εάν οι περίκλειστοι θύλακες (gated enclaves), η υπογεγραμμένη υλική μορφή αυτού του αποκλεισμού, η πολεοδομία που βασίζεται στην κατασκευή τοίχων (walled urbanism), συχνά συνεπάγεται ή αντικατοπτρίζει ιδιαίτερα βιοπολιτικά φαντασιακά και επιλογές που σημαίνει ότι η σημασία τους εκτείνεται πέρα από την απλή διόγκωση των ακινήτων. Όπως έχουν υποστηρίξει οι Bunnell and Coe (2005:841) σε σχέση με το Cyberjaya, τμήμα του Multimedia Super Corridor στην Μαλαισία:

«προτείνουμε ότι η αγορά στον cybercorridor μπορεί να γίνει κατανοητή από την άποψη της συμμετοχής σε τρόπους (αυτό)κυβέρνησης βασισμένους σε lifestyle επιλογές μέσω πρακτικών κατανάλωσης. Ως εκ τούτου η “έξυπνη επένδυση” (όπως έθεσε μια διαφήμιση) στο “dot.com property” στην Cyberjaya, δεν είναι απλώς η αγορά ακίνητων –αν και σίγουρα είναι μέρος της- αλλά είναι επίσης η επένδυση στον εαυτό μας ή στην οικογένειά μας για μια υποτιθέμενη ενυπάρχουσα-έμφυτη πληροφοριακή γενιά»

Ως κλειδί για την χωρικότητα των περιφράξεων, η πολεοδομία των τοίχων είναι μια συνάθροιση φραγμών, σημείων ελέγχου, φυλάκων, πολιτικής οικονομίας της αστικής γης, διευκολύνοντας κανονιστικά περιβάλλοντα και βιοπολιτικές (απο)επενδύσεις. Αυτή είναι μια επένδυση του κράτους σε ειδικούς πληθυσμούς έναντι άλλων, μια άνιση βιοπολιτική επιλογή, υπενθυμίζοντας την αντίληψη του Ong (1999:217) για το «μετά-αναπτυξιακό καθεστώς του κράτους» που χαρακτηρίζεται από μια κλιμακωτή κυριαρχία που χωρίζει τον πληθυσμό σε διάφορα μίγματα «πειθαρχίας, φροντίδας και τιμωρητικής τεχνολογίας». Είναι προφανές ότι αυτές οι ανόμοιες υλικότητες έχουν σημαντικές συνέπειες στην αστική μορφή και στους πολίτες, ίσως πουθενά δεν είναι πιο προφανές από την Παλαιστίνη, την οποία οι  Weizman και Segal (2003) περιέγραψαν ως «πολιτικές καθετότητας» που διαχωρίζουν την πόλη σε ξεχωριστές σφαίρες κυκλοφορίας – για παράδειγμα, η τοποθεσία μερικών εβραϊκών προαστιακών θυλάκων σε ορεινές περιοχές με πανοραμική θέα, που επιτρέπουν συνεχή παρακολούθηση και μονοπωλούν τις υποδομές έναντι των παλαιστινιακών οικισμών.

Ως εκ τούτου, η κατασκευή αστικών τειχών (urban walling) οδηγείται μέσα από πολλαπλές υλικότητες. Βλέπουμε τις συναρθρώσεις των περιφράξεων τόσο στην εργασία όσο και στην κυρίαρχη εξουσία, η οποία καταστρέφει τους άτυπους οικισμούς χωρίς να προσφεύγει στη δημοκρατία ή στο νόμο όπως και στην αναδυόμενη χρήση της βιομετρικής για την παρακολούθηση των διαδικασιών μετεγκατάστασης ή αναβάθμισης των άτυπων οικισμών, καθώς και στην παροχή δικαιωμάτων. Όπως έχει υποστηρίξει ο Harvey (2007) σε σχέση με την συσσώρευση μέσω της εκτόπισης/αποστέρησης, η πρωταρχική συσσώρευση δεν είναι απλώς ένα προκαπιταλιστικό φαινόμενο αλλά ένα σύγχρονο φαινόμενο, και είναι εμφανής στην εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση της γης, στην έξωση των φτωχών, στην καταστολή των δικαιωμάτων για την πόλη και στην αποσυνδικαλιστικοποίηση της εργατικής δύναμης των πόλεων. Φυσικά η περιφραγμένη πόλη και οι συνέπειές της, δεν είναι καινούργια. Οι περιφράξεις δεν είναι απλώς ένα κεντρικό στοιχείο εντός της πρωταρχικής συσσώρευσης αλλά επίσης αποτελούν τον κινητήριο μοχλό για την ίδια την αστικοποίηση.

Για παράδειγμα, οι Alsayyad και Roy (2006) συνέλαβαν τη θρυμματισμένη μητρόπολη μέσω της ιστορικής κατηγορίας της «μεσαιωνικής νεοτερικότητας», και ισχυρίστηκαν ότι οι σχέσεις μεταξύ πόλεων, γκετοποίησης και άτυπων μορφών, αποτελούν μια ιστορική αναπαραγωγή άλλων εποχών, αν και με διαφορετικά υποκείμενα, λογικές και φαντασιακά. Παρομοίως, οι Atkinson και Blandly (2005:185) υποστηρίζουν ότι «οι κλειστές λέσχες για το καλό της ασφάλειας και των υπηρεσιών γειτονιάς αναπαρίστανται από τις περίκλειστες κοινότητες (gated communities) οι οποίες μοιάζουν με νέες μεσαιωνικές πόλεις-κράτη όπου οι κάτοικοι πληρώνουν τα τέλη και προστατεύονται, κυριολεκτικά σαν να είναι οι “πολίτες τους”», ενώ οι Davis και Monk (2007:xiii) ισχυρίζονται ότι «ο σύγχρονος πλούτος και η πολυτελής κατανάλωση είναι πιο εντοιχισμένες και κοινωνικά εγκλωβισμένες σε σύγκριση με κάθε άλλη εποχή από το 1890… η χωρική λογική του νεοφιλελευθερισμού (cum plutonomy) αναβιώνει τις πιο ακραίες μορφές αποικιακού διαχωρισμού των ζωνών κατοικίας και των ζωνών που προορίζονται για κατανάλωση». Όπως έχουν ισχυριστεί οι Bunnell και Coe (2005:845) σε σχέση με τις τεχνολογίες της ζωνοποίησης στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ασία, αντι να συλλαμβάνουμε αυτές τις διαδικασίες ως «νέες», μπορούμε να εντοπίσουμε κάποιες από τις ρίζες τους στις πρακτικές και τους θύλακες της αποικιοκρατίας των Δυτικών (McFarlane 2008). Οι ιστορικές πρακτικές ξαναδιατυπώθηκαν στις σημερινές καταστάσεις, όπως έχει ισχυριστεί ο Gandy (2005:32) σε σχέση με τις τεχνολογίες ελέγχου: «Οι συζητήσεις του παρελθόντος περί υγιεινής έχουν ριζικά επεκταθεί από νέες τεχνολογίες επιτήρησης και ελέγχου, προκειμένου να κατασκευαστούν τα κορδόνια υγιεινής (cordons sanitaires)[1] του εικοστού πρώτου αιώνα.» Υπό αυτή την έννοια, γινόμαστε μάρτυρες μιας νέας περιόδου που δραστικά συναρμολογεί περιφραγμένους θύλακες, μέσα από την αναβίωση μιας παγκόσμιας πολεοδόμησης περιφράξεων με περίπλοκες, συχνά επικαλυπτόμενες ιστορίες μέσω της αποικιοκρατίας, των διορθωτικών αλλαγών, συχνά βίαιου νεοφιλελευθερισμού, και επιλεγμένων βιοπολιτικών αποεπενδύσεων, μεταξύ άλλων λογικών, οι οποίες αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για μια κοινωνική και περιβαλλοντικά δίκαιη πολεοδομία.

Αυτή η αναβίωση λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα από τα σύνολα των περιφράξεων. Για παράδειγμα, ένα βασικό στοιχείο που μας ενδιαφέρει σχετικά με τις σημερινές μορφές κατασκευή τειχών αφορά τη διάδοση των ΕΟΖ (Ειδικών Οικονομικών Ζωνών - SEZ) (συχνά αλλά όχι μόνο στις πόλεις). Μια ΕΟΖ είναι μια γεωγραφική περιοχή ενεργοποιημένη από οικονομικούς νόμους οι οποίοι είναι πιο «φιλελεύθεροι» από ότι οι τυπικοί οικονομικοί νόμοι μιας χώρας. Πρόκειται για ένα εμπορικό αναπτυξιακό εργαλείο, με στόχο να προωθήσει την ταχεία οικονομική ανάπτυξη χρησιμοποιώντας φορολογικά και επιχειρηματικά κίνητρα για να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και τεχνολογίες. Σήμερα, υπάρχουν περίπου 3000 ΕΟΖ, οι οποίες λειτουργούν σε 120 χώρες, και αντιπροσωπεύουν πάνω από 600 δισ. δολάρια σε εξαγωγές και περίπου 50 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Με την προσφορά ευνοϊκών όρων, ο σκοπός των ΕΟΖ είναι να προσελκύσουν επενδύσεις και ξένο συνάλλαγμα, να προωθήσουν την απασχόληση και να ενισχύσουν την ανάπτυξη βελτιωμένων τεχνολογιών και υποδομών. Οι ΕΟΖ συχνά είναι περιφραγμένες, φρουρούμενες και πρόκειται για περιοχές τις οποίες το κράτος έχει εγκαταλείψει υπερ του ιδιωτικού κεφαλαίου – δείτε, για παράδειγμα, τον τρόπο με τον οποίο αποτελούν κομβικά στοιχεία σε σχεδιασμένες-αναπτυσσόμενες περιοχές της Κίνας και της Ινδίας. Αν και υπάρχουν συζητήσεις για τους μηχανισμούς μέσω των οποίων τόσο η Κίνα (Arrighi 2008) όσο και η Ινδία (Chatterjee 2008) μπορούν να περιορίσουν τις βλαβερές συνέπειες του καπιταλισμού, οι ΕΟΖ έχουν γίνει βασικά εργαλεία για την διάβρωση των κοινών και την εκτόπιση του δημόσιου. Για παράδειγμα, στο Μουμπάι, μια τεράστια 14.000 εκταρίων νέα εταιρική ανάπτυξη, η οποία ονομάζεται Maha Mumbai έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί ως ΕΟΖ. Η διαδικασία αυτή συνεπάγεται τη εγκατάλειψη της κρατικής παρέμβασης προς όφελος του ιδιωτικού ελέγχου, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ της γιγαντιαίας εταιρείας υποδομών Reliance Energy, η οποία έχει κατοχυρωθεί de facto ως η αρχή του πολεοδομικού σχεδιασμού. Στο ευρύτερο πλαίσιο, η αγορά ακινήτων του Μουμπάι, καθοδηγείται από μια σειρά επίσημων και ανεπίσημων διασυνδέσεων μεταξύ προγραμματιστών, κατασκευαστών-εργολάβων και του «υποκόσμου», και έχει αφήσει το 60% από τα 17 εκατομμύρια κατοίκους του, να ζουν υπό το καθεστώς επισφάλειας (υλικής και νομικής) σε άτυπους οικισμούς. Αλλά τι άλλο θα μπορούσε να βρίσκεται απέναντι σε αυτές οι συναρθρώσεις των περιφράξεων; Πως μπορούμε να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε για τη συνάρθρωση ενός σχεδίου σχέσεων που δημιουργούν κοινά (commoning) το οποίο να υπερβαίνει και να μην αποδυναμώνεται από τις μορφές των περιφράξεων που περιγράψαμε προηγουμένως;

