Πώς ο Μαρξ δεν ανακάλυψε το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους

από το blog Nomadic Universality

 

Πώς ο Μαρξ δεν ανακάλυψε το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους

 

του Μίχαελ Χάινριχ*

 

Στο έργο του Μαρξ δεν ανευρίσκεται κάποια τελική παρουσίαση της θεωρίας του για τις κρίσεις. Αντιθέτως, υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις που προορίζονται να εξηγήσουν τις κρίσεις. Στον εικοστό αιώνα, σημείο εκκίνησης για τις συζητήσεις σχετικά με μαρξιστική θεωρία της κρίσης ήταν ο τρίτος τόμος του Κεφαλαίου, το χειρόγραφο του οποίου γράφτηκε το 1864-1865. Αργότερα, η προσοχή στρέφεται προς τις θεωρητικές αναπτύξεις περί κρίσης στις Θεωρίες για την Υπεραξία, που γράφτηκαν κατά την περίοδο μεταξύ 1861 και 1863. Τέλος, ήρθαν στο προσκήνιο και τα Grundrisse του 1857-1858, τα οποία σήμερα για πολλούς συγγραφείς παίζουν κεντρικό ρόλο για την κατανόηση της θεωρίας του Μαρξ για τις κρίσεις. Έτσι, ξεκινώντας απ’ το Κεφάλαιο, η συζήτηση μετατόπισε σταδιακά την έμφαση σε παλαιότερα κείμενα. Με την Marx Engels Gesamtausgabe (MEGA), το σύνολο των οικονομικών κειμένων που έγραψε ο Μαρξ ανάμεσα στα τέλη της δεκαετίας του 1860 και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 είναι πλέον διαθέσιμα. Μαζί με τις επιστολές του, τα κείμενα αυτά επιτρέπουν να διαμορφώσουμε μια εικόνα για την ανάπτυξη της θεωρητικής σκέψης του Μαρξ για την κρίση μετά το 1865.

 

Η ελπίδα, η εμπειρία και το μεταβαλλόμενο αναλυτικό πλαίσιο της θεωρίας του Μαρξ

Κατά το πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, κατέστη σαφές ότι οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις ήταν αναπόφευκτο στοιχείο του σύγχρονου καπιταλισμού. Στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, είχαν θεωρηθεί ως απειλή για την οικονομική ύπαρξη της αστικής κοινωνίας. Οι κρίσεις απέκτησαν για πρώτη φορά ιδιαίτερη πολιτική σημασία για τον Μαρξ το 1850, όταν ο ίδιος επιχείρησε μια πιο προσεκτική ανάλυση των αποτυχημένων επαναστάσεων του 1848-1849. Τώρα θεωρούσε την κρίση του 1847-1848 ως την αποφασιστική διαδικασία που οδήγησε στην επανάσταση, απ’ όπου κατέληξε στο συμπέρασμα: «Μια νέα επανάσταση είναι δυνατή μονάχα σαν συνέπεια μιας νέας κρίσης. Είναι όμως τόσο βέβαιη, όσο και αυτή»[1].

Στα επόμενα χρόνια ο Μαρξ περίμενε ανυπόμονα μια νέα βαθιά κρίση. Τελικά αυτή ήρθε το 1857-1858: όλα τα καπιταλιστικά κέντρα γνώρισαν μια κρίση. Ότι ο Μαρξ παρατήρησε έντονα την κρίση και την ανέλυσε σε πολλά άρθρα για τη New York Tribune, ενώ προσπάθησε επίσης να επεξεργαστεί την κριτική του στην πολιτική οικονομία την οποία σχεδίαζε για χρόνια[2]. Το αποτέλεσμα ήταν το άτιτλο χειρόγραφο το οποίο είναι γνωστό σήμερα ως τα Grundrisse.

Στα Grundrisse, η θεωρία περί κρίσης φέρει τη σφραγίδα του αναμενόμενου «κατακλυσμού» για τον οποίο ο Μαρξ έγραφε στις επιστολές του[3]. Σε ένα πρώιμο σχέδιο για τη δομή του χειρογράφου, οι κρίσεις έρχονται στο τέλος της παρουσίασης, μετά το κεφάλαιο, την παγκόσμια αγορά και το κράτος, όπου ο Μαρξ εγκαθιδρύει μια άμεση σύνδεση με το τέλος του καπιταλισμού: «Κρίσεις. Διάλυση του τρόπου παραγωγής και της μορφής κοινωνίας που βασίζεται στην αξία ανταλλαγής»[4].

Στο λεγόμενο «απόσπασμα για τις μηχανές» βλέπουμε να σκιαγραφείται μια θεωρία περί καπιταλιστικής κατάρρευσης. Με την αυξανόμενη εφαρμογή της επιστήμης και της τεχνολογίας στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία, δεν είναι πλέον σημαντική «η άμεση εργασία που εκτελεί ο ίδιος ο άνθρωπος», αλλά «η ιδιοποίηση της γενικής παραγωγικής του δύναμης», πράγμα που οδηγεί τον Μαρξ σε ένα σαρωτικό συμπέρασμα: «Από τη στιγμή που η εργασία στην άμεση μορφή παύει να αποτελεί τη μεγάλη πηγή του πλούτου, ο χρόνος εργασίας παύει –αναγκαστικά- να είναι το μέτρο του, άρα και η αξία ανταλλαγής [παύει να είναι το μέτρο] της αξίας χρήσης. Η υπερεργασία των μαζών έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη του γενικού πλούτου, ακριβώς όπως και η μη-εργασία των λίγων έπαψε να είναι όρος για την ανάπτυξη των γενικών δυνάμεων του ανθρώπινου μυαλού. Έτσι καταρρέει η παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία»[5].