Ξανά, λοιπόν η πόλη είναι το σημείο κλειδί εδώ. Όπως διατύπωσε ο Manuel Castells (1983) στο The City and the Grassroots, η αντίσταση στον καπιταλισμό είχε πάντα ένα πολεοδομικό χαρακτήρα (συνέβαινε σε πόλεις), είτε με τη μορφή των εργατικών αγώνων και του συνδικαλισμού, ή οι πόλεις ως χώρος καταφυγής, συγκέντρωσης, και εναλλακτικού τρόπου ζωής και υποκουλτούρων. Αυτά τα διαφορετικά κινήματα αγωνίστηκαν για το δικαίωμα να ζεις στην πόλη, και συχνά αγωνίστηκαν γύρω από ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών αιτημάτων, όπως έχει δείξει η μεγάλη βιβλιογραφία πάνω στο «δικαίωμα στην πόλη» (Harvey 2008; Mitchell 2003). Όπως διατυπώθηκε από τον Henri Lefebvre (1991, μτφρ στο Kofman & Lebas 1996:158), το δικαίωμα στην πόλη δεν είναι απλώς η υλική πρόσβαση στον αστικό χώρο, αλλά «ένα ανανεωμένο δικαίωμα στην αστική ζωή».

Αυτή η διπλή επιβεβαίωση/δήλωση – τόσο της πρόσβασης στην πόλη όσο και της ενεργού συμμετοχής μιας σειράς ομάδων στην παραγωγή της πόλης ως μια ζωντανής πραγματικότητας- παρέχει τόσο ένα σημείο αντίθεσης απέναντι στην συνάρθρωση των περιφράξεων που βασίζονται στην αστική εντοίχιση (urban walling), όσο και μια επιβεβαίωση της διαρκούς επέκτασης των αστικών κοινών (urban commons) που συνίστανται από πολλαπλότητα και διαφορετικότητα. Αλλά για την εν λόγω δήλωση, εμείς θα θέλαμε να αποφεύγεται κάθε είδους διάκριση μεταξύ από τη μια πλευρά μιας δυναμικής, παγκόσμιας περίφραξης, και από την άλλη ενός τοπικού, εδαφικού αγώνα για τα κοινά. Όπως μας υπενθυμίζει ο David Featherstone (2008), αγώνες για τα κοινά ιστορικά δεν έχουν περιοριστεί αποκλειστικά σε ένα τόπο, αλλά αφορούσαν μια σειρά από διατοπικές χωρικότητες που σχηματοποιούσαν μορφές αλληλεγγύης σε πολλές περιοχές. Αυτό τοποθετεί τα κοινά ως ένα ενεργό σχέδιο συνάρθρωσης και δημιουργίας διατοπικών χώρων και ταυτοτήτων που απαντούν και υπερβαίνουν την εκμετάλλευση του κεφαλαίου.

Αλλά δεν θέλουμε να ρομαντικοποιήσουμε τέτοια κινήματα για τα αστικά κοινά. Έχουν τους δικούς τους τοίχους. Για παράδειγμα το αστικό κίνημα Slum/Shack Dwellers International (SDI), ενστερνίζεται ένα συγκεκριμένο ήθος επιχειρηματικότητας, το οποίο προτάσσει ότι τη φιγούρα ενός ειδικευμένου και ικανού φτωχού που μπορεί να δουλεύει σε συνεργασία παρά σε αντιπαράθεση με το κράτος. Για την ουσιαστική πρόοδο και περιεκτική συμμετοχή σε όλα τα κινήματα, αυτό έχει ωστόσο αποξενώσει ένα ευρύ φάσμα ακτιβιστών και οργανώσεων των «παραγκουπόλεων» που θα μπορούσαν να επιδιώξουν διαφορετικές πολιτικές. Ο αγώνας για τα κοινά δεν υπήρξε ποτέ χωρίς τις δικές του πολιτικές διαχωρισμού και διαίρεσης. Από μια διαφορετική οπτική, τέτοια κινήματα συχνά οικοδομούν τοίχους ως μέσο για την προστασία των κοινών, είτε σε σχέση με την προστασία των γειτονιών από κατεδαφίσεις με τη συνάρθρωση ανθρώπινων φραγμάτων σαν ανθρώπινες ασπίδες, ή με τη δημιουργία κομμούνων που απορρίπτουν ρητά τη σημερινή κατάσταση (Arputham 2008). Η διαλεκτική των κοινών και περιφράξεων δεν είναι πάγια, και δεν θα πρέπει να αναχθεί σε ένα τακτοποιημένο δυαδικό σχήμα ανοιχτότητας έναντι κλεισίματος. Ούτε ο αγώνας για τα κοινά περιορίζεται σε κάποια συγκεκριμένη κλίμακα, είτε τοπική είτε οποιαδήποτε άλλη. Εάν οι ΕΟΖ και οι περιφραγμένοι θύλακες (gated enclaves) αποτελούν μια πιο προφανή υλικότητα των περιφράξεων, ενδιαφερόμαστε επίσης για τις αρθρώσεις των περιφράξεων και των κοινών στο επίπεδο του υποκειμένου. Ο βασικός τρόπος μέσο του οποίου η κοινωνική αδικία των θρυμματισμένων μητροπόλεων βιώνεται είναι στο επίπεδο της πολιτότητας. Αυτό εξετάζουμε στην επόμενη ενότητα και προτείνουμε μια ανανεωμένη κατανόηση της ιδιότητας του πολίτη.

Το Υποκείμενο των Περιφράξεων

«Ο νόμος ήταν πάντα η προνομιακή περιοχή για την αναγνώριση και εγκαθίδρυση του ελέγχου επί του κοινού. Η παραγωγή του κοινού … τείνει να εκτοπίσει τις παραδοσιακές διαιρέσεις μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, μεταξύ υποκειμενικού και αντικειμενικού, και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού» (Hardt and Negri 2004:202).

Η σημασία των συζητήσεων που αφορούν τα δικαιώματα στην πόλη αναδύουν για εμάς σημαντικά ερωτήματα σχετικά με τις μορφές της πολιτικής υποκειμενικότητας που εγγράφεται στο εσωτερικό και δημιουργείται μέσω των υλικοτήτων των σύγχρονων περιφράξεων. Όπως καταδεικνύουν οι Hardt και Negri, αυτο το έργο-σχέδιο απαιτεί την εξέταση της ανάπτυξης των νομικών-δικαιϊκών τακτικών και συστημάτων, σύμφωνα με τα οποία η διαφωνία μπορεί να ποινικοποιηθεί, ή από την άλλη πλευρά, μορφές αδικίας να νομιμοποιηθούν. Η εισαγωγή του Ong (2007:1) όσον αφορά τα «κριτήρια της αγοράς στην πολιτότητα» σε συνθήκες νεοφιλελευθερισμού δείχνει ότι ο νόμος λαμβάνει μια διφορούμενη θέση, τόσο ως μηχανισμός καταπίεσης και εκτόπισης, ενώ την ίδια στιγμή παρέχει χώρους για επαναρθρώσεις και κομμουναλιστικές εκφράσεις. Η εξέταση αυτής της ασάφειας αποτελεί μια ιδιαίτερη πρόκληση, δεδομένου ότι η ισχύς του νόμου προέρχεται από την ικανότητά του να εμφανίζεται ως μια καθολική αφαίρεση «που βρίσκεται έξω από τις βρώμικες πραγματικότητες των τοπικών ιδιαιτεροτήτων» (Blomley 2008b:161). Στο πλαίσιο αυτής της οπτικής, ο νόμος και το δίκαιο παρουσιάζονται ως ένας ψύχραιμος διαιτητής που παρέχει δικαιοσύνη μέσω αιτιολογημένων και καθολικά αποδεκτών μηχανισμών (Jeffrey 2011). Είναι αυτή η αφαίρεση, που επισημαίνει ο Blomley που καθιστά το νόμο το πιο πολύτιμο εργαλείο του Δυτικού Πολιτισμού ενώ ταυτόχρονα παρέχει το μηχανισμό για τη βία και τον αποικιακό σφετερισμό.

Για να κατανοήσουμε τη διφορούμενη θέση του νόμου εντός της παραγωγής τόσο των περιφράξεων όσο και των κοινών, απαιτείται να εξερευνήσουμε τη σχέση μεταξύ του νόμου και της πρακτικής της πολιτότητας (της ιδιότητας του πολίτη). Το πρώτο βήμα σε αυτό το έργο απαιτεί την αποσύνδεση της έννοιας της πολιτότητας από την ιστορική της σύνδεση με το κράτος-έθνος. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία που εξετάζει την τελεολογική άποψη της πολιτότητας όπως αυτή εκφράστηκε από τον Marshall (1992), ο οποίος την αντιλαμβάνεται ως ένα εξελισσόμενο σύνολο πολιτειακών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που εκτυλίσσονται στο έδαφος τους κράτους έθνους (Painter and Jeffrey 2009). Όπως ισχυρίζεται ο Ong (2007:6), υπάρχει μια αποδιάρθρωση και επανάρθρωση των στοιχείων που συνιστούν την πολιτότητα μέσω του νεοφιλελευθερισμού –δικαιώματα, απαιτήσεις, εδαφικότητας, έθνος. Ως εκ τούτου, υπάρχουν εκείνες οι κινητικές ατομικότητες που κατέχουν το ανθρώπινο κεφάλαιο και τη τεχνογνωσία και είναι ικανές να «εξασκούν την πολιτότητα σαν αξιώσεις σε διαφορετικές τοποθεσίες» (Ong 2007:7). Ωστόσο, υπάρχουν και εκείνοι που δεν κατέχουν τέτοιες «εμπορεύσιμες ικανότητες» και οι οποίοι είναι κατά συνέπεια ευάλωτοι σε «πρακτικές αποκλεισμού» (Ong 2007:7). Αυτό το νέο τοπίο αποδιάρθρωσης της πολιτότητας θέτει τρία ζητήματα: πρώτον, πως μπορούν συμβατικές αντιλήψεις της πολιτότητας να εξακολουθούν να υφίστανται παρά τον κατακερματισμό των δικαιωμάτων και των συμφωνιών που προσανατολίζονται πέρα (ή εντός) των ορίων συγκεκριμένων κρατών; Δεύτερον, πως αυτές οι μορφές πολιτότητας επανασυστήνονται μέσω των διαδικασιών των περιφράξεων; Και τρίτον, σε ποιο βαθμό μια νέα μορφή αναδυόμενης πολιτότητας θα ήταν ανάλογη με την ετερότητα και την αντίσταση;

Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα παρέχει τη βάση για την απάντηση στο δεύτερο και τρίτο. Η παρουσίαση της πολιτότητας ως μια μορφή νόμιμης συμμετοχής σε ένα συγκεκριμένο κράτος βασίζεται σε μια συγκεκριμένη διαμόρφωση της εξουσίας και της γνώσης που παρέχει προνομιακή θέση στο κράτος ως το πρωταρχικό τόπο της εξουσίας. Αυτή η υπόθεση αντανακλά τη ευρύτερη εδαφική παγίδα στις γεωγραφίες του νόμου. Υπάρχει μια συμμετρία σε αυτό το χώρο εργασίας: όπως ο νόμος – το δίκαιο παρουσιάζεται ως μια καθολική αφαίρεση, έτσι και η πολιτότητα εμφανίζεται ως μια τεχνική συνθήκη υπαγωγής σε μια ειδική εδαφική και γραφειοκρατική ενότητα: το κράτος-έθνος. Όμως η πράξη της ενσωμάτωσης της πολιτότητας στο κράτος δεν είναι ούτε αθώα ούτε τυχαία, καθώς αναδιατυπώνει την πρακτική των διακρίσεων μεταξύ των εντός και εκτός, ως προϊόν της εδαφικής διάταξης των κρατών, και για αυτό κατά κάποιο τρόπο πέρα από τη πολιτική. Αυτή η εικόνα της πολιτότητας είναι συνεπής με την ευρύτερη παρουσίαση της νεοφιλελεύθερης διακυβέρνησης ως μια τεχνική πρακτική, σε αντίθεση με την πολιτική ή ιδεολογική πρακτική. Είναι αυτό το φαντασιακό που επιτρέπει την παρουσίαση των ελέγχων και μετρήσεων προσδοκίας της πολιτότητας ως τεχνικές λύσεις στο «πρόβλημα» της ταυτοποίησης για το ποιος έχει τις προϋποθέσεις να είναι ένας νόμιμος πολίτης.

Αντιμετωπίζοντας αυτές τις αφηγήσεις ο Engin Isin (2002) έχει δημιουργήσει μια γενεαλογία της πολιτότητας που εξυψώνει τους, απ’έω (outsider), τους ξένους και τους αλλοδαπούς ως διαμορφωτικές φιγούρες στην παραγωγή των περιεχομένων της πολιτότητας. Αυτή η εργασία απομακρύνεται από μια εργαλειακή άποψη για το πώς παρέχονται τα δικαιώματα του πολίτη, και αντιθέτως δίνει προσοχή στο κυβερνητικό ρόλο της παραγωγής της γνώσης της πολιτότητας, και ισχυρίζεσαι ότι «οι κυρίαρχες απόψεις επί της πολιτότητας προέρχονται όχι από αυτούς που ερωτώνται και προσπαθούν να παντρέψουν της αξίες της, αλλά από αυτούς που ευεργετούνται και την κληρονομούν» (Isin 2002:276).

Για αυτό, η ισχύς της συμβατικής κατανόησης της πολιτότητας έχει γίνει η ικανότητα να παρουσιάζεται ως μια αφηρημένη και άκρως πολιτικοποιημένη ιδέα (η σύνθεση του «εμείς» και «αυτοί»), ως μια απλή συσκευή για τα μέλη των κρατών. Διάφοροι μελετητές με σκοπό να διαταράξουν αυτή την οπτική της πολιτότητας, έχουν εξετάσει την παραγωγή διαφοροποιημένων μορφών πολιτότητας υπό τις συνθήκες του νεοφιλελευθερισμού. Αυτή η προσέγγιση ανέπτυξε διαφορετικές ρούπρικες πολιτότητας οι οποίες απεικονίζουν τις ποιοτικές διαφορές μεταξύ διαφορετικών απαιτήσεων σε δικαιώματα ή αλληλεγγύη. Οι Miraftab και Wills (2007) παρέχουν μια χρήσιμη εξερεύνηση της δύναμης της επισήμανσης τέτοιων νέων μορφών πολιτότητας. Οι συγγραφείς εξετάζουν τα αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών νερού και ηλεκτρισμού στις φτωχογειτονιές του Cape Town στη Νότια Αφρική. Οι συγγραφείς εξετάζοντας τις πρακτικές της καμπάνιας ενάντια στις εξώσεις στο δυτικό Cape Town, εστιάζουν κυρίως σε αυτό που αποκαλούν «αντάρτικη πολιτότητα», πολιτικές πρακτικές που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν τα άδικα αποτελέσματα της ιδιωτικοποίησης των υπηρεσιών μέσω άμεσης δράσης (επανασυνδέσεις νερού και ηλεκτρισμού), διαμαρτυρίες (στους δρόμους και έξω από κυβερνητικά κτίρια) και φυσική ανάσχεση των εξώσεων των κατοίκων ( εμποδίζοντας την έλευση της αστυνομίας). Αυτοί εξηγούν:

«Όπως οι νεοφιλελεύθερες πρακτικές ιδιωτικοποίησης της πόλης, των υποδομών της, και των ζωντανών χώρων της, οι οποίες όλο και περισσότερο αποκλείουν τους πολίτες της πόλης, οι οποίοι δεν θεωρούνται “καλοπληρωτές πελάτες”, έτσι και η αντάρτικη πολιτότητα αντιμετωπίζει την υποκρισία του νεοφιλελευθερισμού: μια ιδεολογία που υποστηρίζει την έξωση μέσω της προώθησης επίσημων πολιτικών και των δικαιωμάτων του πολίτη, μέσω της ιδιωτικοποίησης των ζωντανών χώρων, ποινικοποιεί του πολίτες στη βάση της ικανότητάς τους για κατανάλωση» (Miraftab and Wills 2007:202).

Υπάρχουν δυο παρατηρήσεις που εξάγονται από τη δουλειά των Miraftab και Wills. Η πρώτη, και ίσως η πιο προφανής είναι ότι η διαδικασία των περιφράξεων που περιγράφεται μέσω της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών προκαλεί νέες μορφές συμμετοχικής πολιτότητας και νέα αιτήματα για δικαιώματα. Εδώ βλέπουμε μια ζωντανή άρθρωση της διαλεκτικής μεταξύ των περιφράξεων και των κοινών, όπου αυτά τα δυο φαινόμενα δεν είναι δυο ξεχωριστές παράλληλες οντότητες αλλά πρόκειται για αλληλοεπηρεαζόμενες κοινονικοπολιτικές πρακτικές οι οποίες είναι δυναμικές και εξελισσόμενες.

Η δεύτερη και αλληλένδετη παρατήρηση αφορά τους μεταβαλλόμενους τόπους της πολιτότητας-ιθαγένειας και του δικαίου στις πρακτικές των εξεγέρσεων όπως περιγράφεται από τους Miraftab and Wills. Θα ήταν απλοϊκό να ισχυριστούμε ότι η αντάρτικη πολιτότητα τοποθετείται απλώς πέρα από το κράτος, πέρα απο τον πρωταρχικό τόπο των δικαιωμάτων, και ότι αντιθέτως εγκολπώνει πιο κοσμοπολίτικες εξορμήσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό θα πρότεινε μια πιο ξεκάθαρη περιγραφή μεταξύ κρατικοκεντρικών και αντάρτικων πρακτικών πολιτότητας. Αντιθέτως, η αντάρτικη πολιτότητα ιδιοποιείται με ευελιξία πτυχές της κρατικής πολιτότητας ενώ αρνείται ή αντιστέκεται σε άλλες. Στην καρδιά αυτής της δυναμικής είναι η ευέλικτη και αυθαίρετη φύση του νόμου εντός των πρακτικών των περιφράξεων (Roy 2009). Εστιάζουμε ιδιαίτερα την προσοχή μας στην δουλειά του James Holston (2008) και στην απεικόνιση των διαφοροποιημένων νομικών διαδικασιών στον πολεοδομικό σχεδιασμό και στις κατασκευές στην Βραζιλία. Για τον Holston η χρήση του νόμου απαιτεί να συγκεκριμενοποιηθεί σε κοινωνικές και χωρικές πρακτικές αποκλεισμού, οι οποίες εμπλέκουν την ανατροπή της κυρίαρχης αντίληψης για τον οικουμενικό και αμετάβλητο χαρακτήρα του δικαίου:

«Πέρα από το ότι ‘δεν υπάρχει κανένας νόμος’ ή ότι ο νόμος ‘δεν λειτουργεί’, όπως ακούει κανείς συχνά από βραζιλιάνους και ξένους … οι ελίτ έχουν χρησιμοποιήσει με έξοχο τρόπο τον νόμο -ειδικά το δίκαιο που αφορά τη γη- για να διατηρήσουν τις συγκρούσεις και τις παρανομίες υπερ τους, ωθούν τις συγκρούσεις σε εξωθεσμικές - εξωνομικές λύσεις στις οποίες άλλες μορφές εξουσίας θριαμβεύουν, διατηρούν τα προνόμιά τους και την ασυλία τους, και απαγορεύουν στους περισσότερους βραζιλιάνους την πρόσβαση σε βασικούς οικονομικούς πόρους» (Holston 2008:19).

Ο Holston, ο οποίος αποτελεί βασική πηγή για τους Miraftab και Wills, επικαλείται μια γλώσσα «εξέγερσης», εφιστώντας την προσοχή στις πρακτικές της αυτοκατασκευής σπιτιών στην περιφέρεια του Σάο Πάολο. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει πως οι πολίτες ιδιοποιούνται παράνομα τη γη και έπειτα προσπαθούν να επισημοποιήσουν αυτές τις αυθαίρετες καταπατήσεις μέσω νομικής αναγνώρισης, μια διαδικασία που ο Holston (2008:25) περιγράφει ως «νομιμοποίηση των αυθαιρέτων». Σε ορισμένες περιπτώσεις τα δικαστήρια αποζημιώνουν και χορηγούν δικαιώματα ιδιοκτησίας στους κατοίκους των αυτοκατασκευασμένων σπιτιών. Ωστόσο, εφιστώντας την προσοχή στις ευκαιρίες που δημιουργούνται από τα ένδικα μέσα, ο Holston, ταυτόχρονα εξετάζει τα εμπόδια που τίθενται από τις πρακτικές του βραζιλιάνικου νομικού συστήματος. Αυτή η δουλειά υπογραμμίζει το δίκαιο και το νόμο περισσότερο ως κοινωνική διαδικασία, παρά ως μια οικουμενική αφαιρετική νόρμα που λειτουργεί με έναν μηχανιστικό και ισότιμο τρόπο. Η σύλληψη του Holston για τις μακρόχρονες και κυριαρχούμενες από κρίσεις προσπάθειες των κατοίκων της περιοχής Jardim das Camelias για να πετύχουν να αναγνωριστούν νομικά τα σπίτια που είχαν αγοράσει και που αποδείχτηκε ότι ήταν παράνομα, καταδεικνύει τον αυθαίρετο τρόπο με τον οποίο συγκεκριμένες προσπάθειες στέφονται με επιτυχία. Ο κοινωνικοποιημένος χαρακτήρας του δικαίου-του νόμου είναι εμφανής και στους δυο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα μέλη του δικαστικού σώματος της Βραζιλίας χειρίζονται τις υποθέσεις και την επιρροή των ευρύτερων διαμαρτυριών (έξω από τα δικαστήρια και συχνά στα media) στην έκβαση των υποθέσεων. Αυτή η αντιμετώπιση των νομικών αγώνων, σε συνδυασμό με εκείνη των Miraftab και Wills, μας επιτρέπει να σκιαγραφήσουμε δυο πτυχές για το υποκείμενο των περιφράξεων.