Οι γραμμές αυτές συχνά έχουν παρατεθεί, χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη πόσο αβέβαιες είναι οι κατηγορικές βάσεις των Grundrisse. Η διάκριση μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας, την οποία ο Μαρξ χαρακτηρίζει στο Κεφάλαιο ως «ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της πολιτικής οικονομίας», απουσιάζει τελείως στα Grundrisse[6]. Στο δε Κεφάλαιο, η «εργασία στην άμεση μορφή» επίσης δεν είναι η πηγή του πλούτου. Οι πηγές του υλικού πλούτου είναι η συγκεκριμένη, χρήσιμη εργασία και η φύση. Η κοινωνική ουσία του πλούτου ή της αξίας στον καπιταλισμό είναι η αφηρημένη εργασία, οπότε δεν έχει σημασία αν αυτή η αφηρημένη εργασία μπορεί να αναχθεί στην εργατική δύναμη που δαπανήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας παραγωγής ή στη μεταβίβαση της αξίας των χρησιμοποιημένων μέσων παραγωγής. Αν η αφηρημένη εργασία παραμένει η ουσία της αξίας, τότε δεν είναι σαφές γιατί ο χρόνος εργασίας δεν μπορεί πλέον να είναι το ενδογενές μέτρο της, και δεν είναι σαφές γιατί η «παραγωγή που βασίζεται στην ανταλλακτική αξία» πρέπει απαραιτήτως να καταρρεύσει. Όταν, για παράδειγμα, οι Χαρτ και Νέγκρι υποστηρίζουν ότι η εργασία δεν είναι πλέον το μέτρο της αξίας, στην πραγματικότητα δεν αναφέρονται στη θεωρία της αξίας του Κεφαλαίου, αλλά στις ασαφείς διατυπώσεις των Grundrisse[7].

Ο Μαρξ αντιμετωπίζει έμμεσα αυτό το σύνολο προβλημάτων από τα Grundrisse στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, όταν ασχολείται με την έννοια της σχετικής υπεραξίας: εκεί ο Μαρξ ειρωνεύεται την αντίληψη ότι ο προσδιορισμός της αξίας από την εργασία τίθεται υπό αμφισβήτηση από το γεγονός ότι, στην καπιταλιστική παραγωγή, το θέμα είναι να μειωθεί ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός μεμονωμένου εμπορεύματος –και αυτό ακριβώς ήταν το επιχείρημα στο οποίο βασιζόταν η θεωρία της κατάρρευσης στα Grundrisse[8].

Η κρίση τού 1857-1858 τελείωσε γρήγορα. Δεν οδήγησε στον κλονισμό των συνθηκών που ο Μαρξ είχε ελπίσει, ούτε οικονομικά ούτε πολιτικά: η καπιταλιστική οικονομία βγήκε δυναμωμένη από την κρίση, ενώ επαναστατικά κινήματα δεν προέκυψαν πουθενά. Η εμπειρία αυτή ενσωματώθηκε στη θεωρητική εξέλιξη του Μαρξ: μετά το 1857-1858, ο Μαρξ δεν ξαναμίλησε με όρους μιας θεωρίας περί τελικής οικονομικής κατάρρευσης, και δεν ξαναέκανε πλέον καμία άμεση σύνδεση μεταξύ κρίσης και επανάστασης.

Οι ελπίδες του Μαρξ από την κρίση διαψεύσθηκαν, αλλά τουλάχιστον είχε αρχίσει να διατυπώνει την κριτική του για την πολιτική οικονομία. Το έργο αυτό θα τον απασχολήσει μέχρι το τέλος της ζωής του, και η θεωρία της κρίσης θα παίξει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Μολονότι ο Μαρξ δεν είχε σε καμία περίπτωση τελειώσει με τη διαδικασία της έρευνας, έκανε πολλές προσπάθειες για μια κατάλληλη παρουσίαση. Από το 1857 και μετά, προέκυψαν τρία ολοκληρωμένα οικονομικά χειρόγραφα: μετά τα Grundrisse του 1857-1858, το χειρόγραφο του 1861-1863 (το οποίο περιέχει τις Θεωρίες για την Υπεραξία) και το χειρόγραφο του 1863-1865 (το οποίο, μεταξύ άλλων, περιέχει το χειρόγραφο που χρησιμοποίησε ο Ένγκελς ως βάση για την έκδοση του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου). Στη MEGA, όπου αυτά τα χειρόγραφα έχουν δημοσιευθεί στην ολότητά τους, αναφέρονται ως «τα τρία σχέδια του Κεφαλαίου». Η περιγραφή αυτή, που χρησιμοποιείται ευρέως, είναι προβληματική: υποδηλώνει μια ομαλή συνέχεια και συγκαλύπτει τις αλλαγές στο θεωρητικό πλαίσιο της ανάλυσης του Μαρξ.

Ένα από τα αποτελέσματα των Grundrisse ήταν το πρόγραμμα των έξι βιβλίων που ανακοινώνεται στον πρόλογο της Συμβολής στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (κεφάλαιο, έγγεια ιδιοκτησία, μισθωτή εργασία, κράτος, εξωτερικό εμπόριο, παγκόσμια αγορά)[9]. Θεμελιώδης για το πρώτο βιβλίο είναι η διάκριση μεταξύ «κεφαλαίου εν γένει» και «ανταγωνισμού πολλών κεφαλαίων»: κάθε τι που απλώς εκδηλώνεται στο επίπεδο της εμφάνισης στον ανταγωνισμό επρόκειτο να αναπτυχθεί στο τμήμα περί «κεφαλαίου εν γένει», αλλά αποσπασμένο από οποιαδήποτε παρατήρηση περί επιμέρους κεφαλαίων ή περί κάποιου συγκεκριμένου κεφαλαίου[10].