Η πρώτη είναι ότι η νομοθεσία αποτελεί μια αντιφατική πηγή για τις μορφές αντίστασης απέναντι στις περιφράξεις. Ενώ τα ένδικα μέσα μπορεί να αμφισβητήσουν τις καθοδηγούμενες από τις ελίτ νεοφιλελεύθερες στρατηγικές, ωστόσο οι νόμιμοι οικισμοί μπορεί να δανείσουν νομιμοποίηση σε ευρύτερες χωρικές πρακτικές που βρίσκονται υπό διεξοδικό νομικό έλεγχο. Στην περίπτωση του Holston αυτό οδήγησε στην εκτόπιση των κατοίκων αστικών περιφερειών που είχαν εξαπατηθεί αγοράζοντας «παράνομες» πράξεις γης, οι οποίες αφαιρέθηκαν από τα δικαστήρια δεκαετίες αργότερα. Ένα άλλο παράδειγμα του αμφίσημου χαρακτήρα του δικαίου και των περιφράξεων μπορεί αν ειδωθεί στην περίπτωση της κατασκευής του ισραηλινού τείχους γύρω από τη Παλαιστινιακή δυτική όχθη. Η δουλειά του Weizman (2007) έχει αποδείξει την αντιμετώπιση των νομικών αξιώσεων που έγιναν για την χάραξη του τείχους από παλαιστινιακές και ισραϊλινές ομάδες για τα δικαιώματα του πολίτη στο ανώτατο δικαστήριο του Ισραήλ. Μερικές από αυτές τις αξιώσεις οδήγησαν σε εκτροπή της χάραξης σε τμήματα του Τείχους, ένα αποτέλεσμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει τις δυνατότητες για την αντίσταση στις χωρικές περιφράξεις μέσω της νομικής οδού. Ωστόσο ο Weizman επισημαίνει, αντλώντας από τον μελετητή νομικών Aeyal Gross (2006), ότι η διαπραγμάτευση σε συγκεκριμένα σημεία της διαδρομής του Τείχους υπηρέτησε το σκοπό της παροχής ηθικής και νομικής νομιμοποίησης στο συνολικό καθεστώς της κατασκευής του τείχους.

Αυτό το επιχείρημα καταδεικνύει μια δεύτερη πτυχή στο υποκείμενο των περιφράξεων. Ενώ ο νόμος στέκεται ως ένα αμφιλεγόμενο μέσο για την αμφισβήτηση της εγκυρότητας των περιφράξεων, ο νόμος επίσης καταδεικνύει τα δυσδιάκριτα όρια των αντάρτικων και φιλελευθέρων αντιλήψεων για την πολιτότητα. Δε έχουμε δει πράξεις αντίστασης να κινούνται σε μια ενιαία κατεύθυνση, όπως δεν έχουμε δει ένδικα μέσα να δίνουν μια καθαρή χειραφετική ώθηση. Αυτή η κατανόηση των πρακτικών του νόμου διαφέρει από τη βιβλιογραφία του νομικού πλουραλισμού που προέκυψε στη δεκαετία του 1980 (Santos 1987) στη προσπάθεια να δικαιολογήσει τις πολιτικές των νομικών αγώνων στην «εμπειρία της πραγματικής ζωής» (Teubner 1992). Η αντιμετώπιση των Holston (2008), Miraftab και Wills (2007) καταδεικνύει την επιλεκτική χρήση των διαφορετικών τακτικών και διαθέσεων από εκείνους που έχουν εκτοπιστεί ή περιθωριοποιηθεί μέσω των διαδικασιών των περιφράξεων. Συχνά αυτές λειτουργούν έξω από τα επίσημα πεδία της πολιτότητας σε μια σειρά από γεωγραφικές κλίμακες, για παράδειγμα μέσω των διαδηλώσεων σε δρόμους, την δημιουργία παγκόσμιων δικτύων ή μέσω άμεσης δράσης. Αλλά ταυτόχρονα τα επίσημα κανάλια και πρακτικές που παρατηρήθηκαν, στις αίθουσες των δικαστηρίων, μέσω πολιτικών πιέσεων – lobbying, και μέσω της επιρροής των πολιτικών κομμάτων.

Φαίνεται λοιπόν, ότι οι αντάρτικες και επίσημες πρακτικές δεν στέκονται ακίνητες και απλώς συνυπάρχουν με τις διάφορες πολιτότητες, αλλά μάλλον πρόκειται για μορφές πολιτικής που έχουν ιδιοποιηθεί για να ασκούνται με ένδικα μέσα ή να διεκδικούν δικαιώματα. Το γεγονός αυτό επιστρέφει την συζήτηση μας στο σημείο που έθιξε ο Engin Isin στη γενεαλογία του περί της πολιτότητας. Αν μπορούμε να δούμε την σταθερή έννοια της αντάρτικης και επίσημης πολιτότητας ως μια οντολογική φαντασία, αυτό δεν μειώνει την πολιτική δύναμη αυτής της διάκρισης. Όπως είδαμε, η διαίρεση μεταξύ αντάρτικης και επίσημης πολιτότητας συνεχώς αναδιαμορφώνεται μέσα από το συχνά βίαιο σφετερισμό των πόρων και την υπονόμευση των δημόσιων αγαθών και της γης. Αλλά αυτή η διαδικασία κατασκευής συνόρων μεταξύ της αντάρτικης και της επίσημης πολιτότητας δεν είναι απλά το πεδίο των πολιτικών ελίτ. Οι ποικίλοι αγώνες των πολιτών για να θεσπίσουν νομική αναγνώριση για τις εδαφικές διεκδικήσεις τους, καταδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν στην αστυνόμευση των ορίων μεταξύ των διαφορετικών μορφών πολιτότητας, ειδικά στους αγώνες που επιδιώκουν να καθορίσουν δικαιώματα επί της γης και επί των πόρων. Η Ananya Roy (2009:85) ανέπτυξε αυτό το επιχείρημα στην ανάλυσή της πάνω στη δουλειά του Holston, όπου και επισήμανε ότι «ιδιοκτήτες πολίτες σπεύδουν να σηματοδοτήσουν τη διάκριση μεταξύ της (πρόσφατα) δικιάς τους νόμιμης έκτασης και της δήθεν παράνομης έκτασης των πιο πρόσφατων καταληψιών». Αυτό το σημείο δείχνει ότι όπως οι περιφράξεις προκαλούν νέες μορφές αντίστασης, τα κοινά μπορούν να προκαλέσουν νέες μορφές περιφράξεων οδηγούμενες από τους πολίτες.

Αυτά τα σημεία προσδιορίζουν την ανάγκη να πλαισιωθεί η πολιτότητα και το δίκαιο από τις διαδικασίες των περιφράξεων ώστε να εξερευνηθούν οι στρατηγικές και λογικές που επιτρέπουν συγκεκριμένες πρακτικές να ενσωματώνονται όπως η επίσημη κρατική πολιτότητα ενώ άλλες απορρίπτονται ως αντάρτικες και λειτουργούν σε διαφορετικές χωρικότητες. Ως εκ τούτου, η διαδικασία των περιφράξεων, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε πέρα από νομική εκδοχή της πολιτότητας (Ong 2007), και αντ’αυτού να εξερευνήσουμε τις μορφές των πολιτικών και της υποκειμενικότητας που παράγονται μέσω της επέκτασης των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών σε πολιτικές και κυβερνήσεις. Με σκοπό να συνεχίσουμε αυτή την ιστορία χρειάζεται να προσδιορίσουμε πως οι περιφράξεις λειτουργούν στη κλίμακα του σώματος των ατόμων, όχι ως προσυγκροτησιακές πολιτικές μονάδες, αλλά ως ζωντανοί οργανισμοί. Αυτό απαιτεί την εξερεύνηση της σχέσης των περιφράξεων με τη βιοπολιτική.

 

Βιοπολιτική των Περιφράξεων

Εάν η εμβάθυνση των οχυρώσεων μέσα από τις νέες μορφές των περιφράξεων ανταποκρίνεται στην «αντιφατική φύση» του κεφαλαίου (Gidwani 2008a, 2008b), εμείς επίσης επιδιώκουμε να επιστήσουμε περαιτέρω την προσοχή στη κλίμακα και τη φύση και να στοχεύσουμε στις υλικότητές της. Όπως έχει πρόσφατα επισημάνει η Vinay Gidwani (2008a:874), οι Γεωγραφίες οι οποίες γράφονται υπό την επιθυμία του κεφαλαίου για συσσώρευση, είναι οι ίδιες πολλαπλές και αποσπασματικές. Οι μακρογεωγραφίες της κατεδάφισης και εκτόπισης επίσης παράγουν τις δικές τους μικρογεωγραφίες των περιφράξεων και του αποκλεισμού. Εμείς αντλούμε ιδιαίτερα έμπνευση από τις δυσοίωνες προειδοποιήσεις της συλλογικότητας Retort, σχετικά με το βάθεμα των διαδικασιών των «ατελείωτων περιφράξεων», τόσο στο γεωγραφικό χώρο όσο και στο εσωτερικό, στην «γενετική ενδοχώρα» του ανθρώπινου σώματος (2005:193). Υιοθετώντας μια τέτοια διευρυμένη έννοια των περιφράξεων, εμείς ελπίζουμε να ανταποκριθούμε στο πως διαφορετικοί τρόποι και κλίμακες εξουσίας έχουν συνδυαστεί και χαράξει τους δικούς τους χώρους των περιφράξεων. Εμείς ισχυριζόμαστε, ότι το πιο σημαντικό είναι, ότι οι βιοπολιτικές συνέπειες των μορφών της νεοφιλελεύθερης «αντεπανάστασης», αποτελούν άλλο ένα κρίσιμο ζήτημα για να σκεφτούμε μέσω της διαλεκτικής σύζευξης των περιφράξεων και των κοινών (Cooper 2008; Negri 2008). Εάν οι περιφράξεις παράγουν ειδικές χωρικότητες ένταξης και αποκλεισμού, αυτές οι χωρικότητες αποτελούνται επίσης από συσκευές βιοπολιτικής σύλληψης. Δεν εννοούμε, εν προκειμένω, να συλλάβουμε τη σχέση μεταξύ εξουσίας και ζωής ως το «ένα» που μειώνει το «βιο» σε καθεστώς απόλυτης αδυναμίας. Όπως προτείνει ο Antonio Negri (Casarino and Negri 2008:148), «η βιοπολιτική … μετατρέπεται σε βιοεξουσία [biopotere] που προορίζεται ως ο θεσμός της κυριαρχίας επί της ζωής, και από την άλλη πλευρά, μετατρέπεται σε βιοεξουσία [biopotenza] που προορίζεται ως η δυνατότητα της συντακτικής Εξουσίας». Όπως ο Negri, έτσι και εμείς πιστεύουμε ότι η έννοια της βιοπολιτικής χρειάζεται να αντιπαρατεθεί και να απαντήσει στο ζήτημα της καταφατικής βιοπολιτικής. Για να συμβεί αυτό, εμείς ισχυριζόμαστε ότι πρέπει να αναγνωρίσουμε το αναδυόμενο κοινό μέσω του οποίου μπορεί να αρθρωθεί μια πιο θετική και ριζοσπαστική ανασύνθεση της εξουσίας και της δημιουργικής ζωντανής εργασίας (Negri 2008).(1) Ως εκ τούτου, θα επιδιώξουμε να εξετάσουμε το βαθμό στον οποίο υπάρχει μια δομική σχέση μεταξύ της καπιταλιστικής συσσώρευσης, της άνισης ανάπτυξης και της βιοπολιτικής πρακτικής; Ποιες είναι οι επακόλουθες χωρικότητες τέτοιων πρακτικών και πως έχουν αυτές αντισταθεί;

Για να απαντηθεί αυτό το πλαίσιο ζητημάτων βασιζόμαστε στην πρόσφατη δουλειά του ιταλού φιλόσοφου Roberto Esposito. Η διάγνωση του Esposito για τη σημερινή βιοπολιτική εποχή βασίζεται άμεσα στις παρατηρήσεις του Foucault σχετικά με τη βιοπολιτική και το ρατσισμό που αρχικά ανέπτυξε στις διαλέξεις του το 1975-1976 με τίτλο «Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας» (2003). Εκεί όπου ο Agamben προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση του Foucault και προσφέρει μια ερμηνεία της βιοπολιτικής που εστιάζει στο κυρίαρχο κράτος εξαίρεσης που διαχωρίζει την γυμνή ζωή από τις πολιτικές μορφές της ζωής (βίος), ο Esposito επανατοποθετεί τις σύγχρονες ρίζες της βιοπολιτικής στην «θωράκιση της κυριαρχίας, της ιδιοκτησίας και της ελευθερίας» (Campbell 2008:viii). Για τον Esposito, η διεξαγωγή της σημερινής πολιτικής χαρακτηρίζεται από το «παράδειγμα της θωράκισης» όπως αυτό προκύπτει στη νεωτερικότητα και όπου η «θωράκιση» (immunity) ορίζεται σε αντίθεση με τη «κοινότητα» (Esposito 2010). Ο Esposito ιχνηλατεί την ετυμολογική ρίζα και καταδεικνύει ότι η θωράκιση (immunitas) «μπορεί να θεωρηθεί ως η αρνητική μορφή της κοινότητας (communitas) (2008:50).

Όπως έχει πρόσφατα δείξει ο Timothy Campbell, ο Esposito εστιάζει σε τρεις αλληλένδετες έννοιες του όρου communitas και τη σύνδεσή τους με τον αρχικό όρο από τον οποίο προέρχονται: το Λατινικό munus (λειτουργία). Οι πρώτες δυο έννοιες –onus και officium συχνά αφορούν την υποχρέωση και λειτουργία ενώ η τρίτη έννοια, donum, υποδηλώνει μια μορφή δώρου το οποίο απαιτεί ακόμα και ακύρωση της ανταλλαγής με αντάλλαγμα (Campbell 2008:x). Αντιθέτως η συνθήκη της θωράκισης (immunitas) αναφέρεται, στους τρόπους με τους οποίους κάποιος απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις της υπόλοιπης κοινότητας ή από οποιαδήποτε προηγούμενα χρέη. Μια τέτοια συνθήκη, ισχυρίζεται ο Esposito αποτελεί προνόμιο του μοντέρνου ατομικού υποκειμένου και συνιστά μια σαφή αντίθεση απέναντι στα κοινά ή στους κοινοτιστικούς τρόπους ύπαρξης. Με τα λόγια του ίδιου του Esposito (2008:50) , «εάν η communitas είναι αυτή η σχέση, η οποία δεσμεύει τα μέλη της με την υποχρέωση της αμοιβαίας ενίσχυσης, θέτει σε κίνδυνο την ατομική ταυτότητα, τη θωράκιση - το άσυλο (immunitas) το οποίο είναι η συνθήκη της απαλλαγής από τέτοιες υποχρεώσεις και επομένως αμύνεται απέναντι στα απαλλοτριωτικά χαρακτηριστικά των communitas.»

Εμείς είμαστε κοντά στο να σχολιάσουμε το εκλεπτυσμένα σύνολο των φιλοσοφικών επιχειρημάτων, αλλά προς το παρόν θέλουμε να επικεντρώσουμε σε αυτό που είχε κατά νου ο Esposito όταν περιέγραφε την «θωρακισμένη (immunitarian) αυτοσυντήρηση της ζωής» ως το θεμελιώδες ζήτημα για την μοντέρνα πολιτική θεωρία και πρακτική. (2) Ο Esposito συνδέει την πολιτικοποίηση της ζωής με την ανάπτυξη μιας νέας μορφής εξουσίας, η οποία όπως υποστηρίζεται με βάση τη βιολογική δομή των ειδών, βρίσκεται εντός της ίδιας της ζωής το πώς θα θεραπευτεί. «Η αντίληψη της κυριαρχίας», γράφει ο Esposito (2008:57), «αποτελεί την πιο ακριβή έκφραση αυτής της εξουσίας». Όπως ισχυρίζεται, η εξουσία λαμβάνει χώρα, στην παράδοξη κίνηση του διαχωρισμού ή της διαίρεσης της ζωής από τον εαυτό της με σκοπό να προστατευτεί. Ένα τέτοιο παράδοξο, θέλουμε να προτείνουμε, ότι αποτελεί ένα είδος χωροποίησης και μια μορφή περίφραξης όπου αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ότι οι λειτουργίες της θωράκισης διαχωρίζουν τη ζωής από αυτό το οποίο απειλείται να διαιωνιστεί καθώς και από τη δραστικότητά του. Ο ίδιος ο Esposito (2008:141) μιλάει για μια «διπλή περίφραξη του σώματος», η οποία σύμφωνα με την οπτική του όλο και περισσότερο συγκροτεί μια «απόλυτη ταυτότητα μεταξύ των σωμάτων μας και των εαυτών μας» και η οποία, με τον τρόπο αυτό υπονομεύει τη διάκριση μεταξύ «της δικαιϊκής ταυτότητας και του φυσικού σώματος» (Bull 2009:36). Το κύριο αποτέλεσμα αυτής της νέας σχέσης μεταξύ δικαίου, βίας, χώρου ήταν μόνο να εντείνουν τη σύζευξη της βιολογικής σφαίρας με τις πολιτικές πρακτικές, κάτι το οποίο βρίσκει την πιο ισχυρή του έκφραση στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι σύγχρονες μορφές του νεοφιλελευθερισμού έχουν συναρθρωθεί μέσω μια ολόκληρης σειράς βιοπολιτικών πρακτικών. Όπως έχει πρόσφατα προτείνει η Melinda Cooper, οι πολιτικές και κοινωνικές μορφές του νεοφιλελευθερισμού πρέπει να ειδωθούν στο πλαίσιο «της κρίσης του κεφαλαίου, της δημιουργίας χρέους και της περιοδικής υποτίμησης της ανθρώπινης ζωής» (2008:60). Οι βιοπολιτικές του κράτους πρόνοιας και τα «αναπτυξιακά του είδωλα» έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από μια νέα «πλανητική τάξη» πρωταρχικής συσσώρευσης, υλικής ανισότητας και βίαιου αποκλεισμού (Ferguson 2006; Harvey 2003). Αλλά περισσότερο από αυτό, ο νεοφιλελευθερισμός έχει επίσης ξεκινήσει να αναδιατυπώνει τη συνολική προβληματική της «θωράκισης» με ριζικά νέους και καινοτόμους τρόπους. Όταν τα μοντέλα οικονομικής ανάπτυξης έχουν παραδοσιακά εστιάσει στις προσπάθειες να κανονικοποιήσουν και να τυποποιήσουν τις ανάγκες της δημόσιας υγείας με εθνικοκεντρική οικονομική ανάπτυξη, η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού έχει όλο και περισσότερο συμπέσει με την διάλυση των «ορίων μεταξύ των σφαιρών της παραγωγής και της αναπαραγωγής, της εργασίας και της ζωής, της αγοράς και των ζωντανών ιστών – τα ίδια αυτά όρια που είχαν κατασκευαστεί από τις βιοπολιτικές πρακτικές του κοινωνικού κράτους και της συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα» (Cooper 2008:9).

Και όμως, εάν το κεφάλαιο επιθυμεί να συλλάβει την «ζωντανή εργασία» ως αξία χρήσης για το ίδιο (Gidwani 2008b:xxiii) έχει στην πραγματικότητα οδηγήσει σε περαιτέρω εξάπλωση των συνόρων μεταξύ της «βιολογίας» και της «πολιτικής», και επίσης επιμένουμε ότι έχει οδηγήσει σε νέες μορφές χωρικοτήτων, «πολλαπλασιάζοντας τις κατατμήσεις και τις περιφράξεις», οι οποίες χρησιμεύουν για την αστυνόμευση και θωράκιση του πολιτικού σώματος από τις εναλλακτικές μορφές της διαμοιρασμένης κοινωνικότητας (Gregory 2004:17). Είμαστε μάρτυρες για παράδειγμα, της ανάδυσης, περίπλοκων τεχνολογικών μορφών περιφράξεων μεσολάβησης, οι οποίες όλο και περισσότερο διεισδύουν στην καθημερινή ζωή. Η Louise Amoore (2009) χαρτογραφεί αυτές τις αναπτύξεις σε σχέση με τον αποκαλούμενο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και μέσα από αυτό που αποκαλεί η ίδια ως «αλγοριθμικό πόλεμο». Η Amoore (2009:50) περιγράφει τον αλγοριθμικό πόλεμο «ούτε ως στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας, ούτε ακόμα ως εμπορευματοποίηση της ασφάλειας … αυτό που βλέπουμε είναι μια συρραφή των εγκόσμιων και πεζών υπολογισμών των επιχειρήσεων, των αποφάσεων ασφάλειας που ρυθμίζονται από τα κράτη και την κινητοποιούμενη επαγρύπνηση ενός φοβισμένου κοινού» (δείτε επίσης Connolly 2005).