Στο Χειρόγραφο του 1861-1863, όπου ο Μαρξ επιχειρεί να εφαρμόσει αυτή την έννοια, η θεωρία της κρίσης προσεγγίζεται με βάση νέες θεωρήσεις. Οι κρίσεις δεν είναι πλέον μια ένδειξη της διάλυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά μάλλον είναι η διαρκής και απολύτως φυσιολογική συνοδεία αυτού του τρόπου παραγωγής, που επιφέρει μια «βίαιη προσαρμογή όλων των αντιφάσεων». Αντίστοιχα, η θεωρία της κρίσης δεν αποτελεί το πλέον τελικό σημείο της παρουσίασης. Αντίθετα, μεμονωμένες στιγμές κρίσης πρέπει να αντιμετωπιστούν σε διάφορα επίπεδα της παρουσίασης. Ο Μαρξ κάνει την προγραμματική δήλωση:

«Οι κρίσεις της παγκόσμιας αγοράς πρέπει να θεωρηθούν ως η πραγματική συγκέντρωση και βίαιη εξομάλυνση όλων των αντιφάσεων της αστικής οικονομίας. Γι’ αυτό, οι ατομικοί παράγοντες οι οποίοι συμπυκνώνονται σε αυτές τις κρίσεις, πρέπει να αναδύονται και να περιγράφονται σε κάθε σφαίρα της αστικής οικονομίας και, όσο περισσότερο προχωράμε κατά την εξέτασή της, πρέπει από τη μια μεριά να ανιχνεύονται ολοένα και νέες πτυχές αυτής της σύγκρουσης και, από την άλλη, να αποδεικνύεται ότι οι πιο αφηρημένες της μορφές επανέρχονται και περιέχονται στις πιο συγκεκριμένες μορφές»[11].

Ωστόσο, ο Μαρξ είχε ένα πρόβλημα στο να προσδιορίσει ποιες στιγμές της κρίσης πρέπει να αναπτυχθούν σε ποιο επίπεδο. Ακόμα δεν είχε βρει την κατάλληλη δομή της παρουσίασης. Στην πορεία της εργασίας του πάνω στο Χειρόγραφο του 1861-1863, ο Μαρξ αναγκάσθηκε να δεχθεί δύο δραματικά αποτελέσματα: (1) το σχέδιο των έξι βιβλίων ήταν υπερβολικά εκτεταμένο, και ο ίδιος δεν θα κατάφερνε να το φέρει σε πέρας. Ο Μαρξ ανήγγειλε ότι θα περιοριζόταν στο βιβλίο για το «Κεφάλαιο», ίσως να καταπιανόταν να γράψει ο ίδιος το βιβλίο για το κράτος, αλλά όλα τα υπόλοιπα θα έπρεπε να τα κάνουν άλλοι στη βάση των θεμελίων που θα έθετε εκείνος[12]. (2) Σύντομα ωστόσο θα γινόταν σαφές ότι ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ «κεφαλαίου εν γένει» και «ανταγωνισμού» δεν μπορούσε πλέον να διατηρηθεί[13]. Για το βιβλίο περί κεφαλαίου που ο Μαρξ σχεδίαζε τώρα, η έννοια του «κεφαλαίου εν γένει » δεν έπαιζε πλέον κανένα ρόλο. Ενώ στα χειρόγραφα από το 1857 ως το 1863, καθώς και στις επιστολές του, ο Μαρξ αναφέρεται συχνά στο «κεφάλαιο εν γένει» όταν μιλά για τη δομή του έργου που σχεδιάζει, ωστόσο ο όρος αυτός δεν εμφανίζεται πουθενά μετά το καλοκαίρι τού 1863.

Οπότε, δεν έχουμε να κάνουμε με τρία σχέδια για την τελική έκδοση του Κεφαλαίου, αλλά με δύο διαφορετικά σχέδια: το πρόγραμμα που ακολουθείται μεταξύ 1857 και 1863 για μια Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας σε έξι βιβλία και, μετά το 1863, το έργο για το Κεφάλαιο σε τέσσερα βιβλία (τρεις «θεωρητικούς» τόμους και έναν για την ιστορία της θεωρίας). Τα Grundrisse και το Χειρόγραφο του 1861-1863 είναι τα δύο σχέδια του βιβλίου για το κεφάλαιο από την αρχική Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας σε έξι βιβλία, ενώ το Χειρόγραφο του 1863-1865 είναι το πρώτο σχεδίασμα για τους τρεις θεωρητικούς τόμους από τα τέσσερα βιβλία του Κεφαλαίου. Αν εξετάσουμε το Xειρόγραφο του 1863-1865, γίνεται σαφές ότι εκείόχι μόνο λείπει η έννοια του «κεφαλαίου εν γένει», αλλά, επίσης, ότι η δομή της παρουσίασης δεν ανταποκρίνεται πια στην αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου εν γένει και ανταγωνισμού. Αντιθέτως, κεντρικό ρόλο παίζει η σχέση μεταξύ ατομικών κεφαλαίων και συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, η οποία εξετάζεται σε διάφορα επίπεδα αφαίρεσης της διαδικασίας παραγωγής, της διαδικασίας κυκλοφορίας και της διαδικασίας της καπιταλιστικής παραγωγής στο σύνολό της. Ο αυστηρός διαχωρισμός της παρουσίασης του κεφαλαίου, της μισθωτής εργασίας και της έγγειας ιδιοκτησίας, επίσης, δεν ήταν πλέον δυνατό να διατηρηθεί: στο Κεφάλαιο υπό τη νέα του σύλληψη βρίσκει κανείς θεωρητικώς θεμελιώδη τμήματα των βιβλίων που σχεδιάζονταν προηγουμένως περί έγγειας ιδιοκτησίας και μισθωτής εργασίας. Έτσι, συνολικά, τo Κεφάλαιο αντιστοιχεί στο υλικό από τα πρώτα τρία βιβλία του προηγούμενου σχεδίου των έξι βιβλίων, αλλά ενταγμένο σε ένα τροποποιημένο θεωρητικό πλαίσιο. Το σχέδιο για παρουσίαση της ιστορίας της θεωρίας είχε επίσης αλλάξει: μια ιστορία της οικονομικής θεωρίας στο σύνολό της, αντικαθιστά την ιστορία των επιμέρους κατηγοριών που προορίζονταν για το παλιό βιβλίο περί κεφαλαίου. Εδώ επίσης, ο διαχωρισμός που είχε αρχικά σχεδιαστεί δεν ήταν δυνατό να διατηρηθεί.

 

(…)

 

Ο «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» –και η αποτυχία του (1865)

 

Τις πιο εκτενείς αναπτύξεις περί κρίσης στα χειρόγραφα του Κεφαλαίου τις βρίσκουμε σε σύνδεση με την παρουσίαση του «νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» στα χειρόγραφα για το τρίτο βιβλίο τού 1864-1865. Δεδομένου ότι αυτός ο «νόμος» παίζει τόσο σημαντικό ρόλο σε πολλές συζητήσεις σχετικά με τη θεωρία των κρίσεων, θα συζητηθεί πριν φτάσουμε στην ίδια τη θεωρία περί κρίσης.

Η ιδέα ότι το κοινωνικά μέσο ποσοστό κέρδους μειώνεται μακροπρόθεσμα θεωρήθηκε εμπειρικά επαληθευμένο γεγονός από τον δέκατο όγδοο αιώνα. Τόσο ο Άνταμ Σμιθ όσο και ο Ντέιβιντ Ρικάρντο προσπάθησαν να αποδείξουν ότι η παρατηρούμενη πτώση του ποσοστού κέρδους δεν ήταν απλώς ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά μάλλον αποτέλεσμα των εσωτερικών νόμων ανάπτυξης του καπιταλισμού. Ο Άνταμ Σμιθ προσπάθησε να εξηγήσει την πτώση του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού: σε μια χώρα με περίσσεια κεφαλαίου, ο ανταγωνισμός μεταξύ των κεφαλαιούχων θα ασκήσει καθοδική πίεση επί των κερδών[14]. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι πολύ πειστικό. Ένας ατομικός καπιταλιστής, προκειμένου να βελτιώσει την ανταγωνιστική του θέση, μπορεί να μειώσει την τιμή του εμπορεύματός του και να αρκεστεί σε μικρότερο κέρδος. Εάν όμως η πλειονότητα των κεφαλαιούχων ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, τότε θα μειωθεί η τιμή αγοράς πολλών προϊόντων, άρα και το κόστος για κάθε επιχείρηση, πράγμα που με τη σειρά του θα αυξήσει το κέρδος.

Ο Ντέιβιντ Ρικάρντο είχε ήδη επικρίνει τα επιχειρήματα του Σμιθ για την πτώση του ποσοστού κέρδους[15]. Ο Ρικάρντο ξεκίνησε από την παραδοχή ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, το γενικό ποσοστό κέρδους θα μπορούσε να μειωθεί μόνο αυξάνονταν αν οι μισθοί. Αφού η αύξηση του μεγέθους του πληθυσμού απαιτεί περισσότερα μέσα διαβίωσης, ο Ρικάρντο υπέθεσε ότι θα πρέπει να καλλιεργούνται γεωργικές εκτάσεις ολοένα και χειρότερης ποιότητας, πράγμα που θα οδηγούσε σε αύξηση της τιμής των σιτηρών. Αφού οι μισθοί πρέπει να καλύπτουν τα έξοδα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, με την αύξηση της τιμής των μέσων διαβίωσης θα αυξάνονταν οι μισθοί, πράγμα που θα προκαλούσε μείωση των κερδών. Οι κεφαλαιούχοι δεν θα επωφελούνταν από την άνοδο της τιμής των σιτηρών: στις χειρότερες γαίες, οι τιμές παραγωγής είναι υψηλές· στις καλύτερες γαίες, το κόστος παραγωγής που εξοικονομείται εισρέει ως μίσθωμα για τους ιδιοκτήτες γης.

Ο Μαρξ αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό με το επιχείρημα ότι αυξήσεις της παραγωγικότητας είναι δυνατές ακόμη και στη γεωργία, οπότε η τιμή των σιτηρών είναι εξίσου δυνατό να πέσει όσο και να αυξηθεί. Η δυνατότητα γεωργικών αυξήσεων της παραγωγικότητας δεν ήταν τόσο προφανής στον Ρικάρντο όσο ήταν στον Μαρξ: ο τελευταίος ήταν σύγχρονος του Justus von Liebig, του οποίου οι ανακαλύψεις στον τομέα της χημείας επαναστατικοποίησαν τη γεωργική παραγωγή. Ο Μαρξ δεν ήταν ο πρώτος που υποστήριξε μια μακροχρόνια πτώση του ποσοστού κέρδους ως αποτέλεσμα των εσωτερικών νόμων του καπιταλισμού. Ισχυρίστηκε όμως ότι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε μια συνεκτική εξήγηση γι’ αυτόν το νόμο[16].

Στο τέλος του χειρογράφου για το τρίτο βιβλίο, ο Μαρξ χαρακτηρίζει το αντικείμενο της παρουσίασής του ως «την εσωτερική οργάνωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τρόπον τινά τον ιδανικό μέσο όρο»[17]. Από την οπτική της παρουσίασης αυτού του «ιδανικού μέσου όρου», πρέπει να αγνοηθούν ιδιαίτερες, προσωρινές στιγμές, υπέρ εκείνου μόνον του στοιχείου που είναι χαρακτηριστικό του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Στον πρόλογο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, που γράφτηκε δύο χρόνια αργότερα, ο Μαρξ τονίζει επίσης ότι σκοπός του δεν είναι η ανάλυση κάποιας χώρας ή κάποιας συγκεκριμένης εποχής της καπιταλιστικής εξέλιξης, αλλά οι «ίδιοι οι νόμοι» που αποτελούν τη βάση αυτής της εξέλιξης[18]. Επομένως, όσον αφορά τους ισχυρισμούς του για το νόμο του ποσοστού κέρδους, ο Μαρξ δεν προϋποθέτει κάποια συγκεκριμένη μορφή αγοράς ή συνθήκη ανταγωνισμού, αλλά αποκλειστικά τη μορφή ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που είναι χαρακτηριστική του καπιταλισμού, την αυξανόμενη εγκατάσταση μηχανών. Εάν ο νόμος που συνάγει σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης είναι σωστός, τότε θα πρέπει να ισχύει για όλες τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες.

Ο Μαρξ αναλύει το νόμο του ποσοστού κέρδους σε δύο στάδια: πρώτον, επεξηγεί γιατί υπάρχει πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους γενικά[19]. Στη συνέχεια, ασχολείται με μια σειρά από παράγοντες που εμποδίζουν αυτήν την τάση και μάλιστα τη μετασχηματίζουν σε προσωρινή αύξηση του ποσοστού κέρδους, έτσι ώστε η πτώση του ποσοστού κέρδους υφίσταται μόνο ως «τάση»[20]. Αφού αυτοί οι ενάντιοι παράγοντες είναι περισσότερο ή λιγότερο παρόντες σε επιμέρους χώρες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, προκύπτουν διαφορετικές τάσεις στο ποσοστό κέρδους. Ωστόσο, σε μακροπρόθεσμη βάση, σύμφωνα με τη θέση του Μαρξ, το ποσοστό του κέρδους πρέπει να πέφτει.