Εάν τέτοιες μικροεντοιχίσεις αποτελούν έναν εμπαιγμό για τις υποτιθέμενες συζητήσεις της παγκοσμιοποίησης και του κοσμοπολιτισμού, αυτό συμβαίνει ως μια μορφή της βιοπολιτικής. Είναι σημαντικό, πιστεύουμε, να οικοδομήσουμε πάνω σε μια τέτοια οπτική και να τοποθετήσουμε την πρόσφατη δουλειά πάνω στη βιοπολιτική σε άμεση επαφή με την πολιτική οικονομία και τις μετααποικιακές σπουδές. Το κεφάλαιο, όπως επισημαίνει ο Vinay Gidwani «εισάγει την μετααποικιακή κριτική ως συστατική δύναμη της Αυτοκρατορίας» (2008b:218). Η «επεκτατική, άνιση γεωγραφία της συσσώρευσης του κεφαλαίου» που καλύπτει τις σύγχρονες μορφές του νεοφιλελευθερισμού δεν θα πρέπει, ωστόσο, να ειδωθεί αποκομμένα αλλά σε όλες τις πιθανές μορφές της (Gidwani 2008b:218). Ο νεοφιλελευθερισμός είναι ο ίδιος το προϊόν πολύπλοκων και επικαλυπτόμενων ιστορικών γεωγραφιών κρίσης, εκτόπισης και βίας. Νέα σύνολα περιφράξεων, αν μη τι άλλο, βαθαίνουν τις σχέσεις μεταξύ βιοπολιτικής και νεοφιλελευθερισμού και ισχυριζόμαστε ότι αποτελούν το κεντρικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου καπιταλισμού.

Πάρτε, για παράδειγμα, τις νέες μορφές βιοπολιτικής (Rajan 2006) που διαμορφώνουν όλο και περισσότερο την παγκόσμια βιοιατρική οικονομία (Cooper 2008; Petryna 2005). Υπάρχουν πολλά παραδείγματα από την αύξηση των τραπεζών αίματος στην Ινδία (Hodges 2008) έως τη συλλογή ανθυγιεινού αίματος από ασθενείς aids κινέζων μεταναστών (Anagnost 2006). Η πρόσφατη μελέτη του Rajan (2006:81) σε κλινικές δοκιμές στην Ινδία δείχνει, ειδικότερα, την προσοχή στους τρόπους με τους οποίους «οι νεοφιλελεύθερες λογικές του κεφαλαίου αναδιαμορφώνουν την αντίληψη μας για την αξία». Ο Rajan (2006:80) περιγράφει το βιοκεφάλαιο ως την «ταυτόχρονη συστημική και αναδυόμενη παραγωγή των επιστημών ζωής, ειδικά της βιοιατρικής, παράλληλα με το πλαίσιο του κεφαλαίου και της αγοράς εντός του οποίου τέτοιες τεχνοεπιστήμες λειτουργούν όλο και περισσότερο.»

Αλλά περισσότερο από αυτό, το βιοκεφάλαιο συστήνει νέους τρόπους υποκειμενοποίησης οι οποίες έχουν τη μορφή της γυμνής ζωής παρά της εργασίας (ή της εργατικής δύναμης) και αυτή η μορφή της γυμνής ζωής γίνεται ο νέος και πρωταρχικός τρόπος της αξίας. (3)  Εξάλλου, τα τεστ σε Ινδούς καταδεικνύουν ότι αυτή η μορφή η οποία αποτέλεσε την βάση για τις μελέτες του  Rajan (2006:82) μπορεί να εγγραφεί στην περίπτωση της υγείας μέσω, τελικά, του ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι αποτελούν τις πειραματικές υποκειμενικότητες, οι οποίες απομακρύνονται από «τα κυκλώματα της εκκλησιαστικής πρόνοιας και της θεραπευτικής κατανάλωσης». Με άλλα λόγια, τα σώματά τους απλώς «διακινδυνεύουν» και εκτίθενται στα μηχανήματα και τις μηχανορραφίες του παγκόσμιου φαρμακευτικού κεφαλαίου. Εάν αυτό εξαρτάται τελικά από την εναρμόνιση των παγκόσμιων καθεστώτων ιδιοκτησίας, τα οφέλη της «θωράκισης» για τους νεοφιλελεύθερους καταναλωτές είναι ότι αυτοί οι ίδιοι αποτελούν την κρίσιμη και απαραίτητη δυνατή συνθήκη.

Φυσικά, τέτοιοι τρόποι υποκειμενοποίησης εξαρτώνται από άλλες μορφές συσσώρευσης μέσω στέρησης (Harvey 2003). Οι μακρο-πρακτικές των αστικών περιφράξεων συχνά συναρθρώνονται με μικρο-πρακτικές βιοπολιτικής εκμετάλλευσης. Σύμφωνα με τον Rajan (2006:85): «δεν υπάρχει κανένας τρόπος να γίνουν κατανοητές οι δυναμικές των κλινικών πειραμάτων στις περιοχές του Μουμπάι, χωρίς να ληφθούν υπόψη όλες οι στιγμές βίας που παρέχουν τα κίνητρα για την υπογραφή της ανεπίσημης συγκατάθεσης. Πρώτα από όλα οι εργάτες εκτοπίζονται από τα εργαστάσιά τους. Έπειτα εκτοπίζονται από τις κατοικίες τους. Έπειτα εκτοπίζονται από τους δρόμους. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούν να αποκτήσουν την ελευθερία να γίνουν αυτόνομοι “εθελοντές”»

Εάν η παγκόσμια έρευνα στα ανθρώπινα υποκείμενα επανασυνδέει όλο και περισσότερο τις λειτουργίες της διακυβέρνησης με αυτές της οικονομίας (Petryna 2005), οι τεχνικές και πρακτικές που στηρίζονται στη ρύθμιση και διατήρηση της ζωής έχουν επίσης παράξει νέες «ζώνες κοινωνικής εγκατάλειψης» (Biehl 2005).

Ωστόσο, δεν προτείνουμε ότι η τριχοειδής εμβέλεια των νέων βιοπολιτικών περιφράξεων συμπεριλαμβάνει τα πάντα χωρίς να συναντά αντιστάσεις. Η διαλεκτική των περιφράξεων και των κοινών την οποία ακολουθούμε στο παρόν άρθρο δεν αποτελεί μια τυπική μορφή, αλλά περισσότερο πρόκειται κυρίως για αυτό που ο Henri Lefebvre (2009 [1940]:92) επιτυχημένα περιέγραψε ως «ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης ύπαρξης». Μια τέτοια διαλεκτική είναι ανοιχτή και ως τέτοια, πιστεύουμε ότι επισημαίνει τη ριζική αναμόρφωση των κοινών τα οποία αναλαμβάνουν το πρόβλημα της «ίδιας της ζωής» ως σημείο εκκίνησης για μια αντίθεση στη βιοπολιτική. Οι Stephen Collier και Andrew Lakoff (2005) έχουν εστιάσει στα «καθεστώτα ζωής» τα οποία φέρνουν μαζί τους κοινωνικούς σχηματισμούς ως διαφορετικούς ως «ηθικές ρυθμίσεις στον Καναδά, ως ανάπτυξη και αστικοποίηση στη Βραζιλία, ως garrison-entrepot στην λεκάνη του Τσαντ, [και] ως εμπόριο οργάνων στην Ινδία».  Σύμφωνα με τους Collier και Lakoff (2005:22–23) το κοινό που έχουν όλα τα παραπάνω είναι «η δυναμική διαδικασία μέσω της οποίας η κατεστημένη μορφή του ηθικού διαλογισμού -ενός καθεστός ζωής- επικαλείται και αναδιατυπώνεται σε μια προβληματική κατάσταση για να παρέχει ένα πιθανό οδηγό για δράση». Η ζωή, με αλλά λόγια δεν δίνεται εκ τον προτέρων αλλά παράγεται μέσα από μια πληθώρα λόγων, προγραμμάτων, τεχνολογιών και πρακτικών (Fassin 2009:48).

Εάν οι συνθήκες ζωής έχουν, για πολλούς, καταστεί «περιττές» από τις βίαιες επιδρομές της καπιταλιστικής συσσώρευσης (Prasad 2009:3), εμείς προσπαθούμε να χωροποιήσουμε ένα νέο λεξιλόγιο αντίστασης από τη συντακτική δυνατότητα (potentiality) της κοινής ζωής που επαινείται από τον Negri (Negri στο Casarino and Negri 2008:218) μεταξύ άλλων στις μορφές της «βιολογικής πολιτότητας» που εξετάσθηκαν από τον Petryna (2002). Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της ζωής συνδέεται με τις πρακτικές μια άλλης (βιο)πολιτικής. Εμείς, από την άποψη αυτή, δεν επιδιώκουμε να αντικαταστήσουμε απλώς την μαρξιστική ανάγνωση των δυνατοτήτων της εργασίας – με την οποία εννοούμε τη δημιουργική ικανότητα να παράγονται αξίες χρήσης – με τις αντιθετικές βιοπολιτικές. Περισσότερο ενδιαφερόμαστε στο να ξανασκεφτούμε τη σχέση μεταξύ της «δημιουργικότητας της κοινής ζωής» και «τη φαινομενολογία της επαναστατικής πράξης» (Casarino and Negri 2008:218; Negri 1991:xxi). Εδώ αντλούμε έμπνευση ιδιαίτερα από την έννοια του Cesare Casarino για το υπερκοινό (surplus common) ως το κρίσιμο σημείο για τη δημιουργία των λειτουργικών εννοιών της ετερότητας και της αντίστασης. Ενώ η έννοια του περισσεύματος - του «υπερ» (surplus)-, είναι αυτή που διαρκώς το κεφαλαίο προσπαθεί να υπαγάγει υπό την έννοια της υπεραξίας, ο Casarino προτείνει ότι η ίδια κατάσταση αποτελεί τη δυνατότητα για το μετασχηματισμό του «ανταγωνισμού» σε «εξέγερση». Αποτελεί τη δυναμική «η οποία συνέχεια υπερβαίνει αυτό που το κεφαλαίο μπορεί να απαλλοτριώσει και να ελέγξει» (Hardt and Negri 2004:212). Σύμφωνα με τον  Casarino (στο Casarino and Negri 2009:23) «η ποιοτική διάφορα μεταξύ του κεφαλαίου και του κοινού συνίσταται στην τοποθέτηση του πλεονάσματος-περισσεύματος (surplus) με διαφορετικούς τρόπους, στη σύλληψη του πλεονάσματος-περισσεύματος (surplus) για διαφορετικούς σκοπούς. Η υπεραξία βιώνεται ως διαχωρισμός (στη μορφή της αξίας, δηλαδή κατεξοχήν στη μορφή του χρήματος). Το υπερκοινό είναι το βιωμένο πλεόνασμα-περίσσευμα ως ένταξη-ενσωμάτωση (στη μορφή του κοινού, συμπεριλαμβάνοντας ιδιαιτέρως τα σώματά μας).