Με αυτόν το «νόμο», ο Μαρξ διατυπώνει μια πολύ μεγάλης εμβέλειας υπαρξιακή πρόταση, η οποία εμπειρικά δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί, ούτε να καταρριφθεί. Ο «νόμος» λέει ότι από τον καπιταλιστικό τρόπο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων προκύπτει μακροπρόθεσμα μια πτώση του ποσοστού κέρδους. Εάν το ποσοστό κέρδους έπεσε κατά το παρελθόν, αυτό δεν αποτελεί απόδειξη –αφού ο νόμος αξιώνει ισχύ επί των μελλοντικών εξελίξεων, και το απλό γεγονός της πτώσης του ποσοστού κέρδους κατά το παρελθόν δεν λέει τίποτα για το μέλλον. Εάν το ποσοστό κέρδους αυξήθηκε κατά το παρελθόν, τότε ούτε αυτό αποτελεί διάψευση, αφού ο νόμος δεν απαιτεί διαρκή πτώση, αλλά απλώς μία «κατά τάση» πτώση, η οποία είναι πάντα δυνατό να εμφανιστεί στο μέλλον. Ακόμη και αν ο νόμος δεν είναι δυνατό να επαληθευτεί εμπειρικά, η πειστικότητα της επιχειρηματολογίας του Μαρξ μπορεί να συζητηθεί.

Εδώ, πρέπει να διακρίνουμε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά τη σχέση μεταξύ του «νόμου καθαυτού» και των «ενάντιων παραγόντων». Ο Μαρξ υποθέτει ότι η πτώση του ποσοστού κέρδους, την οποία συνάγει ως νόμο, σε μακροπρόθεσμη βάση αντισταθμίζει όλους τους ενάντιους παράγοντες. Ωστόσο, Ο Μαρξ δεν αναφέρει κάποιο λόγο γι’ αυτό.

Το δεύτερο σημείο αφορά το «νόμο καθαυτό»: καταφέρνει άραγε πράγματι ο Μαρξ να αποδείξει αδιαμφισβήτητα το «νόμο καθαυτό»; Η παρούσα ενότητα αφορά αποκλειστικά το ζήτημα αυτό: μπορεί να δειχθεί ότι ο Μαρξ δεν κατόρθωσε να προσκομίσει μια τέτοια απόδειξη. Ο «νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» δεν καταρρέει πρώτα μπροστά στους «ενάντιους παράγοντες»· καταρρέει ήδη, επειδή ο «νόμος καθαυτός» δεν μπορεί να τεκμηριωθεί[21].

Για να υποστηρίξει την πτώση του ποσοστού κέρδους, ο Μαρξ προϋποθέτει αρχικά ένα σταθερό ποσοστό υπεραξίας και εξετάζει σε ένα αριθμητικό παράδειγμα μια αυξανόμενη αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, η οποία στη συνέχεια οδηγεί κατ’ ανάγκη σε μείωση του ποσοστού κέρδους. Σε αυτή την παρατήρηση, ο Μαρξ χρησιμοποιεί –όχι ρητώς, αλλά σε επίπεδο αρχής- μια έκφραση του ποσοστού κέρδους που συνάγει από την πρώτη εξίσωση:

(1)

 

διαιρώντας τον αριθμητή και τον παρονομαστή με το V:

(2)

 

Εάν, όπως υποθέτει αρχικά ο Μαρξ, ο αριθμητής S/v παραμένει σταθερός, ενώ ο παρονομαστής (c/v) + 1 αυξάνει επειδή αυξάνει το c/v, τότε είναι προφανές ότι η αξία ολόκληρου του κλάσματος πέφτει. Ωστόσο, ο αριθμητής δεν παραμένει σταθερός. Η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει λόγω της παραγωγής σχετικής υπεραξίας, δηλαδή στην περίπτωση αύξησης του ποσοστού της υπεραξίας. Σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, η αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας λόγω αύξησης της παραγωγικότητας δεν είναι ένας από τους «ενάντιους παράγοντες», αλλά είναι αντίθετα μία από τις προϋποθέσεις από τις οποίες υποτίθεται ότι συνάγεται ο νόμος καθαυτός, εφόσον η αύξηση στο c προκύπτει ακριβώς κατά τη διάρκεια της παραγωγής σχετικής υπεραξίας, η οποία οδηγεί σε αύξηση του ποσοστού υπεραξίας. Για τον λόγο αυτό, λίγο μετά το εισαγωγικό παράδειγμα, ο Μαρξ τονίζει ότι το ποσοστό κέρδους πέφτει επίσης και στην περίπτωση ανόδου του ποσοστού υπεραξίας. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτό μπορεί να υποστηριχθεί αδιαμφισβήτητα.

Εάν αυξάνει όχι μόνο η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, αλλά και το ποσοστό υπεραξίας, τότε, στο ανωτέρω κλάσμα, αυξάνουν τόσο ο αριθμητής όσο και ο παρονομαστής. Όταν ο Μαρξ τεκμαίρει μια πτώση του ποσοστού κέρδους, θα πρέπει να αποδείξει ότι, μακροπρόθεσμα, ο παρονομαστής αυξάνει ταχύτερα από τον αριθμητή. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμία ένδειξη για μια τέτοια σύγκριση στην ταχύτητα της αύξησης. Ο Μαρξ στο κείμενο μάλλον στριφογυρίζει γύρω από αυτό το πρόβλημα χωρίς στην πραγματικότητα να δίνει κάποια λύση. Η αβεβαιότητά του γίνεται σαφής κάθε φορά που ισχυρίζεται ότι ο νόμος έχει αποδειχθεί, μόνο και μόνο για να ξαναρχίσει να επιχειρηματολογεί για αυτό. Αυτές οι προσπάθειες τεκμηρίωσης βασίζονται στην ιδέα ότι όχι μόνο το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται, αλλά και ότι ο αριθμός εργαζομένων που απασχολούνται από ένα δεδομένου μεγέθους κεφάλαιο μειώνεται.

Στις σημειώσεις από τις οποίες ο Ένγκελς συγκρότησε το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του τρίτου τόμου, ο Μαρξ φαίνεται τελικά να είναι σε θέση να αποδείξει μια πτώση του ποσοστού κέρδους ακόμη και στην περίπτωση αύξησης του ποσοστού υπεραξίας με το ακόλουθο επιχείρημα: εάν ο αριθμός των εργαζομένων εξακολουθεί να μειώνεται, τότε σε κάποιο σημείο η υπεραξία που δημιουργούν θα μειωθεί επίσης –ασχέτως του πόσο μπορεί να αυξηθεί το ποσοστό υπεραξίας. Αυτό μπορούμε εύκολα να το διαπιστώσουμε με ένα αριθμητικό παράδειγμα: είκοσι τέσσερις εργαζόμενοι, καθένας από τους οποίους παρέχει δύο ώρες υπερεργασίας, παρέχουν συνολικά σαράντα οκτώ ώρες υπερεργασίας. Ωστόσο, αν, λόγω της ισχυρής αύξησης της παραγωγικότητας, μόνο δύο εργαζόμενοι είναι απαραίτητοι για την παραγωγή, τότε αυτοί οι δύο εργαζόμενοι μπορούν να αποφέρουν σαράντα οκτώ ώρες υπερεργασίας μόνο στην περίπτωση που κάθε ένας τους δουλεύει για είκοσι τέσσερις ώρες χωρίς να εισπράττει καθόλου μισθό. Ο Μαρξ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η αντιστάθμιση του μειωμένου αριθμού εργαζομένων με άνοδο του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας έχει ορισμένα όρια, που δεν μπορούν να ξεπεραστούν· αυτό μπορεί να περιορίσει ασφαλώς την πτώση του ποσοστού κέρδους, αλλά δεν μπορεί να την ακυρώσει[22]».

Ωστόσο, το συμπέρασμα αυτό ευσταθεί μόνο αν το κεφάλαιο (c + v) που απαιτείται για να απασχολήσει τους δύο εργαζόμενους είναι ύψους τουλάχιστον ίσου προς εκείνο που χρειαζόταν πριν για να απασχολήσει τους εικοσιτέσσερις. Ο Μαρξ είχε απλώς αποδείξει ότι, στην εξίσωση (1), η τιμή του αριθμητή μειώνεται. Προκειμένου όμως από τη μείωση της αξίας του αριθμητή να προκύψει μείωση της αξίας ολόκληρου του κλάσματος, ο παρονομαστής πρέπει να παραμένει τουλάχιστον σταθερός. Εάν μειώνεται η τιμή και του παρονομαστή, τότε το όλο πρόβλημα τίθεται υπό τη μορφή του ερωτήματος: ποιο από τα δύο αυτά μεγέθη μειώνεται ταχύτερα. Ωστόσο, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε τη δυνατότητα το κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε για να απασχολήσει τους δύο εργαζόμενους να είναι μικρότερο από εκείνο που απαιτείται για να απασχολήσει τους εικοσιτέσσερις. Γιατί; Διότι πρέπει να καταβληθούν μισθοί μόνο για δύο εργαζόμενους, αντί για εικοσιτέσσερις. Αφού σημειώθηκε τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας (αντί για εικοσιτέσσερις, χρειάζονται μόνο δύο εργαζόμενοι), μπορούμε να υποθέσουμε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας στη βιομηχανία των καταναλωτικών αγαθών, η οποία συνεπάγεται επίσης μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης. Έτσι, το σύνολο των μισθών για τους δύο εργαζόμενους δεν είναι μόνο το ένα δωδέκατο εκείνου των εικοσιτεσσάρων εργαζομένων· στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρότερο. Από την άλλη, όμως, το σταθερό κεφάλαιο που χρησιμοποιήθηκε επίσης αυξάνεται. Αλλά προκειμένου ο παρονομαστής c + v να παραμείνει τουλάχιστον ίδιος, δεν αρκεί να αυξάνει το c· πρέπει και να αυξάνει τουλάχιστον τόσο, όσο μειώθηκε το v. Δεν ξέρουμε όμως πόσο αυξάνει το c, και, για το λόγο αυτό, δεν ξέρουμε αν αυξάνει ο παρονομαστής, και γι’ αυτό δεν ξέρουμε ούτε αν το ποσοστό κέρδους (η αξία του κλάσματός μας) μειώνεται. Έτσι, τίποτα δεν έχει αποδειχθεί.

Εδώ, ένα θεμελιώδες πρόβλημα γίνεται επαρκώς σαφές: ανεξάρτητα από το πώς το εκφράζουμε, το ποσοστό κέρδους είναι πάντα μια σχέση μεταξύ δύο ποσοτήτων. Η κατεύθυνση της κίνησης για τις δύο αυτές ποσότητες (ή για μέρη αυτών των δύο ποσοτήτων) είναι γνωστή. Αυτό, όμως, δεν αρκεί· το θέμα είναι, ποια από τις δύο ποσότητες αλλάζει πιο γρήγορα –και αυτό δεν το ξέρουμε. Για το λόγο αυτό, στο γενικό επίπεδο στο οποίο επιχειρηματολογεί ο Μαρξ, δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτε σχετικά με τις μακροπρόθεσμες τάσεις του ποσοστού κέρδους[23]. Υπάρχει ένα επιπλέον πρόβλημα, το οποίο όμως δεν μπορεί να συζητηθεί εδώ λεπτομερώς. Η αύξηση του c, από την οποία υποτίθεται ότι προκύπτει η μείωση του ποσοστού κέρδους, δεν είναι εντελώς απεριόριστη. Στο δεύτερο μέρος του δέκατου πέμπτου κεφαλαίου του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ υποστηρίζει ότι η πρόσθετη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου συναντά τα όριά της στη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου. Αν αυτό ληφθεί σταθερά υπόψη, συνιστά ένα ακόμη επιχείρημα εναντίον του «νόμου καθαυτού».