Στο βαθμό που ο Casarino (Casarino and Negri 2009b:245) αντιπαραθέτει την εξαγωγή της υπεραξίας με την «οντολογική εξαγωγή» της «αξίας χρήσης» ως την πηγή της ενσωμάτωσης της πολιτικής δράσης, εμείς επίσης επιδιώκουμε να μετατοπίσουμε την προσοχή πίσω στην γείωσή τους στις χωρικές πρακτικές οι οποίες κατ’ ανάγκη οδηγούν τη διαλεκτική του commoning –σε όλες τις ποικίλες μορφές του– από την κατανόηση της «παρούσας κατάστασης των πραγμάτων» στην αναγνώριση άλλων «εφικτών κόσμων» (Marx and Engels όπως αναφέρεται στο Mann 2008:930, 931).

 

Συμπέρασμα

Όπως δείχνει η τρέχουσα χρηματοοικονομική κρίση και το νέφος που έχει προκαλέσει, μια εστίαση στις περιφράξεις και στα κοινά είναι κρίσιμης πολιτικής και θεωρητικής σημασίας σήμερα. Η υλική, νομική και βιοπολιτική διαδικασία που διακυβεύεται σε αυτήν την τρέχουσα στιγμή απαιτεί μια απάντηση από του γεωγράφους, και εδώ η εστίαση στη συντακτική χωρικότητα αυτών των εννοιών παραμείνει κεντρική όσο ποτέ άλλοτε. Εάν η ιδέα των κοινών είναι στο παιχνίδι αυτών των γεωγραφικών σχηματισμών, σε αυτό το άρθρο εμείς εξετάσαμε μορφές πολιτικής, οι οποίες επεκτείνουν την ίδια την έννοια της πολιτικής σε μια ποικιλία χωρικών καθεστώτων, που διαπερνούν την πόλη, το σώμα, το νόμο και το κράτος. Με αυτόν τον τρόπο, επιδιώξαμε να επανεξετάσουμε τις περιφράξεις και τα κοινά όχι μόνο ως σημαντικά λεξιλόγια για την κατανόηση των ανισοτήτων που είναι εγγενείς στον σύγχρονο καπιταλισμό, αλλά για να καταδείξουμε την πολιτικοδιανοητική χρησιμότητα του να σκεφτόμαστε και τους δυο όρους μαζί. Κλείνοντας, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή ιδιαιτέρως σε τέσσερις συνέπειες του επιχειρήματος που έχουμε κάνει εδώ για την επιστημονική κοινότητα της Κριτικής Γεωγραφίας.

Η πρώτη συνέπεια είναι η παραγωγικότητα που προκύπτει όταν σκεφτόμαστε μαζί τις περιφράξεις και τα κοινά. Εμείς εδώ επιμένουμε στη σημασία της διαλεκτικής για την γεωγραφική σκέψη. Η «Διαλεκτική», όπως επισημαίνει ο Αντόρνο στα πρόσφατα δημοσιευμένα μαθήματα πάνω στην «Αρνητική Διαλεκτική», «αντιπροσωπεύει την προσπάθεια οτιδήποτε είναι ετερογενές να ενσωματωθεί στη φιλοσοφία». Αυτή δεν είναι μια άσκηση στην κατανόηση των περιφράξεων –αυτό που πετυχημένα περιέγραψε ο Αντορνο ως «φιλοδοξία για να περιφραχθεί το άπειρο σε ένα πεπερασμένο δίκτυο αξιωμάτων» αλλά μάλλον, εμείς επιμένουμε, το αντίστροφο (Adorno 2008:57, 79).

Δεύτερον, και μετά από αυτό, έχουμε επιδιώξει να αναπτύξουμε μια εκτεταμένη ανάγνωση τόσο των περιφράξεων όσο και των κοινών. Μέσω του επιχειρήματός μας έχουμε προσπαθήσει να διευρύνουμε την πολιτική και θεωρητική σημασία της διαλεκτικής των περιφράξεων-κοινών, ξεκινώντας από την καθαρά οικονομική απόδοση αυτής της σχέσης και προχωρήσαμε στις εννοιολογικές διαφοροποιήσεις των υλικοτήτων και υποκειμενικοτήτων. Σε εμπειρικό επίπεδο, αυτό μας επέτρεψε να φωτίσουμε τις υλικότητες των αστικών περιφράξεων-κοινών, και τις μορφές της πολιτικής υποκειμενικότητας που παράγονται μέσω και ενάντια των διαδικασιών των περιφράξεων. Σε θεωρητικό επίπεδο αυτό σήμαινε να επανεξετάσουμε τις περιφράξεις μέσω της δουλειάς των Esposito και Casarino και να τονίσουμε την αγορά στα πλαίσια τους υπερκοινού. Αυτό πιστεύουμε ότι βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με την πρόσφατη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τις εννοιολογήσεις του «κοινού» και του «κοινού πλούτου» (commonwealth) που αναμετριούνται με τις σύγχρονες ερμηνείες της κοινότητας και της συγκρότησης των πολιτικών υποκειμένων. Στο βαθμό που σήμερα η επανεξέταση της κοινότητας βρίσκεται στη καρδιά των διεθνών φιλοσοφικών συζητήσεων, είναι η ιδέα του «κοινού» ή των «κοινών» που αναζωογονεί τις προσπάθειες για να εξετασθεί η φύση των συλλογικών πολιτικών σχεδίων.

Τρίτον, το άρθρο έχει εκ νέου εξετάσει τη σημασία της γεωγραφικής ανάγνωσης των κοινών-περιφράξεων. Αποφύγαμε μια μονοδιάστατη ή δικτυωμένη ανάγνωση των χωρικοτήτων των περιφράξεων και προτιμήσαμε να σκεφτούμε γύρω από τους πολλαπλούς και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι περιφράξεις σχηματοποιούν διαφορετικές Γεωγραφίες. Στην περιγραφή μας για τις συναρθρώσεις των περιφράξεων, περιγράψαμε τους τρόπους με τους οποίους ειδικές μορφές των περιφράξεων χωρικά παράγονται ως κοινωνικές και υλικές διαδικασίες. Αυτές οι διαδικασίες δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε ιδιαίτερο χωρικό πρότυπο, αλλά διαπερνούν και συγκεντρώνουν μια σειρά από τοποθεσίες, είτε μέσω του σώματος, είτε μέσω της πόλης είτε μέσω από οτιδήποτε άλλο. Εξίσου, έχουμε εξετάσει τις χωρικότητες των κοινών ως δυνητικά ανοιχτές, που σημαίνει, όχι ως τοπικά οριοθετημένες ή ως αφηρημένο πλήθος, αλλά ως πολυποίκιλα εκτεταμένες και ως αυτές που δημιουργούν το χώρο ανάλογα με τα πολιτικά του υποκείμενα, από καμπάνιες για τα «δικαιώματα στην πόλη» και «αντάρτικες πολιτότητες» έως εκείνες που σχετίζονται με τις καταφατικές βιοπολιτικές.

Τέταρτο και τελευταίο, ως ένα κριτικό παράδειγμα, προσπαθήσαμε σε αυτό το άρθρο να αντιμετωπίσουμε όχι μόνο τις μεγάλης κλίμακας διεργασίες, αλλά την πολιτική σημασία του να μην οπισθοχωρείς κάνοντας «μεγάλες δηλώσεις». Γνωρίζουμε ότι με αυτόν τον τρόπο ανοίγουμε λογαριασμούς με άλλες μορφές κριτικής: για παράδειγμα, σε ζητήματα σχετικά με ιδιαίτερες περιοχές και διαδικασίες ή με εμπειρικές λεπτομέρειες. Αυτές οι κριτικές πιθανότατα δεν θα χαθούν, και δεν ισχυριζόμαστε εδώ ότι έχουμε ξεπεράσει το πλαίσιο των κοινωνικών θεωριών για τους κίνδυνους των μεγάλων αφηγήσεων για να υπεραπλουστεύσουμε ή την σιωπηρή υπόδειξη που εστιάζει στις «βαθύτερες» ή «ευρύτερες» διαδικασίες που αναγκαστικά παρέχουν μεγαλύτερη διορατικότητα στην ανισότητα ή τις πολιτικοοικονομικές αλλαγές που εστιάζουν στις «μικρότερες» και πιο συγκεκριμένες περιοχές. Παρ’όλα αυτά, έχουμε διαπιστώσει ότι η γραφή με αυτού του είδους τη φιλοδοξία έχει ανοίξει τα πολιτικο-διανοητικά μας φαντασιακά με τρόπους που έχουν δημιουργήσει νέα ερωτήματα και δυνατότητες για θεωρητική και πολιτική παρέμβαση. Πρόκειται για μια διαφορετική και ευπρόσδεκτη άσκηση στο να αποπεριφραχθούν-αποκαλυφθούν οι πολιτικές μέσα από τον τρόπο της ερώτησης και της γραφής.

 

Σημειώσεις

1. Από αυτή την άποψη γράφουμε σκόπιμα ενάντια στην προσπάθεια του Negri να προχωρήσει πέρα από την διαλεκτική σκέψη. Για τον Negri, «ο πραγματικός στόχος είναι να επιτευχθεί η κατασκευή ενός τρόπου σκέψης ο οποίος θα μπορεί την ίδια στιγμή να αρνείται τη διαλεκτική όπως επίσης να επιλύει το πρόβλημα του περάσματος από το απλό στο σύνθετο, από τη μοναδικότητα στο πλήθος» (Casarino and Negri 2008:177–178).  Η ίδια η συγκρότηση του κοινού είναι σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Negri, κεντρική σε αυτό το «πέρασμα» και ολοένα και περισσότερο μορφοποιείται στη βασική διάσταση-κλειδί του έργου του (δείτε Negri 2008, 2010).