 

Θεωρία των κρίσεων χωρίς την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους

Καθώς πολλοί μαρξιστές θεώρησαν το «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» ως θεμέλιο της θεωρίας του Μαρξ περί κρίσεων, τον υπερασπίστηκαν σθεναρά ενάντια σε κάθε κριτική. Η υπόθεση όμως ότι ο Μαρξ θέλησε να στηρίξει τη θεωρία του περί κρίσεων πάνω στο νόμο αυτό, είναι κατά κύριο λόγο συνέπεια της επιμέλειας του Ένγκελς για τον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Το μαρξικό χειρόγραφο του 1865, στο οποίο βασίστηκε η έκδοση του Ένγκελς, μόλις και μετά βίας χωρίζεται σε υποενότητες. Έχει μόνο επτά κεφάλαια, τα οποία ο Ένγκελς μετέτρεψε σε επτά μέρη. Στο χειρόγραφο του Μαρξ, το τρίτο κεφάλαιο σχετικά με την πτώση του ποσοστού κέρδους δεν διαιρείται καθόλου σε υποενότητες. Η διαίρεσή του σε τρία χωριστά κεφάλαια έγινε από τον Ένγκελς. Τα δύο πρώτα κεφάλαια για το «νόμο καθαυτό» και τους «ενάντιους παράγοντες» παρακολουθούν στενά την επιχειρηματολογία του Μαρξ, αλλά στη συνέχεια το χειρόγραφο εκβάλλει σε μια θάλασσα σημειώσεων και σκέψεων που συνεχώς διακόπτονται. Ο Ένγκελς αναθεώρησε σε μεγάλο βαθμό το υλικό αυτό για να κατασκευάσει το τρίτο κεφάλαιο σχετικά με το «νόμο»​​: το συμπύκνωσε με συμπτύξεις, έκανε ανακατατάξεις και το χώρισε σε τέσσερις υποενότητες. Αυτό δημιούργησε την εντύπωση μιας ήδη σε μεγάλο βαθμό ολοκληρωμένης θεωρίας περί κρίσεων. Και καθώς ο Ένγκελς έδωσε στο όλο πράγμα τον τίτλο κεφαλαίου «Ανάπτυξη των εσωτερικών αντιφάσεων του νόμου», δημιούργησε –για τους αναγνώστες που αγνοούσαν ότι αυτός ο τίτλος κεφαλαίου δεν προέρχοταν καθόλου από τον Μαρξ- την προσδοκία ότι αυτή τη θεωρία των κρίσεων ήταν συνέπεια του «νόμου»[24].

Αν γυρίσουμε στο κείμενο του Μαρξ χωρίς τέτοιες προκαταλήψεις, τότε γίνεται σύντομα σαφές ότι οι εκτιμήσεις του Μαρξ δεν συγκροτούν καμία ενοποιημένη θεωρία περί κρίσεων, αλλά εμπεριέχουν διάσπαρτες σκέψεις σχετικά με τη θεωρία των κρίσεων. Η πιο γενική διατύπωση της τάσης του καπιταλισμού για κρίσεις είναι εντελώς ανεξάρτητη από το «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους»· σημείο εκκίνησής της είναι μάλλον ο άμεσος σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής, η υπεραξία, ή καλύτερα το κέρδος.

 

(…)

 

Μετάφραση: Άκης Γαβριηλίδης

 

* Η ανάρτηση αυτή περιέχει εκτενή αποσπάσματα άρθρου που δημοσίευσε ο Michael Heinrich στο Monthly Review (Volume 64, Issue 11, Απρίλιος 2013) με τίτλο «Crisis Theory, the Law of the Tendency of the Profit Rate to Fall, and Marx’s Studies in the 1870s» http://monthlyreview.org/2013/04/01/crisis-theory-the-law-of-the-tendency-of-the-profit-rate-to-fall-and-marxs-studies-in-the-1870s. Τα παραθέματα από το μαρξικό έργο, εκτός λίγων περιπτώσεων που επισημαίνονται, έχουν μεταφραστεί με βάση το αγγλικό κείμενο που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας.

 

[1] Karl Marx and Frederick Engels, Collected Works (London: Lawrence and Wishart, 1975), vol. 10, 135 (στο εξής: MECW). [Άρθρο των Μαρξ-Έγκελς στη Νέα εφημερίδα του Ρήνου, Μάιος-Οκτώβριος 1850. Η ελληνική απόδοση είναι από την παράθεση αυτής ακριβώς της φράσης στην Εισαγωγή του Έγκελς για τους Ταξικούς αγώνες στη Γαλλία του Μαρξ, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χρ., σ. 8].

 

[2] Οι παρατηρήσεις αυτές βρίσκονται στο Book on Crisis [Βιβλίο για την κρίση] του Μαρξ, μια συλλογή υλικών για την κρίση ταξινομημένων ανά χώρα. Το Book on Crisis θα δημοσιευθεί στο Karl Marx and Friedrich Engels, Gesamtausgabe (MEGA) (Berlin: Dietz-Verlag, αργότερα Akademie-Verlag, 1975), II/14 (εφεξής MEGA· η MEGA χωρίζεται σε τέσσερα τμήματα: ο ρωμαϊκός αριθμός δηλώνει την ενότητα και ο αραβικός αριθμός τον τόμο σε αυτή την ενότητα).

 

[3] Γράμμα του Μαρξ στον Έγκελς, 8 Δεκ. 1857, MECW, vol. 40, 217.

 

[4] MECW, vol. 28, 195.

 

[5] MECW, vol. 29, 91.

 

[6] Karl Marx, Capital, vol. 1 (London: Penguin, 1976), 132.

 

[7] Michael Hardt and Antonio Negri, Empire (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2000).

 

[8] Marx, Capital, vol. 1, 437. Μια εκτενέστερη κριτική των επιχειρημάτων του Μαρξ στο απόσπασμα για τις μηχανές υπάρχει στο: Michael Heinrich, “The Fragment on Machines: A Marxian Misconception in the Grundrisse and its Overcoming in Capital,” in Riccardo Bellofiore, Guido Starosta, and Peter D. Thomas, eds., In Marx’s Laboratory: Critical Interpretations of the Grundrisse (Leiden: Brill Academic Press, 2013).

 

[9] MECW, vol. 29, 261.

 

[10] Πρβλ. MECW, vol. 28, 236, 341· MECW, vol. 29, 114–15.

 

[11] MECW, vol. 32, 140 [στην ελλ. μετ. της Σύγχρονης Εποχής, Θεωρίες για την υπεραξία, Β΄ μέρος, Αθήνα 1982, το απόσπασμα αυτό βρίσκεται στη σελ. 594 –σ.τ.μ.].

 

[12] Βλέπε επιστολή του προς τον Kούγκελμαν, 28 Δεκεμβρίου 1862, MECW, vol. 41, 435.

 

[13] Η διπλή απαίτηση που θέτει ο Μαρξ σχετικά με το «κεφάλαιο εν γένει,« να παρουσιάσει ένα ειδικό περιεχόμενο (όλα όσα εμφανίζονται στον ανταγωνισμό) σε ένα ορισμένο επίπεδο αφαίρεσης (αποσπασμένα από τα ατομικά κεφάλαια και τις ιδιαιτερότητες του κεφαλαίου) αποδείχθηκε ανέφικτη. Η παρουσίαση της διαδικασίας αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος στο σύνολό του και η συγκρότηση του κοινωνικού μέσου ποσοστού κέρδους δεν είναι δυνατόν σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης· απαιτείται η διάκριση μεταξύ συγκεκριμένων τομέων της κοινωνικής παραγωγής και ο ανταγωνισμός των ατομικών κεφαλαίων. Ωστόσο, η διαδικασία της καπιταλιστικής αναπαραγωγής στο σύνολό της και το μέσο ποσοστό κέρδους θα πρέπει να αναπτυχθεί πριν μπορέσει να παρουσιαστεί το τοκοφόρο κεφάλαιο, και το τελευταίο πρέπει να παρουσιαστεί πριν μπορεί να αναλυθεί η πραγματική κυκλοφορία του ανταγωνισμού (για μια πιο εκτεταμένη συζήτηση του σημείου αυτού, βλ. Michael Heinrich, Die Wissenschaft vom Wert. Die Marxsche Kritik der politischen Ökonomie zwischen wissenschaftlicher Revolution und klassischer Tradition [Η Επιστήμη της Αξίας: η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας μεταξύ επιστημονικής επανάστασης και κλασικής παράδοσης], 5η έκδοση, Münster: Westfälisches Dampfboot, 2011· αγγλική μετάφραση θα δημοσιευθεί από τις εκδόσεις Brill το 2014.

 

[14] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, in The Glasgow Edition of the Works and the Correspondence of Adam Smith (Oxford: Oxford University Press 1976), 111. Πρώτη δημοσίευση: 1776.

 

[15] David Ricardo, On the Principles of Political Economy and Taxation, in Piero Sraffa, ed., The Works and Correspondence of David Ricardo, vol.1 (Cambridge: Cambridge University Press, 1951), 289–300. Πρώτη δημοσίευση: 1823.

 

[16] Marx, Capital, vol. 3, 319–20.

 

[17] Ό.π., 970.

 

[18] Marx, Capital, vol. 1, 91.

 

[19] Marx, Capital, Τόμος 3, κεφάλαιο 13.

 

[20] Ό.π., κεφάλαιο 14.

 

[21] Ο Simon Clarke, όπως και πολλοί άλλοι, τονίζει ότι ο νόμος του Μαρξ περί πτωτικής τάσης πρέπει να εξεταστεί όχι σε απομόνωση, αλλά σε ένα «ευρύτερο θεωρητικό πλαίσιο», ως μέρος της «πολύπλοκης ανάλυσης μόνιμων τάσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης». Βλ. Marx’s Theory of Crisis (London: Macmillan, 1994), 208. Ωστόσο, στο κεφάλαιο 13 του τόμου 3 του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ξεκινά με μία συζήτηση του νόμου της πτωτικής τάσης σε μια τέτοια απομόνωση. Ο Μαρξ γνωρίζει πολύ καλά ότι, πριν θέσουμε ένα ζήτημα σε ευρύτερο πλαίσιο, πρώτα πρέπει να καταθέσουμε επιχειρήματα γι’ αυτό. Όταν όμως τα βασικά επιχειρήματα έχουν ήδη αποδειχθεί λάθος, δεν θα γίνουν ορθά αν τα θέσουμε σε ευρύτερο πλαίσιο. Γι’ αυτό, ο νόμος της πτωτικής τάσης θα συζητηθεί στο ίδιο αφηρημένο πλαίσιο το οποίο εισάγει ο Μαρξ στο κεφάλαιο 13.

 

[22] Marx, Capital, vol. 3, 356.

 

[23] Οι πολλές «αποδείξεις» του νόμου που απαντούν στη βιβλιογραφία, βασίζονται είτε σε λογικά σφάλματα, παρόμοια με εκείνα που μόλις αποδείχθηκαν στην περίπτωση του Mαρξ, είτε σε παράλογες υποθέσεις, όπως π.χ. η προϋπόθεση ότι v = 0, όπως στο έργο του Andrew Kliman, Reclaiming Marx’s ‘Capital’: A Refutation of the Myth of Inconsistency (Lanham: Lexington, 2007).

 

[24] Φυσικά, η πρόθεση του Ένγκελς δεν ήταν να παραπλανήσει τον αναγνώστη. Ήθελε, όπως ο ίδιος τόνισε, να δημιουργήσει μια «ευανάγνωστη» έκδοση. Με τον τρόπο αυτό, πήρε ορισμένες αποφάσεις επιμέλειας της έκδοσης που δεν ήταν αναγνωρίσιμες ως τέτοιες για τον αναγνώστη, αλλά οι οποίες επηρέασαν σημαντικά την κατανόησή του για το κείμενο. Για περισσότερα επ’ αυτού βλ. Michael Heinrich, “Engels’ Edition and Marx’s Original Manuscript,” Science & Society 60, no. 4, (χειμώνας 1996/97): 452–66· και Jürgen Jungnickel και Carl-Erich Vollgraf, “Marx in Marx’s Words?,” International Journal of Political Economy 32, no. 1 (άνοιξη 2002), 35–78., an Independent Socialist Magazine Volume 64, Issue 11