2. Έχουμε επίσης γνώση της δριμείας κριτικής που ασκεί ο Antonio Negri απέναντι στον Esposito και της «καθολικής άρνησης της υποκειμενοποίησης» που ο Negri τοποθετεί στην καρδιά του έργου του Esposito (Casarino and Negri 2008:87). Δεν είναι εδώ πρόθεσή μας να υποστασιάσουμε το «παράδειγμα της θωράκισης» αλλά περισσότερο να προβληματιστούμε πάνω στον τρόπο με τον οποίο η δουλειά του Esposito προσφέρει μια παραγωγική ανασύνταξη του νεοφιλελευθερισμού ως ένα πρόβλημα «θωράκισης». Εκεί που υπάρχει αδιέξοδο στη θεώρηση του Esposito σχετικά με το ζήτημα της αντίστασης και της υποκειμενικότητας, εμείς στρεφόμαστε στη δουλειά του Negri ως μέσο παρακολούθησης της σύνθεσης ενός μη-ασυλοποιημένου πολιτικού υποκειμένου το οποίο χαρακτηρίζεται από μια συστατική δυνατότητα.

3. Δανειζόμαστε εδώ τον τρόπο κατανόησης του Negri για την «γυμνή ζωή» ως μια φιγούρα μέσω της οποίας «ο αυτοκρατορικός καπιταλισμός επιστρέφει στις ρίζες του». Ο Negri ισχυρίζεται ότι η γυμνή ζωή αντιπροσωπεύει «τον άνθρωπο, η μάλλον παρουσιάζει τα σώματα … στο χείλος ενός ανείπωτου κινδύνου και εξαθλίωσης» (Negri στο Casarino and Negri 2008:210). Για τον Negri, αυτό είναι το βίαιο μοντέλο των περιφράξεων και υποκειμενοποίησης, το οποίο υποβιβάζει τη ζωή απλώς σε αντικείμενο και του οποίου η επακόλουθη λογική είναι κεντρικής σημασίας για τη λειτουργία του παγκόσμιου κεφαλαίου.

 

Βιβλιογραφία

Adorno T (2008) Lectures on Negative Dialectics. Trans R Livingstone. Cambridge: Polity Alsayyad N and Roy A (2006) Medieval modernity: On citizenship and urbanism in a global era. Space and Polity 10(1):1–20

Amoore L (2009) Algorithmic war: Everyday geographies of the war on terror. Antipode 41:49–69

Anagnost A (2006) Strange circulations: The blood economy in rural China. Economy and Society 35(4):509–529

Arputham J (2008) Developing new approaches for people-centred development. Environment and Urbanization 20:319–337

Arrighi G (2008) Adam Smith in Beijing: Lineages of the Twenty-First Century. London: Verso

Atkinson R and Blandy S (2005) International perspectives on the new enclavism and the rise of gated communities. Housing Studies 20(2):177–186

Badiou A (2008) The communist hypothesis. New Left Review 49:29–42

Biehl J (2005) Vita: Life in a Zone of Social Abandonment. Berkeley, CA: University of California Press

Blomley N (2007) Making private property: Enclosure, common right and the work of hedges. Rural History 18(1):1–21

Blomley N (2008a) Enclosure, common right and the property of the poor. Social and Legal Studies 17:311–331

Blomley N (2008b) Making space for law. In K Cox, M Low and J Robinson (eds) The Sage Handbook of Political Geography (pp 155–168). London: Sage

Brown W (2010) Walled States, Waning Sovereignty. New York: Zone Books

Bull M (2009) The whale inside. London Review of Books 31(1):35–37

Bunnell T and Coe NM(2005) Re-fragmenting the “political”: Globalization, governmentality and Malaysia’s multimedia super corridor. Political Geography 27(7):831–849

Caldeira T (2000) City of Walls: Crime, Segregation, and Citizenship in S˜ao Paulo. Berkeley: University of California Press

Campbell T (2008) Introduction. In R Esposito Bios: Biopolitics and Philosophy. Trans T Campbell (pp vii–xlii). Minneapolis: University of Minnesota Press

Casarino C and Negri A (2009) In Praise of the Common: A Conversation on Philosophy and Politics. Minneapolis: University of Minnesota Press

Castells M (1983) The City and the Grassroots: A Cross-cultural Theory of Urban Social Movements. Berkeley: University of California Press

Chatterjee P (2008) Democracy and economic transformation in India. Economic and Political Weekly 19 April

Collier S J and Lakoff A (2005) On regimes of living. In A Ong and S J Collier (eds)

Global Assemblages: Technology, Politics, and Ethics as Anthropological Problems (pp 22–39). Oxford: Blackwell

Connolly W (2005) Pluralism. Durham: Duke University Press

Cooper M (2008) Life as Surplus: Biotechnology and Capitalism in the Neoliberal Age. Seattle: University of Washington Press

Davis M and Monk D (2007) Introduction. In M Davis and D Monk (eds) Evil Paradises: Dreamworlds of Neoliberalism (pp ix–xvi). New York: New Press

Dixon D, Woodward K and Jones J P (2008) On the other hand . . . dialectics. Environment and Planning A 40(11):2549–2561

Doel M (2006) Dialectical materialism: Stranger than friction. In D Gregory and N Castree (eds) David Harvey: A Critical Reader (pp 55–79). Oxford: Blackwell

Esposito R (2008) Bios: Biopolitics and Philosophy. Trans. T. Campbell. Minneapolis: University of Minnesota Press

Esposito R (2010) Communitas: The Origin and Destiny of Community. Trans T Campbell. Stanford: Stanford University Press

Fassin D (2009) Another politics of life is possible. Theory, Culture and Society 26(5):44–60

Featherstone D (2008) Resistance, Space and Political Identities: The Making of Counter-Global Networks. Oxford: Blackwell

Ferguson J (2006) Global Shadows: Africa in the Neoliberal World Order. Durham: Duke University Press

Foucault M (2003) Society must be defended: Lectures at the Coll´ege de France, 1975–1976, Trans D. Macey. London: Allen Lane

GandyM(2005) Cyborg urbanization: Complexity and monstrosity in the contemporary city. International Journal of Urban and Regional Research 29(1):26–49

Gidwani V (2008a) Capitalism’s anxious whole: Fear, capture and escape in the Grundrisse. Antipode 40(5):857–878

Gidwani V (2008b) Capital, Interrupted: Agrarian Development and the Politics of Work in India. Minneapolis: University of Minnesota Press

Graham S and Marvin S (2001) Splintering Urbanism: Networked Infrastructures, Technological Mobilities and the Urban Condition. London: Routledge

Gregory D (2004) The Colonial Present. Oxford: Blackwell

Gross A (2006) The construction of a wall between The Hague and Jerusalem: The enforcement and limits of humanitarian law and the structure of occupation. Leiden Journal of International Law 26:393–440

Hardt M and Negri A (2004) Multitude. London: Hamish Hamilton

Hardt M and Negri A (2009) Commonwealth. Cambridge, MA: The Belknap Press

Harvey D (1973) Social Justice and the City. London: Edward Arnold

Harvey D (1989) The Urban Experience. Oxford: Blackwell

Harvey D (2003) The New Imperialism. Oxford: Oxford University Press

Harvey D (2007) Neoliberalism as creative destruction. Annals of the American Academy of Political and Social Science 610:21–44

Harvey D (2008) The right to the city. New Left Review 53:23–40

Hodges S (2008) Chennai’s biotrash chronicles: Chasing the neoliberal syringe. GARNET Working Paper 44(8):1–28

Holston J (2008) Insurgent Citizenship: Disjunctions of Democracy and Modernity in Brazil. Princeton: Princeton University Press

Isin E (2002) Being Political: Geneaologies of Citizenship. Minneapolis: University of Minnesota Press

Jeffrey A (2011) The political geographies of transitional justice. Transactions of the Institute of British Geographers 36(3):344–359

Kofman E and Lebas E (eds) (1996) Henri Lefebvre: Writings on Cities. Oxford: Blackwell

Lefebvre H (2009 [1940]) Dialectical Materialism. Trans J Sturrock. Minneapolis: University of Minnesota Press

Mann G (2008) A negative geography of necessity. Antipode 40(5):921–934

Marshall T H (1992) Citizenship and Social Class. London: Pluto

McCarthy J (2005) Commons as counterhegemonic projects. Capitalism, Nature, Socialism 16(1):9–24

McFarlane C (2008) Governing the contaminated city: Infrastructure and sanitation in colonial and postcolonial Bombay. International Journal of Urban and Regional Change 32:415–435

Miraftab F and Wills S (2007) Insurgency and spaces of active citizenship. Journal of Planning Education and Research 25(2):200–217

Mitchell D (2003) The Right to the City: Social Justice and the Fight for Public Space. New York: Guilford Place

Negri A (1991) The Savage Anomaly: The Power of Spinoza’s Metaphysics and Politics. TransM Hardt. Minneapolis, MN: University of Minnesota Press

Negri A (2008) The Porcelain Workshop: For a New Grammar of Politics. Trans N Wedell. Los Angeles: Semiotext(e)

Negri A (2010) Inventer le commun des hommes. Paris: Bayard Centurion

Ong A (1999) Flexible Citizenship: The Cultural Logics of Transnationality. Durham, NC: Duke University Press

Ong A (2007) Neoliberalism as Exception: Mutations of Citizenship and Sovereignty. Durham: Duke University Press

Painter J and Jeffrey A (2009) Political Geography: An Introduction to Space and Power. London: Sage

Petryna A (2002) Life Exposed: Biological Citizens After Chernobyl. Princeton: Princeton University Press

Petryna A (2005) Ethical variability: Drug development and globalizing clinical trials. American Ethnologist 32(2):183–197

Prasad A (2009) Capitalizing disease: Biopolitics of drug trials in India. Theory, Culture and Society 26 (5):1–29

Rajan K S (2006) Experimental values: Indian clinical trials and surplus health. New Left Review 45:67–88

Reid H and Taylor B (2010) Recovering the Commons: Democracy, Place and Global Justice. Champaign: University of Illinois Press

Retort (2005) Afflicted Powers: Capital and Spectacle in a New Age of War. London: Verso

Roy A (2009) Why India cannot plan its cities: Informality, insurgence and the idiom of urbanization. Planning Theory 8(1):76–87

de Sousa Santos B (1987) Law: A map of misreading. Towards a postmodern conception of law. Journal of Law and Society 14:279–293

Smith N (2002) New globalism, new urbanism: Gentrification as global urban strategy. Antipode 34(3):434–57

Sundaram R (2004) Uncanny networks: Pirate, urban and new globalization. EPW XXXIX (1):75

Teubner G (1992) The two faces of Janus: Rethinking legal pluralism. Cardozo Law Review 13:1443–1462

Vasudevan A,McFarlane C and Jeffrey A (2008) Spaces of enclosure. Geoforum 39:1641–1646

Verma G D (2002) Slumming India: A Chronicle of Slums and Their Saviours. New Delhi: Penguin

Wacquant L (2008) The militarization of urban marginality: Lessons from the Brazilian metropolis. International Political Sociology 2:56–74

Weizman E (2007) Hollow Land: Israel’s Architecture of Occupation. London: Verso

Weizman E and Segal R (2003) A Civilian Occupation: The Politics of Israeli Architecture. London: Verso

Zizek S (2009) First as Tragedy, Then as Farce. London: Verso

 

[1] http://en.wikipedia.org/wiki/Cordon_sanitaire